Select Page

Πέτρα και Ευαγγέλιο

Ανδρονίκη Δημητριάδου
vakxikon.gr
ISBN: 978-618-5144-12-8

κἀγὼ δέ σοι λέγω ὅτι σὺ εἶ Πέτρος,καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν,καὶ πύλαι Ἅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς

Ματθ. 16,18

Το παραπάνω καινοδιαθηκικό εδάφιο, μας εισάγει στην πρώτη ποιητική συλλογή της Ανδρονίκης Δημητριάδου, με τίτλο ΠΕΤΡΑ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ, τυπωθείσα το 2015, από τις εκδόσεις “Βακχικόν”. Ο τίτλος εναρμονίζεται με το ευαγγελικό ανάγνωσμα, χαράζοντας, από την αρχή κιόλας της αναγνωστικής πορείας, τα δύο βασικά πεδία μέσα στα οποία θα κινηθεί η γραφή της δημιουργού. Στην πορεία θα δούμε πως διάφορα εννοιολογικά ζεύγη, της είναι προσφιλή και τα προτιμά. Πέτρα και Ευαγγέλιο είναι οι κύριες γραμμικές επιφάνειες. Πέτρα και Ευαγγέλιο είναι οι κύριοι λεκτικοί άξονες με όποιους συμβολισμούς και συνειρμικές προεκτάσεις μπορούν να επιφέρουν, στον καθένα από εμάς.

Λέξεις κλειδιά στην προσπάθεια αποκωδικοποίησης, τόσο του τίτλου, όσο και του εδαφίου, πριν ακόμη εισέρθουμε στο κυρίως ποιητικό σώμα της Δημητριάδου, αποτελούν οι εξής τρεις: Πέτρος/ πέτρα/ άδης. (Ο Πέτρος) το πρόσωπο και η ανθρώπινη ύπαρξη, εν μέσω μιας ακίνητης κατάστασης (πέτρα) και μιας υποχθόνιας κατάστασης (άδης) που φέρνει τρόμο και θλίψη στο άκουσμά της. Ο χωροχρόνος ορίζεται ήδη από τον τίτλο. Αν είμαστε τολμηροί -άλλωστε η ποίηση προτάσσει την τολμηρότητα επ’ ωφελεία φαντασίας- μπορούμε να ψυχανεμιστούμε από τον τίτλο ήδη, πως το ακίνητο έλκεται από το κινούμενο. Από την ακινησία της πέτρας, περνάμε στην ευλυγισία της χαρμόσυνης είδησης. Από την στιβαρότητα του σκληρού στο άυλο του ευμετάβλητου.

Το πρώτο ποίημα “Αντί Προλόγου” ενέχει θέση αφιερωματικής υπόμνησης μιας κάποιας ανολοκλήρωτης πορείας- ύπαρξης . Διαβάζω:

Για τη μικρή μου Άνοιξη 

που δεν πρόλαβε 

να γίνει Καλοκαίρι

λακωνικό, σύντομο τρίστιχο, αντί προλόγου, συνδεδεμένο περισσότερο με τη σιωπηλή καταγραφή μιας συναισθηματικής παραδοχής, παρά την παρατεταμένη επιμονή μακρών φράσεων και εκφράσεων που υποδηλώνουν εμμονή σε άσκοπες μεταφυσικές ερωτήσεις και ερωτήματα. Ο Άδης θα επανέρχεται συχνά, στη γραφή της ποιήτριας, με όχημα τις αρχαιοελληνικές λέξεις και σύμβολα. Τον συναντάμε άλλοτε ατόφιο, άλλοτε στις παραλλαγές του, π.χ ως άδυτα της γης, ως Αχέροντα, τον ποταμό της λύπης∙ τον προθάλαμο του Κάτω Κόσμου∙ την τελευταία διαδρομή των ανθρώπινων ψυχών. Δια του λόγου το αληθές παραθέτω το τελευταίο δίστιχο του ποιήματος “Οικτιρμός”

Μα εσύ δεν ήσουν παρά μια Περσεφόνη

στα άδυτα της γης.

την τελευταία στροφή του ποιήματος “Λύκηθος”

Πανθεσίλεια σε είπανε

Περσεφόνη

μια στον Άδη

 

μια στην αγκαλιά μου.

την τρίτη και τέταρτη στροφή του ποιήματος “Νανούρισμα”, σελ 11

Και με πορφύρα στόλιζα 

τα βλέφαρα του Άδη,

με το γλυκό του κουταλιού

τον τράταρα φαρμάκι

να μη σε δει, να μη σταθεί,

μη σ’ έβρει και σ’ αρπάξει.

Ποίημα “Εκκρεμότητες” σελ 13, το τελευταίο τετράστιχο

Το παρόν σκοτεινό,

σοκάκι αδιέξοδο,

λίκνο του Αχέροντα,

της μοίρας γραφτό.

Αλλού πάλι, στο ποίημα “Πεπρωμένο” σελ. 18.

Καταδικασμένη να περιπλανιέσαι

στις όχθες του Αχέροντα

Από τότε που ξενύχτησες 

σε κατώφλι θανάτου

και τα χείλη προσκύνησαν 

την ανάσα του πάγου,

από τότε που χαιρέτησες 

τον βαρκάρη του ερέβους

κρύβοντας τα μάτια 

σε φαρμακωμένο μαντήλι,

όπως και αν διαβαίνεις

αν συναντάς τη μοίρα σου

ή την αποφεύγεις

στο τέλος 

πάντα μιλάς

τη γλώσσα των νεκρών.

Στο ποίημα “Κοιμήτρα (παραλλαγή σ’ ένα θέμα), σελ. 24, η πρώτη στροφή

Κοιμήσου Περσεφόνη

στην αγκαλιά της γης

στου Άδη το αλώνι

δεν κέρδισε κανείς.

Από τα παραπάνω γίνεται έκδηλο πως ο βασικός νοηματικός ιστός της συλλογής διατρέχει νοήματα που σχετίζονται με το θάνατο, την πληγή, και το τραύμα. Ο σπαρακτικός θρήνος που εφελκύει η συνειδητοποίηση του αποχωρισμού, η αγωνία που μετατρέπεται σε απελπισία, η συναισθηματική συρρίκνωση του, εν ζωή, εναπομείναντα, η ακινησία της σκέψης να ατενίσει την όποια λογική εξήγηση του χαμού, η βαρύτητα του μαύρου κι η συμπαγής παρουσία της πέτρας που

συνθλίβει σαν πλάκα κάθε ζώσα πνοή, είναι έννοιες που ταλανίζουν την ποιήτρια και αποτυπώνονται επί χάρτου με την συνδρομή της αρχαιοελληνικής παράδοσης, της δημοτικής ποίησης, και της ορθόδοξης χριστιανικής θεολογίας.

Πολλά από τα ποιήματα της συλλογής θυμίζουν μοιρολόγι και θρήνο. Πολλά αποπνέουν την ένταση του παλαιότερου θα λέγαμε δημοτικού ποιητικού λόγου που με αμεσότητα και απλότητα αποδίδει ακριβέστατα την ένταση και το μέγεθος του πόνου, της πληγής. Στην ποιητική συλλογή κάθε ποίημα προσαρμόζεται ανάλογα ώστε να εκφράζει κατάλληλα την περίσταση του χαμού, χωρίς φυσικά να στερείται αυτοσχεδιαστικών χειρισμών που εξυπηρετούν την ποιητική τεχνική της ποιήτριας.

Στο Βόσπορο νανούριζα 

κιβούρι σκαλισμένο

και στο περβάζι ως αργά

τα σάβανα κεντούσα.

Με το λυχνάρι της σιωπής 

στον αργαλειό του πόνου

ύφαινα τα χρυσάφια σου 

τα όνειρα τα ξέφτια.

Και με πορφύρα στόλιζα 

τα βλέφαρα του Άδη,

με το γλυκό του κουταλιού

τον τράταρα φαρμάκι

να μη σε δει, να μη σταθεί,

μη σ’ έβρει και σ’ αρπάξει.

κοιμήσου εσύ κι η τύχη σου 

αδράχτι που γυρίζει.

Η ρυθμικότητα των στίχων αναδύεται αβίαστα στην αναγνωστική τους κατωφέρεια, υπογραμμίζοντας έτσι την άμεση καταγραφή του συναισθηματικού κόσμου της ποιήτριας. Αυτό δημιουργεί στον αναγνώστη μια διάδραση (ως απάντηση στο κάλεσμα της ποιήτριας να συμμετάσχει στον κόσμο της) καθώς και τη συναίσθηση των εικόνων που πλάθει ο στίχος. Ποίημα “Ματαίωση”, σελ. 17

Ενστάλαζε δηλητήριο

μεστή η φωνή

του ανήκουστου θανάτου,

παλλόταν

η παραίσθηση

αιώνιο εκκρεμές,

ήλιος εκκωφαντικός

σαν τη βροχή που λιώνει.

Ξερίζωνε πετρώματα η αντάρα

και μέσα από χείμαρρους οργής,

ξεροψημένης θλίψης,

πότιζε χώμα άνυδρο

θρήνου παραμιλητό,

σαν οιμωγή ανέμου,

τα ξέφτια ανάσας.

Ακούς μιλιά;

Ακούς στριγκιά;

Φωτιά το μεσημέρι

Με πέπλα ξόβεργες ζητάς

τ’ αγκάθια να μερέψεις

κι είν’ το φιλί σου κάτωχρο

η όψη αλαφιασμένη.

Άλλοτε με ομοιοκατάληκτη κι άλλοτε με ελευθερόστιχη διάθεση η ποιήτρια τάσσεται με την μοντέρνα χρήση συλλαβών και λέξεων προκειμένου να αποδώσει πιστότερα στον αναγνώστη την τραγικότητα εννοιών όπως το μυστήριο του θανάτου και της παροδικότητα των ανθρώπων στον κύκλο του ατομικού τους χωροχρόνου. Η φυσιολογική πορεία του πένθους ακολουθείται σχεδόν ιεροτελεστικά. Από τη βίαιη είδηση του χαμού

Θρυμματισμένο χαρτί η φωνή

ράγισε καμπάνα της νύχτας.

Τηλε-φονικός διάλογος

για την κόρη που έτρεξε

στα πέπλα να ντυθεί.

“Σάβανο να με τυλίξεις”

μουρμούρισε ο πόνος.

Ανέβηκαν δάκρυα

σολομοί στο ποτάμι.

περνάμε στη βεβαιότητα του συμβάντος και τη σταδιακή παραδοχή του και πορευόμαστε  συνειδητοποιημένα προς τη λυτρωτική κατάφαση, ότι δεν είμαστε εμείς οι αποκλειστικοί κυρίαρχοι της ζωής. Ούτε της δικής μας, ούτε των άλλων. Ο πόνος που εδρεύει στα κατάβαθα της ύπαρξής μας, μας ανήκει και τον δικαιούμαστε τόσο, όσο δικαιούμαστε και τη χαρά της ύπαρξής μας. Η οδύνη μας αφορά το ίδιο, όσο και η ευτυχία. Ποίημα “Οδύνη”

Στη σιωπή μιας καλημέρας

ο ψίθυρος της ψυχής

γίνεται θρόισμα 

στα φτερά της υπομονής.

Άκου το κελάρυσμα του πόνου

ως κάτω βαθιά στην πηγή

της ύπαρξης.

Έμαθα να ζω 

κουβαλώντας κάρβουνα αναμμένα

με τις χούφτες του πεπρωμένου,

πώς να βαδίσω αμέριμνα 

τώρα που οι φλόγες 

έγιναν ποτάμια αδιάβατα;

Το χιόνι στρώνει φύλλα κατακόκκινα

στο διάβα μιας πένθιμης πομπής

Το πεπρωμένο, συμφυές με την ανθρώπινη τερπνότητα και τον πεπερασμένο χρόνο, διατρέχει ως υποδόρια φλέβα το ποιητικό σώμα της συλλογής και χαράσσει την ιδιότυπη του σφραγίδα. Ο άνθρωπος δεν ορίζει το πεπρωμένο του και αυτό έχει τη δύναμη και το θάρρος να το κραυγάσει η Ανδρονίκη Δημητριάδου έχοντας διαρρήξει -διά μέσω του πόνου- όλα τα ιμάτια της λογικής της. “Tabula Rasa” σελ. 28

Λευκές σελίδες απλωμένες

με γεμίζουν αποσιωπητικά.

Γυρίζοντας πίσω 

πάντα είχα μπροστά μου

τα κενά μιας ζωής 

που διάλεξα 

δίχως επίγνωση 

του πεπρωμένου μου.

Υπερισχύει το οξύμωρο της ανθρώπινης ύπαρξης! Το αντιστικτικό της επιλογής που νομίζει ο άνθρωπος πως κατέχει χωρίς ωστόσο να το κατέχει.

Γυρίζοντας πίσω 

πάντα είχα μπροστά μου

τα κενά μιας ζωής 

που διάλεξα 

δίχως επίγνωση 

του πεπρωμένου μου.

Βαθιά θεολογικό, βαθιά υπαρξιακό το πλαίσιο που μας ορίζει η ποιήτρια. Και ακόμη πιο βαθιά η σιωπή της. Μόνο η σιωπή εξάλλου απομένει του τραγικού μυστηρίου του θανάτου. Ποίημα “Μονωδία” σελ. 29

Δεν ξέρω τι άλλο να σου πω,

ό,τι και να αφήσω

να κυλήσει από τη γλώσσα μου,

γίνεται κραδασμός

ακέραιης σιωπής,

δάκρυα θρυμματισμένου αχάτη

στου δειλινού το κοφτερό δρεπάνι

και στης εσθήτας τις λευκές πτυχές

η αλλού στο ποίημα “Αργός ως θάνατος” σελ. 37.

Στροβίλισμα αργό

πούπουλα χλωμής οργής

νιφάδες του καλοκαιριού

ανεβαίνουν μαζί μου

στη σιωπή

Μετά την σιωπή όμως τί; μετά την παραδοχή τί; τί έπεται στην Αγία Τράπεζα της ανθρώπινης ψυχής, του ιερού εκείνου τόπου που συντελείται κάθε σταύρωση και κάθε μικρό θαύμα; Η παραδοχή της ήττας του ανθρώπου, του δημιουργήματος που εν μέσω χρόνου και τόπου περιηγείται κατά βάση μοναχό και έρημο. Πως το λέει ο Γιάννης Ρίτσος στο τραγούδι για την αδελφή του;

“Ακόμη οδοιπορώ 

στην ερημία των συνωστισμών

στους ανύποπτους δρόμους”

 Η ποιήτρια δεν διστάζει να κάνει χρήση ρημάτων και μετοχών που φανερώνουν την πλήρη εγκατάλειψη της σκέψης και του αγώνα της σε κάποιον Άλλον. Το άλλος με κεφαλαίο άλφα. Αναφέρω στίχους δηλωτικούς, σε πρώτο πρόσωπο γραμμένοι: /και ηττημένη προχωρώ. / στα γόνατα σωριάστηκα/ βουλιάζω/ κουράστηκα να γέρνω

Είναι δύσκολη η μετατόπιση του εαυτού μας από τη βεβαιότητα της παντοδυναμίας μας, στη βεβαιότητα της αδυναμίας μας. Είναι σκληρός ο αγώνας απαγκίστρωσης από το κλειστό μας “εγώ”, κι ακόμη πιο επίπονη η εγκατάλειψη μας στα χέρια κάποιου άλλου (εδώ το άλλος και με μικρό άλφα). Αυτή όμως είναι η μόνη ίσως διαδικασία που επιφέρει την κατευναστική ηρεμία των ποιητών. Των ποιητών που ταλανίζονται από τον πόνο των ανθρώπων και των πραγμάτων. Θα γράψει ο Ρίτσος στην αδελφή του Λούλα:

Στους τρικυμισμένους καθρέπτες 

Των λυγμών

Θραύεται το ήρεμο πρόσωπο

Της αιωνιότητας

Κι όμως ακόμη ακούμε όντος μας

Το φλοίσβισμα της ηρεμίας.

Την ηρεμία, το ημέρεμα της ψυχής που αναμετρήθηκε με τον Άδη αλλά δεν απελπίστηκε. Το εξαίσιο εκείνο γεροντικό του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη που λέγει: “Κράτα το νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι”. Ο π. Μάξιμος Έγκερ σχολιάζοντας την φράση «Κράτα το νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι», καταλήγει στο συμπέρασμα πως το να κρατάμε το νου μας στον Άδη είναι μια πρόσκληση στις πιο σκοτεινές αβύσσους της ύπαρξής μας. Μια πρόσκληση απογύμνωσης της ψυχής μας και έκθεσής της στις ακτίνες της θείας αγάπης. Μια μετάβαση εν ολίγοις από την Πέτρα προς το Ευαγγέλιο όπως τιτλοφορεί την ποιητική της συλλογή η Ανδρονίκη Δημητριάδου.

Εδώ έγκειται η σημαντικότητα και η αξία της εν λόγω ποιητικής συλλογής. Στη μαρτυρία (προσωπική και συγγραφική) του περάσματος από τον πόνο στην ευχάριστη είδηση της νίκης αυτού. Στο πέρασμα από τον πόνο στη χαρά, από την απελπισία στην ελπίδα. Η ποιήτριά μας επιλέγει να μείνει στην ελπίδα. Θα σταθεί στο μεταίχμιο των αντιφατικών και θα τα συνταιριάξει στη μακροθυμία της. Θα αναγνωρίσει τη χαρμολύπη της (άλλος σπουδαίος πατερικός όρος) και θα της δώσει χώρο και τρόπο ύπαρξης, θα την ονοματίσει.

{}

Απόψε συμβίβασα ουρανό και γη,

τριάκοντα χρόνων ερινύες,

μα, πριν αλέκτωρ λαλήσει τρις,

δέχτηκα ως αντάλλαγμα

της χαρμολύπης στάλες στο ποτήρι.

Ο λόγος της είναι μεστός νοημάτων, επιδίδεται σε χρήση ονομάτων και σύμβολων τόσο της αρχαιοελληνικής και χριστιανικής παράδοσης, χωρίς να επιβαρύνει το ουσιώδες της σκέψης της. Εν τέλει, αποδεικνύεται γνώστρια των ηθών και εθίμων του τόπου, των δοξασιών και του θρησκευτικού τελετουργικού. Οι εικόνες της γέμουν παλαιοδιαθηκικών και καινοδιαθηκικών συμβόλων, π.χ, Campi d’olio, Δαβίδ, Κρόνιος Λόφος, Ικεσία, προσευχή, αλέκτωρ, καιόμενη βάτος, θάμα, θυμίαμα και άλλα. Από την άλλη η πληθώρα των αρχαιοελληνικών ονομάτων π.χ, Πενθεσίλεια, Περσεφόνη, Ορφέας, Πανδώρα, Ελένη, Μαρία, προσδίδει στην συλλογή μια ελαστικότητα εικονοπλαστική και συμβάλλει ουσιαστικά στην συνειδητοποίηση της διαχρονικότητας του πόνου, εν άλλοις, του πανανθρώπινου αυτού αισθήματος που φέρει από γεννησιμιού του ο άνθρωπος.

Προσφιλή της είναι, όπως προανάφερα, τα ζεύγη: μνήμη/λήθη, χαρά/λύπη, σιωπή/εσωτερική κραυγή, θνητοί/αθάνατοι, Εύα/Παναγιά, χάνδρα/δρεπάνι και φυσικά το πιο σημαντικό γι’ αυτήν πέτρα/ευαγγέλιο. Ευαγγέλιο ως είδηση, η χαρμόσυνη είδηση που αφήνει πίσω την πληγή του τραύματος. Γράφει σ’ έναν στίχο της

Μην τρίζεις τα δόντια, όταν ονειρεύεσαι κρίνα

Η πορεία προς το φως είναι ανεπίστρεπτη, το τραύμα υπάρχει, μεταξύ άλλων, αλλά δεν υπερισχύει του φωτός. Συνεχίζω με στίχους του Γιάννη Ρίτσου:

πιο πέρα από σένα κι από μένα,

πιο πέρα απ’ το θαμπό μας βλέμμα,

πιο πέρα απ’ τη θαμπή γραμμή της γης, εκεί στη ρίζα του παντός

άκου το κύμα της ορμής

που υπέροχο, ανεξέλεγκτο κι ανεξήγητο μας έπλασε και μας εξουσιάζει.

{}

Το φως ακμάζει πιο ψηλά.

Το φως ακμάζει πιο ψηλά. Η ποιήτριά συνεχίζει να το ατενίζει επειδή το ατένισε από τις πιο σκοτεινές οπές της ύπαρξης. Επειδή το ορέχτηκε διακαώς. Επειδή μίλησε με τον τρόπο που υπέδειξε ο Σαραντάρης. “Αλλά οφείλουμε να μιλήσουμε για το θάνατο, από τη σκοπιά της ύπαρξης.

Αναστασία Γκίτση

Το κείμενο αναγνώστηκε στο πλαίσιο της Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης στις 8 Μαΐου 2015

Επιμέλεια κειμένου

Δήμος Χλωπτσιούδης

Ο Δήμος Χλωπτσιούδης είναι φιλόλογος και ποιητής. Γράφει δοκίμια και κριτικές ποίησης παρακολουθώντας τις νέες τάσεις στην Τέχνη. Ασχολείται με επιμέλειες κειμένων και εκδόσεων. Έχει συγγράψει ιστορικές και κοινωνικές μελέτες. Άρθρα (πολιτικά, εκπαιδευτικά, λογοτεχνικά) του δημοσιεύονται στο site tovivlio.net, στο tvxs.gr, στα "Ενθέματα" της Κυριακάτικης Αυγής κ.ά. Έχουν εκδοθεί οι ποιητικές συλλογές: «η οργή της πεταλούδας» (2013), «κατάστιχα» (2014) και «ακατάλληλο» (2016). Έχει συγγράψει τα πολιτικά δοκίμια βιβλία «η δημαγωγία της δημοκρατίας» (2009), «Τοπική Αυτοδιοίκηση, προοπτικές ανάπτυξης των τοπικών κοινωνιών» (δοκιμιακή μελέτη, 2011), και «η μεσαία τάξη στην αγχόνη της κρίσης» (2014). Επίσης, έχει εκδόσει τη συλλογή κοινωνικών δοκιμίων «7 δοκίμια» (2013).

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!