Select Page

Κάποτε ήμασταν παιδιά, της Μαίρης Μοσχονά

Κάποτε ήμασταν παιδιά, της Μαίρης Μοσχονά

2531367514_0c5d4f2b88_z

Κάποτε ήμασταν παιδιά!
Το τρένο κυλούσε στις ράγες με ταχύτητα. Το τοπίο είχε αρχίσει να γίνεται γνώριμο πια.
Γυρνούσε στον τόπο του, έπειτα από είκοσι χρόνια ξενιτιάς.
Έφυγε παιδί αμούστακο που λένε, για να δουλέψει. Πού δουλειές στην πατρίδα!
Όταν γεννιέσαι φτωχός, δεν έχεις πολλές επιλογές. Φτωχό το σπιτικό, πολλά τα στόματα, όλοι έπρεπε να βοηθήσουν όπως μπορούσαν. Τον έφαγε η εργατιά τον Γιάννη. Γιατί μη νομίζεις πως έφυγε σαν επιστήμονας. Σαν εργάτης έφυγε στη Γερμανία. Ήταν ο μεγαλύτερος, δεκαοκτώ χρόνων, όταν είχε αρχίσει πια ο προβληματισμός για την επιβίωση.
Και υπήρχαν άλλα πέντε μικρότερα παιδιά. Καρπεροί οι γονείς του. Έκανε το στρατιωτικό του και στα είκοσι του, έψαχνε για δουλειά μόνιμη. Μέχρι τότε, αφού παράτησε το σχολείο, έκανε δουλειές του ποδαριού να βοηθήσει τον πατέρα. Εργάτης κι αυτός, μα στον τόπο του. Κρίμα που δεν μπορούσε να τον βάλει στη δουλειά του. Δεν θα αναγκαζόταν να ξενιτευτεί.
Οι μέρες εδώ που τα λέμε δεν ήταν εύκολες και οι τρεις καμαρούλες δεν χωρούσαν αυτούς καλά καλά. Πού να χωρέσει έστω ένα μικρούλι όνειρο. Όταν το στομάχι σου κάνει θόρυβο από την πείνα, το μυαλό δεν μπορεί να ταξιδέψει. Κι όταν το χαμόγελο έχει πάψει να είναι ένοικος ενός σπιτιού, δεν μπορείς ούτε στόχους να βάλεις. Πιο καθαρά θυμάται το τσιμέντο στο πάτωμα και πού ακριβώς είχε γρουμπούλια ή σκασίματα, παρά τους τοίχους. Μονίμως σκυμμένο το κεφάλι είχε. Τόση ήταν η γκρίνια για τη φτώχεια, τόσες ήταν οι κλάψες για την επιβίωση. Ψηλά κοιτούσε όταν έβγαινε από το σπίτι. Όταν ξέκλεβε λίγο χρόνο, μόλις έφτιαχνε ο καιρός και βουτούσαν στη θάλασσα με τα σώβρακα, ένα μάτσο αγόρια, πηδώντας από την ξύλινη προβλήτα. Έπειτα φύλαγαν φρουροί για να βουτήξουν με τη σειρά τους τα κορίτσια, πλατσουρίζοντας τα μικρότερα στα ρηχά, με πρωτοστάτη τη Σόφη, ένα ξανθομάλλικο κοριτσάκι έξι χρόνων μικρότερο από το Γιάννη μα και η αδυναμία του.
Ίσως να ήταν και η μόνη ανέξοδη απόλαυση που είχαν σαν παιδιά. Ο πατέρας αυστηρός, μα συγχρόνως απόμακρος. Ωστόσο, θα έλεγε κανείς πως ένας φτωχός άνθρωπος θα αποφύγει να σπείρει παιδιά, λόγω της έλλειψης πόρων για να τα ζήσει. Μα φαίνεται πως οι φτωχοί, μη έχοντας άλλη διασκέδαση, διασκεδάζουν στο κρεβάτι και σπέρνουν στόματα που πεινάνε. Τι να σου κάνουν κι αυτοί; Μέχρι εκεί καταλάβαιναν.
Δεν έβρισκε δουλειά πουθενά. Και μια μέρα ο πατέρας του είπε, για τη Γερμανία.
-Γιατί ο πρώτος θα είσαι ή ο τελευταίος;
-Μα δεν ξέρω τη γλώσσα.
-Θα τη μάθεις. Και θα βγάλεις και χρήματα να βοηθήσεις τα αδέλφια σου. Είσαι ο πιο μεγάλος πρέπει να ξεκουράσεις και μένα.
‘’Να μην έσπερνες παιδιά συνεχώς’’ ήθελα να του πω. Ωστόσο του είπα…
-Εντάξει πατέρα, εσύ ξέρεις.
Ένιωθα για κείνον αγάπη ανάμεικτη με φόβο. Ήταν ο γονιός μου. Και αισθανόμουν τύψεις όταν τον έκρινα μέσα μου. Γιατί απ’ έξω μου δεν τόλμησα ποτέ.
Ήταν σαράντα χρόνων άντρας, ήξερε πιο πολλά από μένα. Έκανε το πρώτο του παιδί στα είκοσι του χρόνια. Άφησε έγκυο τη μάνα μου και οι γονείς τούς πάντρεψαν να καλύψουν τη ντροπή. Μπήκε μικρός στα βάσανα, μα το σπορ του κρεβατιού δεν το έκοψε.
Έφυγα λοιπόν στη Γερμανία, πήγα στο Μόναχο και έπιασα δουλειά. Δούλευα ώρες ολόκληρες κι έμενα σε μια κάμαρη με δύο άλλους. Σιγά σιγά μάθαινα και τη γλώσσα. Η μοναξιά και το μαράζι του ξενιτεμού με έδεσε γρήγορα με τους άλλους Έλληνες συναδέλφους, που όλοι είχαμε τον ίδιο πόνο. Ξένοι σε ξένο τόπο. Ξένοι ανάμεσα σε ξένους.
Δεν μας έδιναν και ιδιαίτερη σημασία, ενδιαφέρονταν μόνο για τη παραγωγή που βγάζαμε. Τα πρώτα χρόνια, το κουράγιο μου έφτανε μόνο μέχρι να πάω βράδυ στην κάμαρη να ξεκουράσω το κορμί μου. Έγραφα και κανένα γράμμα πού και πού. Και με λαχτάρα άνοιγα τα γράμματα της μάνας μου κι ανάμεσα στις αράδες της πρόσθετε καμία και ο πατέρας μου. Να μου πει να προσέχω και ότι με τα λεφτά που θα στείλω θα ανακουφιστεί η οικογένεια, ή πόσο καλό παιδί ήμουν που έκανα το καθήκον μου.
Τώρα το τοπίο ήταν καθαρά Ελληνικό, το πουρνάρι και η μυρωδιά του χώματος που έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο και μύριζε πατρίδα.
Αλήθεια, σπάνε ποτέ οι δεσμοί με την πατρίδα σου; Κι αν σπάνε, πόσος χρόνος χρειάζεται για να γίνει;
Η σκέψη μου γύρισε πίσω, στη Γερμανία. Υπήρχαν κάποιοι πιο παλιοί. Ήξεραν ήδη τη γλώσσα και έδειχναν πιο άνετοι από εμάς τα στραβάδια. Αυτοί μας μύησαν και στη διασκέδαση της μπύρας, όπως και στο καμάκι κάποιας ωραίας Γερμανίδας ή όποιας εθνικότητας. Δεν ήμασταν και εκλεκτικοί. Ό,τι έπεφτε μπροστά μας και ήθελε να “ποτίσει τον κήπο μας”. Όταν την έλεγε ο Παντέλος αυτή τη φράση, ένας από τους παλιούς, όλοι γελούσαμε λες και ήταν το πιο έξυπνο αστείο.
Αυτή τη στιγμή, όμως δεν γελάω που τη σκέφτομαι. Και αναρωτιέμαι αν την έβρισκα πραγματικά αστεία ποτέ. Ίσως η μοναξιά που λέγαμε, να μεγάλωνε την ανάγκη μου για ένα πρότυπο, μια ρίζα έστω ισχνή που θα με έδενε με την εξορία μου και θα την έκανε πιο οικεία στη ψυχή μου. Η παρέα σοβάρεψε όταν έπαθε ατύχημα ο Παντέλος. Θα έλεγε κανείς πως κάποιος απ’ τους καινούργιους άπειρους θα τραυματιζόταν από την καταραμένη μηχανή κι όχι ο βετεράνος εργάτης. Μα φαίνεται η σκληρή δουλειά κι η μπύρα σκούριασαν τις αρθρώσεις και μπέρδεψαν τα αντανακλαστικά. Το έχασε το χέρι ο Παντέλος τελικά. Του το ’φαγε η μαύρη η ξενιτιά, η άπονη ρουφήχτρα.
Και τότε γνώρισα τη Χέλγκα. Σέρβιρε μπύρα στο μπαρ που πηγαίναμε συχνά. Ωραία κοπέλα και όλοι την ήθελαν. Παραδόξως όμως, αυτή έδειξε να διαλέγει τον πιο αμίλητο, τον πιο ήσυχο, τον πιο άβουλο θα έλεγα. Εμένα! Θαμπώθηκα από την επιλογή και γρήγορα γίναμε ζευγάρι. Η Χέλγκα έμενε με μια φίλη της. Κι όταν ήθελε κάποια από τις δυο να βρεθεί με τον “δικό της”, η άλλη πήγαινε βόλτα. Η κάμαρη έμενε στη διάθεση του ζευγαριού, για ένα δίωρο τουλάχιστον. Εκεί μυήθηκα στον έρωτα για πρώτη φορά, εκεί έμαθα διάφορα για τον άντρα και για τη γυναίκα. Και ήταν καλή δασκάλα η Χέλγκα. Μα όσο μάθαινα, τόσο στο μυαλό μου ερχόταν ένα ξανθό μαλλί, πιασμένο αλογοουρά με ένα λαστιχάκι, ένα φουστανάκι φτωχό κι ένα χαμόγελο που θάμπωνε ο ήλιος.
Γρήγορα η Χέλγκα βρήκε άλλη αγάπη, κι εγώ ήμουν το θύμα της ρουτίνας και της ανιαρής φτώχιας. Βρήκε έναν Γερμανό που της έπαιρνε και κανένα δώρο και ο φτωχός εργάτης πέρασε στη λήθη. Ωστόσο την ευγνωμονώ για την εκμάθηση, τόσο της Γερμανικής γλώσσας, όσο και της γλώσσας του κορμιού.
Όσες κι αν ακολούθησαν γνωριμίες και δεν ήταν και χιλιάδες, το μυαλό μου γύριζε έντονα πίσω στα παλιά. Έντονα και πολύ συχνά τελευταία. Και πάντα στην εικόνα της μικρής Σόφης, της παιδικής μου αγάπης, όπως είχε αποτυπωθεί στη σκέψη, κιτρινισμένη κι αυτή έπειτα από τόσα χρόνια. Και η καρδιά μου έδειχνε να προτιμά αυτήν ακριβώς, την φθαρμένη αχνή εικόνα της Σόφης που είχα στη μνήμη, από την εικόνα της όποιας Χέλγκα, Αντέλ, Έλσα ή Μπρέντα, με τα ζωντανά χρώματα του τώρα.
Και κυλούσαν τα χρόνια, άγευστα, ανούσια, λιτά, και η καρδιά πλέον ήξερε πως δεν θα άντεχε άλλο τη ξενιτιά και πως όχι, δεν κόβονται οι ρίζες με τον τόπο σου.
Όπου κι αν πας θες να ξέρεις ότι έχεις κάτι, κάποιον που σε προσμένει να γυρίσεις.
Έπειτα από ώρες ταξιδιού, έφτασα επιτέλους. Πήρα τα λίγα μου πράγματα, και κατέβηκα στο σταθμό. Ρώτησα ένα ταξί το κόστος περίπου της κούρσας, και ξεκίνησα για το σπίτι.
Σαν έφτασα η μάνα μου ήταν λες και δεν είχε αλλάξει θέση 20 χρόνια. Σκούπισε τις σαπουνάδες από το πλύσιμο των ρούχων κι έτρεξε να με αγκαλιάσει. Μπορεί να μην άλλαξε θέση, στη σκάφη την άφησα και στην σκάφη την βρήκα, μα ο χρόνος κι εκεί έκανε τη δουλειά του. Της έδωσε ένα μάτσο άσπρες τρίχες στο κεφάλι και της κύρτωσε ελαφρά τη μέση. Την αγκάλιασα κι εγώ και γύρισα να μπω στο σπίτι. Πριν φτάσω στο κατώφλι, ο πατέρας μου με περίμενε χαμογελαστός. Τόσα χρόνια δεν είχα αντιληφθεί πως τα χείλη του είχαν και την ικανότητα να σχηματίσουν χαμόγελο.
Τους βρήκα μόνους, τ’ αδέλφια μου ήταν σπίτια τους και κάποια στις δουλειές τους. Μα θα έρχονταν όλοι το βράδυ να γνωρίσω και τους γαμπρούς και τις νύφες μου. Σωστή μάζωξη.
Τελικά ο πατέρας μου είχε μεγαλώσει τα στόματα της φαμίλιας του, τα πάντρεψε και αυτά τώρα έτρεχαν να θρέψουν τις δικές τους φαμίλιες.
Μονάχα εγώ ήμουν μόνος… σκέφτηκα.
Και τότε ρώτησα τα νέα της γειτονιάς. Και μέσα σε όλα ζήτησα να μάθω ποιος παντρεύτηκε, ποιος πέθανε, ποιος ζούσε, τι έκανε η Σόφη…
Κανείς δεν πρόλαβε να μου απαντήσει. Μια φιγούρα ήρθε στην ανοικτή πόρτα, κόβοντας το φως της μέρας με το σώμα της.
Τα ίδια ξανθά μαλλιά, ίσως λίγο πιο σκούρα, μαζεμένα με ένα λαστιχάκι, το φουστάνι που το ανέμιζε ο αέρας, το πρόσωπο πιο ώριμο, μα το χαμόγελο ίδιο όπως και η λάμψη στα μάτια.
-Να τη η Σόφη, είπε η μάνα. Περίμενε πώς και τι να έρθεις. Πάντα μας ρωτούσε για σένα.
Σηκώθηκα εκφράζοντας και ένα κρυφό παράπονο που είχα εδώ και καιρό.
-Ρωτούσε, αλλά δεν έστειλε ούτε ένα γράμμα. Δεν σε άφηνε ο άντρας σου να γράψεις δυο λόγια στον παιδικό σου φίλο;
-Δεν μου απαγορεύει κανείς, γιατί δεν υπάρχει κανένας άντρας. Λεύτερη είμαι. Μα δεν μου το ζήτησες ποτέ. Εσύ για δεν έγραψες; ρώτησε θιγμένα και με κάποια θλίψη.
Τίποτα δεν άλλαξε όπως κατάλαβα. Εδώ ήταν το σπίτι μου, η πατρίδα μου, οι γονείς μου τα αδέλφια μου, οι ρίζες μου, η Σόφη, η καρδιά μου… Είκοσι χρόνια πριν και είκοσι χρόνια μετά ήταν όλα αγαπημένα, ίδια.
Στα χείλη μου σχηματίστηκε ένα τεράστιο χαμόγελο που η Σόφη το ανταπόδωσε αμέσως, χαμογελώντας μου πλατιά με μάτια που έλαμπαν.
Το καράβι, επιτέλους, γύρισε πίσω στο λιμάνι του!

 

-

γράφει η Μαίρη Μοσχονά

Επιμέλεια κειμένου

4 Σχόλια

  1. Σοφια Ντουπη

    Πολύ όμορφη η ιστορία σας. Συγκινήθηκα!!! Οι γονείς μου αλλά κι εγώ παλιότερα ήμασταν στη Γερμανία … και ήταν κάπως έτσι η ζωή μας τότε!!!Οπότε και μου ξυπνήσε ξεχασμένες αναμνήσεις .

    Απάντηση
  2. mary

    Σας ευχαριστώ πολύ! Χαίρομαι που σας άρεσε έχω κι εγώ φίλους που ζουν στο εξωτερικό και έχουν κοπιάσει δουλεύοντας για μια καλύτερη ζωή. Κάποιοι έχουν γυρίσει και κάποιοι έγιναν μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού. Ωστόσο θεωρώ πως είναι κρίμα να αναγκάζεσαι να φεύγεις από τον τόπο σου γιατί οι συνθήκες σου αποκλείουν τη δυνατότητα επιβίωσης! Να είστε καλά!

    Απάντηση
  3. Αννα

    Πολύ μου άρεσε η ιστορία σου Μαίρη. Πολύ συγκινητική. Γενικά η μετανάστευση είναι η πληγή της πατρίδας μαςτα περασμένα χρόνια και τώρα ξανά αιμορραγεί.
    Ωραία γραμμένη η ιστορία σου, διαβάζεται απνευστί και χαρίζει έντονα συναισθήματα στον αναγνώστη. Ευχαριστώ πολύ γι αυτό που διάβασα
    Καλή συνέχεια

    Απάντηση
  4. mary

    Σ’ ευχαριστώ πολύ Άννα μου και χαίρομαι που σου άρεσε. Όντως η μετανάστευση είναι η πληγή της πατρίδας μας και σήμερα έχει αυξηθεί σε βαθμό τραγικό αν σκεφτεί κανείς τους νέους μας που προτιμούν να φύγουν γιατί η χώρα τους δεν μπορεί να τους εξασφαλίσει θέσεις εργασίας.
    Να είσαι καλά!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!