Παρενδυτικός

3.01.2020

Ζούσε την απόλυτη παράνοια. Είχε δύο διαφορετικούς κόσμους. Το πρωί σοβαρός και μετρημένος, προϊστάμενος λογιστηρίου σε μια μεγάλη ναυτιλιακή εταιρεία και το βράδυ… το βράδυ, πεταλουδίτσα. Όχι από αυτές τις βασίλισσες της μιας νύχτας, που στριφογυρίζουν γύρω από μια αναμμένη λάμπα, σε μια βίλα της Εκάλης ή σε ένα χαμόσπιτο στον Κεραμικό –δεν έχει άλλωστε σημασία το μέρος–, πεθαίνοντας μέσα στην τρελή χαρά το επόμενο πρωινό, αλλά από τις άλλες, αυτές που λιώνουν τα τακούνια τους στα πεζοδρόμια των εκθέσεων αυτοκινήτων στον παράδρομο της λεωφόρου Συγγρού και ανασταίνονται κάθε πρωί, έτοιμες να ξαναφορέσουν την μάσκα του καθ’ όλα ευπρεπούς και άξιου μέλους της κοινωνίας.

Δεν ήξερε αν η έλξη που ένιωθε για το αντρικό κορμί ήταν ένα βίτσιο, μια έξη, μια παρέκκλιση. Ένα ήταν σίγουρο, του άρεσε αυτή η βαριά μυρωδιά του ιδρώτα που πότιζε τα στέρνα και τις πλάτες και τις μασχάλες όλων αυτών των αντρών που είχαν περάσει σαν θύελλα ή σαν χιονοστιβάδα ή σαν ελαφρό καλοκαιρινό θαλασσινό κυματάκι, πάνω από το κορμί του.

Ένιωθε εγκλωβισμένος. Μια γυναικεία ψυχή φυλακισμένη μέσα σε ένα τόσο άχαρο αντρικό σώμα. Εντάξει, μπορούσε να απαλλαγεί από τις παραπανίσιες τρίχες με μια εβδομαδιαία χαλάουα, αλλά με τις πλάτες του ή με τις αντρικές γάμπες του τι γινόταν;

Συχνά έπιανε τον εαυτό του να κρυφοκοιτάζει τους συναδέλφους του και να τους  ποθεί όπως ποθεί ένας χαρτοπαίκτης τον άσο κούπα για να κάνει το φλος ρουαγιάλ σε μια παρτίδα πόκερ πολλών χιλιάδων ευρώ.

Πάντα όμως με τρόπο, ας τον πούμε «αντρικό», ώστε να μην προδοθεί. Αν ζούσε σε μια άλλη κοινωνία, ίσως να εκδηλωνόταν. Αλλά η ελληνική ούτε σε τριακόσια χρόνια από σήμερα δεν θα ανεχόταν έναν παρενδυτικό προϊστάμενο.

Μισούσε τις γυναίκες. Θεέ μου, πόσο τις μισούσε. Είχαν στήθη, αιδοίο, μερικές από αυτές τέλειες γάμπες και το κυριότερο είχαν τους άντρες όποτε ήθελαν· κινούνταν στο φάσμα του φυσιολογικού. Ενώ εκείνος έπρεπε να βουτήξει βαθιά μέσα στον βούρκο της νύχτας για να βρει το πολυπόθητο διαμάντι που θα γιάτρευε με την μαγική του λάμψη έστω για λίγα λεπτά την πληγή που είχε βαθιά μέσα του. Ζούσε μ’ αυτήν την πληγή από τα δώδεκά του όταν για πρώτη φορά κατάλαβε οριστικά και αμετάκλητα ότι τα κορίτσια της γειτονιάς δεν του έλεγαν απολύτως τίποτα, ενώ τα αγόρια, του έλεγαν τα πάντα. Τα κοιτούσε και ξεφυσούσε, σαν παλιά ατμομηχανή που έκαιγε αντί για κάρβουνο, τα φύλλα της καρδιάς του.

Τα πρωινά περνούσαν μέσα στο άγχος και την καταπίεση του αληθινού του εαυτού.  Ένιωθε να πνίγεται, κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή.  Πάντα έλυνε τη γραβάτα του, ήταν σαν ρόγχος στον λαιμό του. Πόσο θα ήθελε, στη θέση της, να είχε ένα μαργαριταρένιο κολιέ, έστω και φο-μπιζού. Να φορούσε αντί για αυτά τα σκληρά μοκασίνια, ένα ανάλαφρο πέδιλο, αντί για παντελόνια με πιέτες, ένα σούπερ μίνι. Αλλά φοβόταν, φοβόταν την αντίδραση του κόσμου. Η διαφορετικότητα αποτελεί ένα μεγάλο ζιζάνιο στον θαυμαστό, όμορφο, πολύχρωμο κήπο της κοινωνίας. Το ήξερε αυτό. Πολλές φορές έπεφτε και ο ίδιος σε αυτό το τρυπάκι.  Δεν κοίταζε ώρες ώρες με απαξίωση τους ναρκομανείς που είχαν στήσει το πάρε-δώσε του θανάτου στην απέναντι πλατεία; Τους παρατηρούσε μέσα από το τζάμι του γραφείου και ένιωθε οίκτο. Σίγουρα οίκτο θα ένιωθαν και εκείνοι που τον έβλεπαν τριάντα πέντε χρονών μαντράχαλο να μασκαρεύεται και να  ζητάει τη λύτρωση του έρωτα έξω από τις εκθέσεις αυτοκινήτων. Κάθε βράδυ έρχονται στα όνειρα του όλες  αυτές οι ματιές οίκτου των περαστικών. Ξυπνάει λουσμένος στον ιδρώτα και κλαίει. Γιατί να μην έχει γεννηθεί ετεροφυλόφιλος; θα γλίτωνε όλη αυτή την παράνοια. Θα ήταν ένας «φυσιολογικός» άνθρωπος, με την οικογένειά του, τη γυναίκα του, τα παιδιά του. Και τη μιζέρια του… «Όχι, όχι, όχι», σκέφτεται. «Δεν θέλω να είμαι αυτό που οι άλλοι θεωρούν σωστό. Θέλω απλώς να με σέβονται γι’ αυτό που είμαι, όσο παράξενο κι αν τους φαίνεται».

Και το νυχτερινό οδοιπορικό στους δρόμους της Αθήνας συνεχιζόταν. Να φοράει τις οκτάποντες γόβες, με το δικτυωτό καλσόν και τη μίνι δερμάτινη φούστα.  Όλες οι σκέψεις περί κανονικότητας, ετεροφυλικών σχέσεων και κοινωνικής αποδοχής στοιβάζονταν στο γεμάτο ναφθαλίνη μπαούλο των ξεχασμένων συλλογισμών, κάπου στο πίσω μέρος του κεφαλιού του, στα χρόνια που αποδεχόταν τον εαυτό του, στα χρόνια της αυτοπραγμάτωσης, την ώρα που ένα μυώδες αντρικό σώμα τον αγκάλιαζε μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο ξενοδοχείου ποτίζοντας το κορμί του με χοντρές σταγόνες ηδονής.

Φχαριστιόταν κάθε στιγμή του έρωτα. Χωρίς φραγμούς, χωρίς όρια, έξω από κάθε λογική. Άσχετα αν αυτό το είχε πληρώσει πολλές φορές. Τότε που έμεινε ένα μήνα στην εντατική, ισορροπώντας κάθε λεπτό στο λεπτό σκοινί  της ζωής, πληγωμένος από το μαχαίρι ενός σέξο-παρανοϊκού, ή την άλλη που ένας θηριώδης σε μέγεθος φαλλός τον είχε αναγκάσει να κάνει πολλά ράμματα στην περιοχή που απολάμβανε τον έρωτα. Ευτυχώς η εικόνα του αυστηρού προϊστάμενου που με κόπο είχε κτίσει τον βοήθησε, ώστε να μην υποψιαστούν τίποτα το αφεντικό και οι συνάδελφοί του. «Μια απλή εγχείρηση αιμορροϊδων» τους είχε πει και εκείνοι το είχαν πιστέψει.

Ήθελε να μαζέψει τα χρήματα ώστε να κάνει εγχείρηση αλλαγής φύλου. Με την κανονική του δουλειά δεν υπήρχε ούτε μια στο εκατομμύριο να καταφέρει να συγκεντρώσει το απαραίτητο ποσό. Ήταν στα πεζοδρόμια πάνω από δέκα χρόνια, ώσπου μια υπέροχη παραμονή Χριστουγέννων διαπίστωσε ότι είχε καταφέρει να βάλει τα απαραίτητα μηδενικά στον τραπεζικό του λογαριασμό. Πήγε στο αφεντικό της εταιρείας και του ζήτησε χριστουγεννιάτικη άδεια. Το αφεντικό δεν του την αρνήθηκε. Πώς μπορούσε να αρνηθεί στον καλύτερο προϊστάμενο που διέθετε;

Μίλησε με νοσοκομεία και γιατρούς. Όλα θα πήγαιναν καλά του είχαν πει και δεν υπήρχε λόγος να ανησυχεί για τίποτα. Για αυτούς ήταν μια ακόμη εγχείρηση ρουτίνας.

Έκλεισε αεροπορικά εισιτήρια και σε λιγότερο από μια μέρα βρέθηκε στην άλλη άκρη του κόσμου. Ήταν χαρούμενος, πολύ χαρούμενος, ένιωθε σαν την πρώτη φορά που έκανε έρωτα με το γειτονόπουλό του τον Αντώνη στην ηλικία των δεκατεσσάρων ετών.

Πήγε στο ξενοδοχείο, άφησε τα πράγματά του δίπλα στο κρεβάτι. Τα μάτια του βάρυναν. Τα έκλεισε για λίγο και φαντάστηκε πώς θα ήταν η ζωή του μετά την εγχείριση. Σίγουρα όλα θα ήταν υπέροχα. Είδε τον εαυτό του να περπατάει σε ένα μεγάλο καταπράσινο λιβάδι κρατώντας από το χέρι τον έρωτα της ζωής του και να γελάει· να γελάει από ευτυχία και ηδονή και σιγουριά για το μέλλον.

Το επόμενο πρωί ένα ταξί τον πήγε στο νοσοκομείο. Του έκανε μεγάλη εντύπωση που όλα ήταν καθαρά και όμορφα λες και κάποιο αόρατο χέρι τα είχε τοποθετήσει στη σωστή σειρά. Πέρασε την είσοδο και σταμάτησε στη γραμματεία. «Σας περιμένουμε» είπε η κοπέλα με το κοντό κορμί, τα ίσια κατάμαυρα μαλλιά και τα σχιστά μαύρα μάτια και βγαίνοντας πίσω από τον γκισέ τον έπιασε νοητά από το μπράτσο και μαζί περπάτησαν μέχρι το γραφείο του γιατρού.

Ο γιατρός τον υποδέχθηκε μ’ ένα πλατύ χαμόγελο. Του έσφιξε δυνατά το χέρι και αφού του είπε να καθίσει, συμπλήρωσε τις απαντήσεις του σ’ ένα τυπικό ερωτηματολόγιο. Μετά είχαν σειρά οι εξετάσεις. Δύο ώρες μετά βρισκόταν στο κρεβάτι του χειρουργικού θαλάμου και τέσσερις ώρες αργότερα βρισκόταν χωρίς ανδρικά γεννητικά όργανα σε έναν θάλαμο ασθενών. Ήταν ευτυχισμένος. Όλοι οι μήνες της ορμονοθεραπείας δεν είχαν πάει χαμένοι, όλο εκείνο το κρυφτό στην εταιρεία επίσης δεν είχε πάει χαμένο. Ήταν η πρώτη του μέρα ως πραγματική γυναίκα. Δάκρυα συγκίνησης κυλούσαν από τα μάτια του. Σκεφτόταν την επιστροφή του στην Ελλάδα. Πώς θα τον υποδέχονταν όλοι οι «φίλοι» της νύχτας. Σίγουρα εκεί στα πεζοδρόμια της Συγγρού όλοι θα τον χειροκροτούσαν. Είχε έναν μικρό φόβο για την αντιμετώπιση που θα είχε στην πρωινή του εργασία. Η ουσία ήταν ότι δεν τον πολυένοιαζε. Ήλπιζε ότι θα καταλάβαιναν. Θα καταλάβαιναν πώς ήταν να ζει τόσα χρόνια σε ξένο σώμα, πως ήταν να μην μπορεί να εκφραστεί όπως πραγματικά ήθελε. Πώς θα τον έβλεπαν ο Μάριος και ο Αντώνης και ο Σάκης και η Μαρία, η Μαργαρίτα και η Σοφία, όλα τα παιδιά του τμήματός του.

Στο αεροπλάνο της επιστροφής φορώντας ένα στενό τζιν, πουλόβερ, ένα δερμάτινο σακάκι με τα κουμπιά ραμμένα στην αριστερή πλευρά και με μακιγιάζ που θα ζήλευαν επαγγελματίες μακιγιέζ, ατένιζε τον ουρανό με τα άσπρα σύννεφα και ένιωθε απλά υπέροχα. Σε λιγότερο από είκοσι τέσσερις ώρες  θα έπρεπε να βρίσκεται στο γραφείο του.  Το βράδυ ετοίμασε τα ρούχα του για την επόμενη, αφού πρώτα μάζεψε σε μεγάλες μαύρες πλαστικές σακούλες όλα το ενδυματολογικό του αντρικό παρελθόν.

Κοιμήθηκε ελαφρά σαν πουλάκι. Νόμιζε ότι όλοι μπορούσαν να καταλάβουν όλο αυτό το δράμα που ζούσε τόσα χρόνια. Ακόμη και αυτός ο αρτηριοσκληρωτικός συντηρητικός άνθρωπος που είχε για εργοδότη.

Ο ήλιος είχε ανατείλει στον αττικό ουρανό και όλα έμοιαζαν τέλεια. Τα σπουργίτια πέταγαν από κλαρί σε κλαρί οι δεκαοχτούρες τραγουδούσαν το αιώνιο τραγούδι τους και εκείνος άνοιγε τα φτερά του πετώντας προς τη νέα ζωή.

Δύο ώρες μετά έκανε τη θεαματική του είσοδο στο γραφείο, φορώντας ένα πράσινο ταγιέρ που είχε αγοράσει από το ταξίδι του στο εξωτερικό. Κάθε ήχος σταμάτησε στην εμφάνισή του. Όλοι οι συνάδελφοι έμειναν με το στόμα ανοιχτό, κοιτώντας τον. Προχώρησε προς το γραφείο του. Ένας συνεχόμενος ψίθυρος ακολουθούσε κάθε του βήμα.

Κάθισε στη θέση του και ρώτησε τον Σάκη για τις εργασίες της ημέρας και για εκκρεμότητες προηγούμενων ημερών. Ο Σάκης τον κοιτούσε και δεν μιλούσε. Τον ρώτησε πάλι. Ίδια αντίδραση. Πόσο τους φοβίζει το διαφορετικό, σκέφτηκε και σήκωσε το τηλέφωνο για να παραγγείλει έναν καφέ. Δεν πρόλαβε ούτε να τον δει να έρχεται ούτε να τραβήξει την πρώτη τζούρα. Δευτερόλεπτα μετά το αφεντικό είχε έρθει στο τμήμα του και τον είχε πιάσει βίαια από τον ώμο. Τον σήκωσε με δύναμη από την καρέκλα του. Με κατακόκκινο πρόσωπο και μάτια που πέταγαν φλόγες απίστευτου μίσους. «Στο λογιστήριο ξεφτιλισμένε για την αποζημίωσή σου», είπε, ευρισκόμενος στα όρια της καρδιακής προσβολής.

 

_

γράφει ο Άγγελος Χαριάτης

Ημερολόγιο 2021 – Πρόσκληση

Ακολουθήστε μας!

Κερδίστε το!

Κερδίστε το!

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Κατακόκκινο κεράσι

Κατακόκκινο κεράσι

Σηκώθηκα απρόθυμα το πρωί… τέντωσα τα χέρια μου, χασμουρήθηκα και σύρθηκα ως τo μπάνιο. Άλλη μια καινούργια μέρα ξεκινάει, σκέφτηκα. Ε και;…. καινούργια μέρα! Λες και πρόκειται να συμβεί κάτι καινούργιο αυτή τη μέρα. Όλα είναι προδιαγεγραμμένα. Θα σηκωθώ, θα πάω για...

Η αμοιβή

Η αμοιβή

Η βαριά συρόμενη πόρτα του καθιστικού άνοιξε και η μεσόκοπη γυναίκα γλίστρησε μέσα κρατώντας στα χέρια της ένα μικρό πακέτο. Χυμένος στην πολυθρόνα στο βάθος, με την πελώρια βιβλιοθήκη στο πλάι του, ο γέρος αγνάντευε απ’ το παράθυρο τον κήπο καθώς ο ήλιος βασίλευε. Το...

Της γριάς τα κοτόπουλα

Της γριάς τα κοτόπουλα

Την γριά δεν θυμάμαι να την είχα συναντήσει ποτέ. Όμως, χωρίς να την ξέρω, την σκέφτομαι πάντα, αναπολώντας, ιδίως όταν περνώ απόγευμα έξω από το μαγαζί της, στην παραλιακή Νέας Κίου – Ναυπλίου. Για την ακρίβεια εκεί που ήταν πριν καμιά εικοσαετία το μαγαζί της, που...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου