Ο Μάνος κάθεται στις ρίζες ενός αιωνόβιου πλάτανου. Ένα πορτοκαλένιο τοπίο σχηματισμένο από τα σκορπισμένα ξερά φύλλα του, ομορφαίνει το νου του. Με ένα μπλοκ στο χέρι και την αγαπημένη του πένα, γράφει σα να ζωγραφίζει. Ζωγραφίζει σα να γράφει. Και απλώνονται οι Ήχοι της γραφής του, σα γάργαρα νερά και σα θρόισμα παθιασμένων φύλλων. Ήρεμος όπως δεν ήτανε ποτέ. Ήσυχος όπως δεν ήτανε ποτέ, ανεμίζει τους στίχους του, σα νότες στον αέρα…

Καμιά φορά μόνο, σα γυρίζει στο ποτάμι δίπλα του, που καθρεφτίζει τη Γη, ταράζεται το χέρι του και ανεβάζουν τονικότητα οι νότες του, σαν αναστεναγμός απογοήτευσης για κείνο που δεν αλλάζει. Πότε το βλέπει κόκκινο το νερό, πότε ξεπετάγονται από μέσα του χέρια ρυτιδιασμένα, ματωμένα, που ζητάνε απεγνωσμένα να τα τραβήξει προς τα έξω. Στις αρχές, έτρεχε κάθε φορά που τα έβλεπε, για να τα σώσει. Μούσκευε τα ρούχα του και βουτούσε μέσα, μα σαν άπλωνε το χέρι, το νερό έκανε μια ρουφήχτρα δυνατή και εξαφάνιζε τα πάντα.

Τα νερά ησύχαζαν και το ποτάμι το όμορφο έδινε την αληθινή αντανάκλαση της Θείας Φύσης γύρω του. Είναι παρελθόν, είναι παρελθόν, έλεγε σιγανά. Κι έγνεφε καταφατικά πάνω στον ώμο του, το αγγελικό χελιδόνι της Μνήμης. Κι ύστερα, με ένα diminuendo, έσβηνε τη θλίψη στο πεντάγραμμο και έδινε το λόγο στη Χαρά.

 

Μια χορωδία από νεογέννητες μέλισσες τριγύρω από γελαστές μαργαρίτες τραγουδούν δυνατά

 

Για σένα Κόρη Αθώα για σένα οι μαργαρίτες

Που έχεις τον Ήλιο στα μαλλιά κρυμμένο

ΕΛΕΥΘΕΡΕΣ αχτίδες να απλώσεις στο ποτάμι

Το Τέρας που το κατοικεί με μέλι να γλυκάνεις

 

Λίγο πιο πέρα από το ποτάμι, σε ένα χωράφι με θεόρατα στάχυα κιτρινωπά, ο αέρας παίζει με ένα μικρό Κορίτσι. Του τραβά την κορδέλα και εκείνο τρέχει να την πιάσει. Μια κόκκινη κορδέλα ανεμίζει σα σημαία στο χωράφι. Σαν πάει να την πιάσει παραπατά και πέφτει ανάμεσα στα στάχυα και εκείνα αρχίζουν το γαργαλητό. Το γέλιο της αντηχεί σε ολόκληρο το τοπίο. Σηκώνει το κεφάλι του και κοιτάζει γλυκά το μικρό κορίτσι. Το γέλιο της, χαϊδεύει την ψυχή του. Σα γνώριμος ήχος, ελπιδοφόρος. Κι ύστερα, σηκώνεται όρθιος και της φωνάζει ζωηρά

 

-Θα σε πιάσω με ένα Φα θα σε βάλω σε ένα Λα, κι αρχίζει και την κυνηγά θέλοντας να παίξει μαζί της.

 

Το κορίτσι σταματά να τρέχει και τον κοιτά με μάτια θαλασσιά ολάνοιχτα. Και από μωρό Παιδί, μεταμορφώνεται μπροστά του, σε Γυναίκα. Λευκά υφάσματα χορεύουν στον αέρα ανάμεσα στα στάχυα και πανέμορφα Φτερά σχηματίζονται στην πορσελάνινη πλάτη της. Ξεδιπλώνουν σιγανά και ανοίγουν δρόμο στο χωράφι. Ύστερα, σηκώνει τα χέρια της ψηλά και πανέμορφα πουλιά πεταρίζουν γύρω τους. Σαν ασβεστωμένο κυπαρίσσι λυγερό, λικνίζει τα χέρια της κι εκείνα κάθονται απαλά στα κλαδιά της.

 

Τα φτερά τους ανοιγοκλείνουν με ρυθμό και σχηματίζουν Ανθρώπινη Φωνή

 

Γίναμε πουλιά γίναμε πουλιά. Δεν κλαίμε πια ως την αυγή

Πήραμε εκείνα τα φιλιά. Μας έδωσες την Αγκαλιά

Κόρη χρυσή…Κόρη χρυσή… είμαστε εκείνα τα παιδιά

Δε θα καεί λευκό πουλί, χώρεσε μες στην Προσευχή

Μόνο τραγούδι, όχι κραυγή, μόνο τραγούδι αντηχεί

Ήσουν εσύ, Κόρη χρυσή, Μητέρα Εσύ και Αδελφή

 

Την κοιτάζει δακρυσμένος. Είναι ολόιδια Εκείνη. Μα το πρόσωπό της διαφορετικό. Γαλήνιο, καθάριο. Σαν παιδί χαμογελά από ευτυχία. Σαν γέρος δακρύζει από νοσταλγία.

- Πού ήσουνα Κόρη μου γλυκειά;

Σε έψαχνε η γειτονιά… της λέει με φωνή που τρέμει

 

Εκείνη δεν του απαντά. Χαμηλώνει μονάχα το κεφάλι της και τότε, μέσα στα γαλάζια μάτια της, είδε τη Θάλασσα και Τόπο Ιερό πάνω της να απλώνει τα κεντίδια του στη Μεσόγειο με ένα λευκό Σταυρό να φωτίζει πάνω σε μια βάρκα θαρραλέα.

 

Ήσυχα γαλήνια τα νερά, με τη βάρκα τη μικρή να σεργιανά πάνω τους τραγουδώντας μελωδικά

 

Καινούρια έφτιαξα πανιά, η Θάλασσα με θρέφει πια

Όνειρα κουβαλάω αγνά, απ’ την Αρχή, απ’ την Αρχή

Ο άνεμος με ακολουθεί σαν το παιδί, σαν το παιδί

Κανείς δε θα λησμονηθεί, Κόρη χρυσή, Κόρη χρυσή

 

Δακρυσμένος, ακουμπά μαλακά πάνω στο στρώμα από τα στάχυα. Κοιτάζει τον Ήλιο ευτυχισμένος. Η Αποκάλυψη φωτίζει την Καρδιά του. Την κοιτάζει γελώντας. Οι νότες χορεύουν στο μυαλό. Μια νέα μελωδία σκαρώνεται για την πένα του. Πλέον χωρά τις Λέξεις: Ελευθερία, Ελπίδα, Αγάπη. Γράφει ασταμάτητα το νέο του έργο και εκείνη δίπλα του γελά παραδομένη στη νέα μελωδία.

 

Στον Παράδεισο σου ‘χω Εποχή

Κόρη χρυσή, Κόρη χρυσή

Δε θα σε φθείρει η Ζωή

δε θα στερεύει η Αντοχή

Δε θα δακρύζει η Ψυχή

Δε θα νοσεί η Αγάπη

 

Κόρη χρυσή Κόρη χρυσή

Έπιασε τόπο η Ευχή

Απλώθηκε η Προσευχή

Γεννήθηκε η Ελπίδα...

 

Η όμορφη κοπέλα χαμογέλασε. Και από Γυναίκα έγινε πάλι εκείνο το Παιδί. Του έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο και άρχισε πάλι να τρέχει στα στάχυα κυνηγώντας την Κόκκινη κορδέλα της. Έπιασε με το χέρι του το μάγουλό του που έκαιγε από το μικροσκοπικό της φιλί. Σαν είδε την παλάμη του χαμογέλασε. Μια κόκκινη καρδιά σχημάτισε στο χέρι, αφήνοντας νέο αποτύπωμα Ζωής. Η Άνοιξη ήρθε.

 

Η Μελισσάνθη έπιασε το Μάη...

 

_

γράφει η Μάχη Τζουγανάκη

 

"Το κείμενο αποτελεί διπλή έμπνευση: Από το συγκλονιστικό αυτοβιογραφικό έργο του Μάνου Χατζιδάκι «Η εποχή της Μελισσάνθης» ελπίζοντας σε μια Άνοιξη που να χωρά τη Μελισσάνθη του 2015 και από έναν τρυφερό αναγνώστη των κειμένων μου..."

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!