Έπιανα δουλειά ακριβώς στις 12 το βράδυ. Στις δώδεκα και πέντε έπρεπε να διακόψω για να ακουστεί το σήμα του σταθμού.

«H ώρα είναι 12 και πέντε και ακούτε τον ραδιοφωνικό σταθμό 105»

Αμέσως μετά το σήμα έχωνα ένα πιασάρικο άκουσμα να ξυπνήσουν τα αυτιά όσων μας άκουγαν και γύριζα την μουσική στα μεγάφωνα του στούντιο να ξυπνήσω και εγώ.

Είχα κάνει την προετοιμασία μου, είχα ετοιμάσει τις λίστες μου αλλά κατά βάθος τις σιχαινόμουν. Με θύμωνε η ίδια μου η λίστα με τα επιλεγμένα μουσικά κομμάτια, μιας και το πρόγραμμα μου θα τέλειωνε αισίως στις 6 το πρωί του Σαββάτου.

Με πείραζε αυτή η καθώς πρέπει σειρά που θα έκανε την ζώη μου πιο εύκολη μεν, τις πολλές ώρες του νυχτερινού προγράμματος, αλλά συνάμα αυτή η προσχεδιασμένη σειρά μου την έδινε γιατί έμοιαζε με αγγαρεία που εγώ είχα αποφασίσει για μένα.

Τελικά αρνιόμουνα τις ίδιες μου τις επιλογές.

Κυκλοθυμικός.

Και φυσικά τις ανέτρεπα με περισσή ευκολία .

Ανάλογα με την διάθεση μου, έψαχνα στη δισκοθήκη τα αντίθετα.

Προσπαθούσα ασυνείδητα ίσως να επιβεβαιώσω τον κανόνα των αντίθετων που έλκονται.

Πώς θα μπορούσε μια άρια να παίξει μετά από ένα ρεμπέτικο ηχογραφημένο κάπου στη Βοστόνη στα 1922; Και ποιος θα άντεχε αυτή την εναλλαγή μέσα στην ερτζιανή νύχτα άραγε. Ποτέ δεν θα το μάθαινα, σκεφτόμουν.

Απλά κάποιες κριτικές μου το υποδείκνυαν απ’ έξω απ’ έξω.

Αλλά συνέχιζα το βιολί μου κάθε Παρασκευή βράδυ στον 105 και στα εφ εμ.

Είχα μια μεγάλη κονσόλα να χειριστώ, διακόπτες, ποτενσιόμετρα, δυο Πικ απ, μικρόφωνα, τηλέφωνο. Και το νου μου να είναι κλειστή η εξωτερική πόρτα. Ολομόναχος εκεί μέσα μπροστά στα μηχανήματα και στο ζόρι της εναλλαγής των δίσκων και του σήματος.

Στη τσίτα μην και μου ξεφύγει η ώρα που έπρεπε να είναι πάντα και πέντε για να «πέσει» το σήμα.

Πάντα και πέντε στον 105.

Ολομόναχος στη μέση της πόλης. Μιας πόλης  που τα βράδια της Παρασκευής ξεχύνονταν στα ανοιξιάτικα πεζοδρόμια με φωνές φιλιά, χαμογέλα κι αγκαλιές, ανάμεσα στις ανθισμένες δάφνες της παραλίας και στα κουτούκια της άνω πόλης, να ζήσει το τώρα.

Περνούσε η ώρα, η κίνηση λιγόστευε. Ένοιωθα ακόμα πιο μόνος κι αναρωτιόμουν αν είχε νόημα να παίξω αυτό ή το άλλο κομμάτι.

Το τηλέφωνο δεν χτυπούσε σχεδόν καθόλου, δείγμα ότι η ακροαματικότητά μου είχε πιάσει πάτο.

Μουσικό πάτο.

Παρ’ όλα αυτά έπρεπε να συνεχίσω και να αποδιώξω κάθε ιδέα ύπνου όταν τα πρώτα δείγματα υπνηλίας έκαναν την εμφάνιση τους.

Είχα μια τεράστια τζαμαρία με πολύ σκούρο τζάμι απέναντι μου  και μπορούσα να διακρίνω την περατζάδα να μου χαμογελά απ’ έξω.

Κεντρικότατος δρόμος,  αλλά είχε σχεδόν αδειάσει κατά τις τρεις το πρωί.

«Έριξα» το σήμα …

«Η ώρα είναι τρεις και πέντε και μαζί σας είναι ο 105 στα εφ εμ.»  

Είπα κάτι ελαφρύ, αν η πόλη κοιμάται ή ξυπνάει άραγε τώρα, κάτι ότι μια νέα μέρα ξεκινά…, μια όμορφη μέρα θα είναι χωρίς αμφιβολία και άφησα την βελόνα του πικάπ όσο πιο ήρεμα μπορούσα στο σωστό κενό του δίσκου…

Ο Κάρλο Σαντάνα  ήταν ήδη στον αέρα με την πιο δυνατή του νότα όταν μπροστά στη τζαμαρία έφτασαν -με κάποια βιασύνη μου φάνηκε- δυο πρόσωπα.  Κόλλησαν τις χούφτες στο τζάμι και προσπάθησαν να δουν μέσα. Διέκρινα μια αγωνία να μου μιλήσουν.

Κουνούσαν τα χέρια τους να τους προσέξω. Πλησίασα την τζαμαρία και με είδαν.

Μαζεύτηκα.

Δεν ήξερα ούτε μπορούσα να φανταστώ τι μπορεί να εννοούσαν αλλά σίγουρα ήθελαν να μου πουν κάτι, που έμοιαζε σοβαρό η επείγον.

Τους  έκανα νόημα να έρθουν προς την κεντρική είσοδο του σταθμού.

Ήταν ένα αγόρι κι ένα κορίτσι.  Αλαφιασμένα, τρομαγμένα, χαμένα.

Μιλούσαν μαζί και μπερδεμένα.  Το κορίτσι έκλαιγε το αγόρι λαχάνιαζε.

«Βοήθησε να την βρούμε… Πρέπει να βοηθήσεις… Είσαι η τελευταία μας δυνατότητα να την βρούμε. Χάθηκε δυο μέρες τώρα».

Είχε χαθεί η μικρή λοιπόν.

Μικρή την έλεγαν.  

Κορίτσι στα δεκαεννέα.

Φοιτήτρια.

Άριστη μαθήτρια στο τόπο της. Πρότυπο μαθήτριας. Το καμάρι του σπιτιού της και της πόλης της. Μα πιο πολύ του πατέρα της.

Καμάρωνε σαν γύφτικο σκεπάρνι αυτός και μοίραζε συμβουλές σε γνωστούς κι αγνώστους για τον ορθό τρόπο διαπαιδαγώγησης.

«Λουρί χρειάζεται κύριοι»…

Ένα χρόνο μετά η «μικρή» στην μεγάλη κι ανώνυμη πόλη, τυραννισμένη όλα τα προηγούμενα χρόνια, πιεσμένη κρυφά  από βαριά λόγια και συμπεριφορές του πατέρα της, αποκαμωμένη απ’ την επιμονή του για «Είκοσι παντού… μ’ ακούς;», θυμωμένη με την ζωή της και με την φοβισμένη αντιμετώπιση της μάνας της… «Πατέρας σου είναι παιδί μου…», άδεια από συμπαράσταση και κατανόηση, τρέμοντας  έναν  -ίσως- χαμηλό βαθμό σε κάποιες εξετάσεις, τρέμοντας για αντιδράσεις που δεν ήθελε να ξαναζήσει, έκοψε πριν δυο νύχτες το «λουρί» και χάθηκε στην ανελέητη ελευθερία της μεγαλούπολης να συναντήσει τον εαυτό της και να προσπαθήσει να τα βρει μαζί του.

Με τον δικό της τρόπο. Αυτόν που ένοιωσε δικό της. Αυτόν που θα της μαλάκωνε  φόβους και απειλές.

Αλλά και που φόβιζε τους φίλους της απόψε και ήταν εδώ.

Απέναντι μου σαν εκφωνητές ειδήσεων.

Έπρεπε να αλλάξω τραγούδι. Άκουγα να μιλούν ασταμάτητα όσο επέλεγα χωρίς κανένα σχεδιασμό δίσκους. Κάτι έπρεπε να παίζει. Και η ώρα πλησίαζε τέσσερις και πέντε το πρωί.

Είπαν ότι ειδοποίησαν την αστυνομία, ότι έψαξαν σε όλους τους γνωστούς και φίλους, όλο το πανεπιστήμιο, τις εστίες, γνωστά μέρη, άγνωστα στέκια.

Άφαντη.

«Και γιατί εγώ τώρα;» ,αναρωτήθηκα παραξενεμένος.

«Γιατί σε άκουγε πάντα… Κάθε Παρασκευή βράδυ».

Ο πιο πιστός ακροατής λοιπόν.

Στοιχήματα έβαζαν λέει, ποιο θα ήταν το επόμενο μουσικό κομμάτι και είδος.  

«Εμείς…, δηλαδή εμείς βαριόμασταν για να καταλάβεις. Αυτή ποτέ!».

Είχαν σκεφτεί ότι και σήμερα θα άκουγε… Δεν μπορεί θα άκουγε.

Οπού κι αν ήταν.

«…αρκεί να ζει ακόμη»

Και όταν πέρασε αυτή η ιδέα απ’ το μυαλό τους έτρεξαν να με βρουν.

Τελικά υπήρχε μια ελπίδα ακόμα είπαν… και ήρθαν.

Είχα μείνει με τα δάχτυλα στα ποτενσιόμετρα…

Ίσως και να βγήκε ένα μικρό κενό στον αέρα. Μπορεί αυτό το κενό, η απολυτή ερτζιανή ησυχία, αυτό που κανένας ραδιοφωνικός σταθμός δεν θέλει και δεν πρέπει να συμβεί, αυτό που κάνει τον ακροατή να σκεφτεί ότι κάτι συμβαίνει, αλλά τι όμως;

Ένιωσα την μικρή  να ανασηκώνει το φρύδι της… Να χτυπάει το δεξί της πόδι στο πάτωμα με κάποια αγωνία σχετική… Να φέρνει τα δάχτυλα της στην άκρη των μαλλιών της,  ισιώνοντας τα κάπως…

Να ανασηκώνεται ελαφρά, να φέρνει το κεφάλι μπροστά, προς τα μικρά φώτα του ραδιοφώνου της… εκεί κάπου. Όπου κι αν ήταν.

Κάπως μέσα σε μισοσκόταδο την φαντάστηκα. Ίσως αυτό το κενό να την είχε βγάλει από μαύρες σκέψεις που έκανε, αναλογιζόμενη την φυγή της, όσο άκουγε αυτά που ποτέ δεν έχανε τις Παρασκευές.

Ίσως ακόμη να έβαζε ένα στοίχημα με τον εαυτό της.

«Κοίτα να δεις που θα βάλει μετζοσοπράνο να τραγουδήσει Τσιτσάνη…»

Και ναι!

Έπαιζε η «Αρχόντισσα»

Πλησίασα το μικρόφωνο χαμηλώνοντας ελάχιστα την ένταση της μουσικής

«Η ώρα είναι τέσσερις και πέντε και ακούτε τον 105 στα εφ εμ.»

«Αρχόντισσα μου, μάγισσα τρελή μας λείπεις απόψε», είπα.

«Πόσες καρδούλες έχουν μαραζώσει απόψε αρχόντισσα μικρή;»

Άφηνα για λίγο την μουσική να δυναμώνει και ξανά μια λύπη λες,  μου έβαζε λόγια στο στόμα…

«Μικρή άγνωστη αρχόντισσα μην χαθείς…»

«Αρχόντισσα, τα μαγικά σου μάτια είναι φάρος για κάποιους…»

Έκανα νόημα στα παιδιά μπροστά μου… «Μιλήστε της . Τώρα»

Η κοπέλα έμπηξε τα κλάματα, προσπάθησε να μιλήσει.

Ο νεαρός κόλλησε τα χείλη στο αφρολέξ του μικροφώνου.

«Μικρή που είσαι;… Σε ψάχνουμε μικρή και σ’ αγαπάμε… Μας λείπεις μικρή»

Αναθάρρησε και η κοπέλα… Έφερε τα κλαμένα κατακόκκινα μάτια της κοντά.

«Μικρή σ’ αγαπάμε, μην μας το κανείς αυτό. Ούτε στον εαυτό σου να το κανείς. Έλα πίσω σε παρακαλώ. Ακούς μικρή; Σ’ αγαπάμε πολύ»

Ακούστηκε το κλάμα της στα ακουστικά μου έντονο. Το άφησα να βγαίνει «έξω» ψάχνοντας μουσικές «γέφυρες» και λίγα λόγια ανακατωμένα στο στόμα μου.

Ρώτησα να μου πουν τα αγαπημένα της τραγούδια. Μου έλεγαν και κατέβαζα δίσκους.  Ασταμάτητα έπαιζαν όλα τα δικά της μουσικά ακούσματα… Έκοβα και της μιλούσαν…, έκοβα και της μιλούσα…

«Για σένα μικρή κι αρχόντισσα…, όλα για σένα μέχρι να ξημερώσει…»

«Όλα για σένα, γιατί πώς θα ξημερώσει χωρίς εσένα μικρή;»

Η ημέρα θα είναι πικρή χωρίς εσένα μικρή κι ο κόσμος μικρός κι ασήμαντος. Έλα να δώσεις ζωή.

Ένα χαμόγελο μόνο φτάνει, μικρή.

Ένα χαμόγελο και η ανάσα σου μόνο, μικρή!.»

Μέχρι που χτύπησε το τηλέφωνο.

Και γέμισε ο χώρος με κάποια μικρά, ντροπαλά αναφιλητά.

Και όρμισαν οι δυο μπροστά μου ποιος θα της πρωτομιλήσει.

Και ‘γω είχα αφήσει τα μικρόφωνα ανοιχτά να κλάψουν μαζί με τα παιδιά και την μικρή και όσοι -ελάχιστοι πιστεύω- μας άκουγαν εκείνη την νύχτα.

«Η ώρα είναι πέντε και πέντε και ακούτε τον 105 στα εφ εμ»

Ξημέρωνε ένα όμορφο πρωινό Σαββάτου.

 

_

γράφει ο Φώτης Λούκας