Select Page

Σαν ανθισμένη πασχαλιά

Σαν ανθισμένη πασχαλιά

 

 

syringa-vulgaris_b

-Άνοιξαν πάλι οι ουρανοί… ας έρθει με το καλό Παναγιά μου, μονολογούσε η Σμαρώ, την ώρα που έπλενε τα φλιτζανάκια του καφέ. Όσο έβλεπε τη βροχή να δυναμώνει, ένα σφίξιμο την έπιανε στο στήθος.

Κοντά στο τζάκι, ο Γιώργης ο άντρας της, σκυφτός σκάλιζε τη φωτιά. Τα χείλη του ανοιγόκλειναν σιωπηλά, μαρτυρώντας μια έντονη συνομιλία με τον εαυτό του.

Μια χαρούμενη κόρνα ακούστηκε στο δρόμο και η Σμαρώ πετάχτηκε έξω, κάνοντας το σταυρό της. Από κοντά κι ο Γιώργης. Φτερά έβγαλαν τα πόδια τους, παρά το βάρος των ογδόντα χρόνων που κουβαλούσαν στις πλάτες τους.

Φιλιά, αγκαλιές και η Χαρά, η μοναχοκόρη τους, ήταν εκεί για τις διακοπές του Πάσχα.

Μ. Πέμπτη και το σπίτι, απ’ άκρη σ’ άκρη, είχε τη σφραγίδα από τα χρυσά χεράκια της Σμαρώς. Τι γλυκά, τι μοσχομυριστά λαμπροκούλουρα και τσουρέκια, όλα σε λουλουδάτες πιατέλες πάνω στο τραπέζι το στολισμένο με, κεντημένο στο χέρι, λινό τραπεζομάντιλο. Κι αυτή η μοσχοβολιά απ’ τις πασχαλιές, στο βάζο της σερβάντας, την πήγαν πίσω τη Χαρά στα χρόνια της ανεμελιάς, τότε που μαζί με τη μαμά της, κατέβαιναν στον κήπο κι έκοβαν κλωνάρια από την πασχαλιά τους, για να στολίσουν το σπίτι.

Όσο χαρούμενο όμως κι αν έμοιαζε, τόσο εκείνη ένιωθε να το σκεπάζει μια σκιά.

-Καλά είμαστε κόρη μου. Τι περιμένεις τώρα από μας… κι αυτή η υγρασία βάλθηκε να μας τσακίσει τα κόκαλα, της απάντησε ο Γιώργης, όταν τους ρώτησε και κάνοντας να καθίσει, ένα «κρακ» ακούστηκε… Να ’ταν η καρέκλα, μπορεί και τα κόκαλά του.

Βαθιά μέσα του, ήξερε πως δεν έφταιγε η υγρασία και πως άδικα έριξε πάνω της όλες τις κατηγόριες. Ήταν εκείνο το μυστικό που τους βάραινε. Χρόνια έψαχναν να βρουν την κατάλληλη στιγμή να το φέρουν στο φως, μα η αλήθεια όσο κι αν το αγαπάει, άλλο τόσο το φοβάται. Κι όλο βρίσκει δικαιολογίες και επιχειρήματα για αναβολές. Πότε είναι πολύ νωρίς, πότε δεν είναι η σωστή η ώρα. Κι όσο κρύβεται, τόσο βγάζει ρίζες κι απλώνει και κάνει τις ψυχές να βουλιάζουν από το βάρος της. Βάρυναν και οι ψυχές του ηλικιωμένου ζευγαριού κι ένιωσαν την ανάγκη ν’ αλαφρώσουν. Τα ’βαλαν κάτω, τα λογάριασαν και πήραν την απόφαση να πουν όλη την αλήθεια στη Χαρά, όταν θα ερχόταν.

Το ίδιο εκείνο βράδυ, λίγο πριν πάνε για ύπνο, κάθισαν δίπλα στο τζάκι και ο Γιώργης ακούμπησε το γέρικο χέρι του πάνω στο χέρι της κόρης του. Πόσες φορές η Χαρά δεν είχε νιώσει αυτό το άγγιγμα, που πάντα κάτι είχε να της πει, πριν μιλήσουν τα χείλη.

Μ’ ένα τρέμουλο στη φωνή, όμοιο με τη φλόγα που τρεμόπαιζε στο τζάκι, άρχισε να της διηγείται μια ιστορία, που έγινε εικοσιπέντε χρόνια πριν. Μια ιστορία αληθινή, για την ανάγκη ενός νεογέννητου κοριτσιού να δεχτεί αγάπη και μια ζεστή αγκαλιά και για την επιθυμία ενός ζευγαριού να δώσει αγάπη και μια ζεστή αγκαλιά σε ένα παιδί. Ανάγκη και επιθυμία συναντήθηκαν στο ίδιο εκείνο σταυροδρόμι, που ο χρόνος έβαλε εμπόδιο, στη ζωή των μεσηλίκων, να αποκτήσουν ένα δικό τους. Σε κείνη τη διασταύρωση, ήταν που τους βρήκε η άνοιξη μέσα στο καταχείμωνο κι από κείνη τη μέρα το σπίτι τους γέμισε με φως και λουλούδια.

Κι αυτό το νεογέννητο κοριτσάκι το φώναζαν Χαρά, δίνοντάς της το όνομα της χαράς που μπήκε στο σπιτικό τους.

Η Χαρά ρώτησε να μάθει περισσότερα αλλά πού να ήξεραν κι αυτοί. Γεννησαρούδι την πήραν από το ίδρυμα, τίποτα άλλο δεν της είπαν.

Είκοσι μέρες πέρασαν από τότε με πολλές σιωπές και τηλεφωνήματα λιγοστά. Η αλήθεια σαν τον ανοιξιάτικο τον ήλιο, βρήκε απροετοίμαστη τη Χαρά και την τσουρούφλισε. Ζητούσε χρόνο κι ένα βάλσαμο για να μαλακώσει τις πληγές από τα αναπάντητα ερωτήματα.

Η δεύτερη Κυριακή του Μάη έφτασε, με τη φύση να γιορτάζει παρέα με τη μάνα και να στέλνει μηνύματα χαράς με το άρωμα της άνοιξης. Η Σμαρώ γύρισε από την εκκλησία κι έριξε ένα γιουβετσάκι στο φούρνο. Έφτιαξε κι ένα καφέ. Μόνη θα τον έπινε, ο Γιώργης ήταν στο καφενείο.

Δεν πρόλαβε να βάλει την πρώτη γουλιά στο στόμα κι άκουσε κλειδιά στην πόρτα. Γύρισε…

Η Χαρά στεκόταν μπροστά της, με μια αγκαλιά ανθισμένες πασχαλιές, όμοια με την άνοιξη που μπήκε στο σπιτικό της.

Δεν ήταν μόνη. Με τον σύντροφό της ήρθε και με μια ζωούλα που μεγάλωνε μέσα της. Όταν πριν λίγες μέρες έμαθε πως θα γινόταν μαμά, έπιασε τον εαυτό της να κάνει όνειρα. Σαν ταινία περνούσαν από μπροστά της οι στιγμές, μ’ εκείνη και το παιδί της, να χτίζουν μια σχέση αληθινή.

Ονειρευόταν το πρώτο του κλάμα, τη στιγμή που θα το έπαιρνε στην αγκαλιά κι εκείνο θα την κοιτούσε βαθιά στα μάτια, αναζητώντας ένα τραγούδι κι ένα χαμόγελο, την πρώτη φορά που θα του έπιανε τα χέρια για να κάνει τα πρώτα του βήματα, τη στιγμή που θα την έλεγε «μαμά», τα γέλια, τα παιχνίδια, τις σκανταλιές και τα πείσματά του.

Κάπου εκεί, ανάμεσα στο όνειρο, να και η μορφή της Σμαρώς, να μπλέκεται στα χάδια, τις αγκαλιές και τα μαλώματα... Πόσες στιγμές χαράς, λύπης, αγωνίας, θυμού, τρυφερότητας, ζήσανε μαζί! Η καρδιά της μαλάκωσε. Πολλά «γιατί» που έγιναν «μπορεί» και «ίσως» ζητούσαν μια βεβαιότητα για να ησυχάσουν. Θα φρόντιζε να μάθει.

Για ένα πράγμα όμως ήταν σίγουρη. Μάνα της ήταν η Σμαρώ. Εκείνη που της χάρισε στιγμές, για να ’χει να πορεύεται στα εύκολα και τα δύσκολα και της εξασφάλισε μια μόνιμη θέση στο πιο ζεστό μέρος της καρδιάς. Εκεί που η αγάπη κυλάει ξέχωρα απ’ το αίμα, κι όπου περνάει απλώνει ρίζες και κλωνιά. Αντέχει σε κακοκαιριές και δύσκολους χειμώνες και όταν έρθει η άνοιξη, σαν την ανθισμένη πασχαλιά, σκορπάει χρώματα και μυροβολιές.

Πώς να ξεχάσει η Χαρά αυτό το άρωμα! Άφησε το μπουκέτο στο τραπέζι και πλησίασε τη Σμαρώ…

«Χρόνια πολλά, μανούλα», της είπε και την έσφιξε στην αγκαλιά της…

 

_

γράφει η Χριστίνα Σουλελέ 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

7 Σχόλια

  1. MT

    Χριστινα με εκανες και βούρκωσα. Να ναι καλά όλες οι μανούλες του κοσμου να δίνουν αυτη την ανιδιοτελή αγαπη… Και να τους λεμε ευχαριστω είτε κοιτάζοντας στη γη ειτε στον ουρανό…

    Μάνες είναι εκεινες που φρόντισαν το φως και το σκοτάδι μας…. Που στάθηκαν αγγελοι φύλακες στη ζωή μας…

    Απάντηση
    • Χριστίνα Σουλελέ

      Ένας φάρος , Μάχη μου, αναμμένος για να μας οδηγεί στα εύκολα και τα δύσκολα και που τον έχουμε ανάγκη σε όποια ηλικία κι αν φτάσουμε.

      Απάντηση
  2. Μαριάνθη Πλειώνη

    Τρυφερή και αληθινή η ιστορία σου Χριστίνα, για τις μανούλες της Καρδιάς!!!! Εκεί που η αγάπη ριζώνει αψηφώντας κακοκαιρίες! Μπράβο.

    Απάντηση
    • Χριστίνα Σουλελέ

      Πολλές τέτοιες ιστορίες, Μαριάνθη, υπάρχουν ανάμεσά μας και μας δείχνουν την ομορφιά που σκορπίζει μια τέτοια αγάπη και σε αυτούς που τη χαρίζουν και σε αυτόν που τη δέχεται. Σε ευχαριστώ.

      Απάντηση
  3. Ανώνυμος

    Μαριάνθη Παπάδη

    Χριστινάκι, χαίρομαι τόσο που ανέδειξες την μάνα της καρδιάς τόσο γλυκά και τόσο ειαίσθητα. Της αξίζουν χάδια, αγκαλιές, αγάπη , σεβασμός γιατί με την ανιδιοτέλειά της βάζει αβίαστα στην καρδιά και στη ζωή της ένα πλασματάκι που δεν γέννησε η ίδια. Τι σημασία έχει αυτό μπροστά στην ύπαρξη ενός παιδιού;
    Χρόνια Πολλά σε σένα και σε όλες τις μαμάδες του κόσμου, όπου κι αν είναι!!!!!

    Απάντηση
    • Χριστίνα Σουλελέ

      Σε ευχαριστώ πολύ Μαριάνθη! Αυτό μας το αποδεικνύουν καθημερινά, μανούλες που μοιάζουν να ανθίζουν από τέτοια αγάπη και μαζί με αυτές και τα παιδιά που δε γέννησαν.

      Απάντηση
  4. Ανώνυμος

    Η υιοθεσία αποτελεί Θεϊκό έργο σε πολλές περιπτώσεις. Είναι αυτό που στο χωριό μου λένε ψυχογιός-ψυχοκόρη.

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!