Σαπουνόφουσκες

13.09.2021

ΣΑΠΟΥΝΟΦΟΥΣΚΕΣ

επώδυνος αποχωρισμός στον πεζόδρομο

Έζησα τα πέντε πρώτα χρόνια της ζωής μου στον πεζόδρομο, στον οποίο βρισκόταν το προποτζίδικο του παππού και της γιαγιάς μου. Από πάνω ήταν το σπίτι μας.  Ήταν ένας ήσυχος πεζόδρομος μέσα στη μεγαλούπολη. Αν κάποιος δεν είχε λόγο να περάσει από εκεί, δεν περνούσε. Δίπλα είχε ένα καφενείο κι απέναντι ένα μικρό κομμωτήριο με μια σαραντάρα κομμώτρια που φορούσε πολύ κοντές φούστες.

Οι γονείς μου δούλευαν από το πρωί ως αργά το απόγευμα και με άφηναν στους παππούδες μου. Αυτός ο πεζόδρομος ήταν η αυλή μου κι οι άνθρωποι που έρχονταν να αγοράσουν λαχεία, να παίξουν ΠΡΟΠΟ ή να πληρώσουν λογαριασμούς ήταν οι φίλοι μου.  Φίλοι μου ήταν επίσης οι άντρες του καφενείου που κάθονταν πάντα στις ίδιες θέσεις και έπιναν ελληνικό καφέ. Μάλωναν συχνά για πολιτικά θέματα μα δεν φοβόμουν ποτέ τις φωνές τους γιατί ήξερα πως σε πέντε λεπτά θα γελούσαν όλοι μαζί. Σε αυτόν τον πεζόδρομο έκανα ποδήλατο και έπαιζα μερικές φορές με την μπάλα μου. Η γιαγιά μου δεν ήθελε να κάνω ζημιές και με μάλωνε, όμως η κομμώτρια της έλεγε πως τα παιδιά πρέπει να είναι έξω από τα σπίτια και να σκορπάνε σαματά.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ την ημέρα που η μητέρα μου μού ανακοίνωσε πως θα πήγαινα στο σχολείο. Δεν μπορούσα να πιστέψω πως δεν θα περνούσα πια τα πρωινά μου στο προποτζίδικο. Δεν είχα επαφές με άλλα παιδιά, οι γονείς μου ήταν πολύ νέοι και οι φίλοι τους δεν είχαν παιδιά. Θυμάμαι πως έριξα κάτω ένα ποτήρι και είπα πως δεν θα πάω ποτέ στο σχολείο. Πως εγώ θα δούλευα στο προποτζίδικο και δεν χρειαζόταν να μάθω γράμματα. Ο πατέρας μου τότε μου έριξε ένα χαστούκι.  Η μητέρα μου βούρκωσε, εγώ κλείστηκα στο δωμάτιό μου για το υπόλοιπο βράδυ και ευχήθηκα να μεγαλώσω γρήγορα για να μπορώ να ορίζω μόνος μου τη ζωή μου.

Λίγο καιρό μετά ήρθε η πρώτη μέρα του σχολείου. Με σκυμμένο κεφάλι βγήκα από το σπίτι και κατέβηκα τα σκαλιά. Ακολούθησα τον πατέρα μου χωρίς να μιλάω. Η μητέρα μου είχε ήδη φύγει για τη δουλειά της μα δεν τη χρειαζόμουν, είχα μάθει να μην τη χρειάζομαι.  Η γιαγιά μου και ο παππούς μου με κοιτούσαν περίλυποι. Ένιωθα πως με τραβούσαν άγρια από μια μεγάλη αγκαλιά, που όμοιά της δεν θα υπήρχε πουθενά αλλού στον κόσμο. Στο προποτζίδικο ήταν ένας γεράκος που έτρεμε πολύ το χέρι του, ερχόταν συχνά και μου χάιδευε το κεφάλι. Όταν κατέβηκα, η γιαγιά μου του είπε πως θα πήγαινα στο σχολείο. Με κοίταξε και ήταν σαν να στεκόταν προσοχή μπροστά σε κάποιο σπουδαίο πρόσωπο που επιτέλεσε το έργο του και τώρα αποχωρούσε για να κάνει αλλού κάτι σημαντικό. 

Στο καφενείο όλοι ήταν παράξενα σιωπηλοί. Ήταν άντρες σε μια εποχή στην οποία δεν υπήρχαν λόγια για εκείνους. Οι άντρες έπρεπε να αποχαιρετούν βουβά, σώπαιναν όταν λυπούνταν ή όταν φοβούνταν. Φοβόμουν πολύ μα ήξερα πως δεν έπρεπε να το πω. Τους κοίταξα όλους έναν-έναν. Ο πατέρας μου είχε μαλακώσει, προσπαθούσε να μου φτιάξει το κέφι λέγοντας χαζά αστεία, σαν μικρό παιδί που προσπαθεί να εξιλεωθεί μετά από μια μεγάλη ζημιά. Εκείνη τη στιγμή, όμως, για μένα υπήρχε μόνο ο πεζόδρομος και οι άνθρωποί του. Και η στιγμή ήταν μεγάλη σαν βαρύς, γκρίζος αιώνας. Όταν πέρασε, έπιασα το χέρι του πατέρα μου και προχώρησα δαγκώνοντας τα χείλη μου.

Μόνο η κομμώτρια με πλησίασε. Ήταν συγκινημένη μα εκείνη ως γυναίκα μπορούσε να δακρύσει. Δεν είχε κάνει δικά της παιδιά και ήξερα πως θα της έλειπα πολύ.

«Κοίτα να περάσεις όμορφα στο σχολείο. Να κάνεις φίλους. Και μη μας ξεχάσεις», μου είπε και χαμογέλασε με δυσκολία. Ύστερα μου χάρισε ένα μπουκαλάκι με σαπουνόνερο, που είχε αγοράσει από ένα ψιλικατζίδικο δυο στενά παραπάνω. Το άνοιξα και έκανα μερικές σαπουνόφουσκες. Διαλύθηκαν στον αέρα γρήγορα όπως δημιουργήθηκαν. Ο πατέρας μου μου έγνεψε να βιαστούμε, θα ξεκινούσε ο αγιασμός. Ορκίστηκα πως θα γύριζα μετά από καιρό και θα αναλάμβανα το προποτζίδικο. Νόμιζα πως όταν θα γύριζα ξανά σε αυτούς τους ανθρώπους, θα ήταν ακόμη ίδιοι.

Τελικά πήγα στο σχολείο κι έκανα φίλους. Οι άνθρωποι του πεζόδρομου χάνονταν σιγά-σιγά κι εγώ δεν το καταλάβαινα. Ο παππούς μου κάποια στιγμή πήρε σύνταξη και το μαγαζί ξενοικιάστηκε. Έμεινε για έναν χρόνο ερειπωμένο με τη φθαρμένη ταμπέλα του πάνω από την πόρτα. Η γιαγιά μου πέθανε λίγο μετά. Είχα ξεχάσει τα πάντα μέχρι που έγινα πατέρας και ήταν η σειρά μου να πάω την κόρη μου στο σχολείο. Αναρωτιέμαι πολλές φορές γιατί τα γεγονότα που μας σημαδεύουν, που μας διαμορφώνουν, που ορίζουν αυτό που είμαστε είναι καταδικασμένα να ξεχνιόνται. Σύμφωνα με τα όσα υποστηρίζει η επιστήμη της Ψυχολογίας σήμερα, αν δεν υπήρχε εκείνος ο πεζόδρομος εγώ τώρα θα ήμουν κάποιος άλλος.

«Μπαμπά, δεν θέλω να πάω στο σχολείο», μου είπε η κόρη μου που είναι μόλις τριών χρόνων.

«Σε καταλαβαίνω», της είπα και σκέφτηκα με πόνο εκείνο το τρομερό πρωινό στον πεζόδρομο. Θυμάμαι ακόμη μερικά κίτρινα φύλλα που πάτησα θυμωμένος με το πόδι μου. Η ζωή εκείνων των φύλλων τελείωνε εκείνο το πρωί, όπως τελείωνε και η δική μου παλιά ζωή, η πρώτη παιδική μου ηλικία.

Δεν νοείται ζωή χωρίς να τελειώνουν και να αρχίζουν διαρκώς τα όσα βιώνουμε, σκεφτόμουν όσο χτένιζα την κόρη μου. Εκεί που άγγιζα τα μαλλιά της θυμήθηκα την κομμώτρια από τον πεζόδρομο, όταν κούρευε ένα κοριτσάκι. Τα χέρια της άγγιζαν πολύ τρυφερά το παιδικό κεφάλι και χαμογελούσε. Έτσι αχνά είχε χαμογελάσει, όταν είδε τις σαπουνόφουσκες που μου είχε χαρίσει την πρώτη μέρα που θα πήγαινα στο σχολείο. Αναρωτήθηκα τι να απέγινε αυτή η γυναίκα. Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια μου κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή έξω άρχισε να βρέχει.

«Μπαμπά, τι έχεις;», με ρώτησε η κόρη μου ανήσυχη.

Είμαι πεπεισμένος πως πρέπει να φτιάξουμε μια εποχή, στην οποία θα υπάρχουν λόγια για τον μεγάλο πόνο των αποχωρισμών κι έτσι δεν είχα άλλη επιλογή παρά να της πω ακριβώς πώς ένιωθα.

 

_

γράφει η Κατερίνα Τζωρτζακάκη

Ακολουθήστε μας

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Ούτε οι κατασκοπίες μού αρέσουν – χρειάζεται κάποιος να έχει μεγάλες αντοχές, τόσο σωματικές όσο και ψυχικές για ένα τέτοιο μπλέξιμο- ούτε μυστήρια και οι ίντριγκες, τα μαχαιροβγάλματα και τα τρομοκρατικά κτυπήματα πίσω από κατεβασμένες κουκούλες και οδοφράγματα από...

Νόστος

Νόστος

Η Λουκρητία αγουροξυπνημένη και πατώντας στις μύτες των ποδιών της για να μην ταράξει τον Γιάννη, προχωρά προς προς τον γωνιακό μπουφέ του δωματίου, στο σεντούκι με τις αναμνήσεις. Ανοίγει το κάτω συρτάρι και κρατά στα χέρια της μια πολύτιμη φωτογραφία, αδιάψευστο...

Το μήνυμα ελήφθη

Το μήνυμα ελήφθη

Μάταια έψαχνε να βρει τον ταχυδρόμο να τον ρωτήσει. Δεν ήταν πουθενά, ώσπου πληροφορήθηκε ότι άλλαξε γειτονιά. Μετά εξαφανίστηκε. Αγνοούμενος. Τα ίχνη του χάθηκαν για πάντα. Ίσως να γνώριζε κάτι το λευκό περιστέρι. Όταν το αντάμωσε μόνο λευκό δεν ήταν. Μαύρα τα είχε...

Η διάσταση

Η διάσταση

«Έχω μια βιβλιοθήκη» της είπα. «Αξίζει να τη δεις».  «Έλα τώρα»! απάντησε και πήρε εκείνο το ύφος το ενοχλημένο, όταν πιέζεται για κάτι που δε θέλει. «Πιστεύεις πως μπορώ να χάνω το χρόνο μου με βιβλία; Δεν με ενδιαφέρουν. Κάτι άλλο πρέπει να βρω, να περνάω τις...

Να βλέπω το Θεό…

Να βλέπω το Θεό…

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Είχε ανάγκη την παρουσία του, έστω και βουβή. Οι Παρασκευές ήταν δύσκολες, άλλαξαν όλα από τότε που εκείνος έφυγε από κοντά της μια Παρασκευή βράδυ, ένα φθινόπωρο σαν και τούτο, μουντό κι αφιονισμένο σαν τα λυσσασμένα σκυλιά που...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Να βλέπω το Θεό…

Να βλέπω το Θεό…

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Είχε ανάγκη την παρουσία του, έστω και βουβή. Οι Παρασκευές ήταν δύσκολες, άλλαξαν όλα από τότε που εκείνος έφυγε από κοντά της μια Παρασκευή βράδυ, ένα φθινόπωρο σαν και τούτο, μουντό κι αφιονισμένο σαν τα λυσσασμένα σκυλιά που...

Αυτά τα αβέβαια χρόνια

Αυτά τα αβέβαια χρόνια

Ο Παύλος δεν ήταν ξεκούραστος. Άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί για λίγο στις αφίσες του φοιτητικού του διαμερίσματος και στο ομοίωμα ανθρώπινου σκελετού που στόλιζε το γραφείο του και στη σκέψη του άφηνε τον εαυτό να τον φαντάζεται να καθαρίζει τη βρωμιά που...

Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της

Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της

_ γράφει η Μαργαρίτα Κτωρίδου - «Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής σου!». Έτσι της έλεγαν όλοι. Μα εκείνη δεν ένιωθε έτσι. Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της είχε περάσει. Ξημέρωσε κι έφυγε μαζί του. Η Μένη. Πού είναι η Μένη;  Τη βρίσκει πάνω από το τραπέζι -φυσικά. Η...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου