Στα άδεια σπίτια

18.02.2021

Μπροστά σε μια βουβή τηλεόραση η κυρά Ερασμία είχε αποκοιμηθεί σε ένα υπόγειο δωματιάκι με το παράθυρο μισάνοιχτο σε ένα σοκάκι στην παραμελημένη επαρχιακή πόλη. Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της, έκλεισε την τηλεόραση, άνοιξε το ραδιόφωνο. Ντύθηκε βιαστικά και κάλεσε ένα ταξί, έπρεπε να επισκεφθεί τη μάνα της στο νοσοκομείο, που ήταν χειρουργημένη και να δει μήπως είχαν βγει τα αποτελέσματα της βιοψίας. Ήταν απομεσήμερο Μεγάλης Δευτέρας. Φεύγοντας από το νοσοκομείο, βρέθηκε στην κατάμεστη εκκλησία, έβγαλε το βιβλιαράκι από την τσάντα της. «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός και μακάριος ο δούλος, ον ευρίσκει γρηγορούντα, ανάξιος δε πάλι ον ευρίσκει ραθυμούντα», δυό σταγόνες δάκρια κύλησαν στο στασίδι.

Μεγάλη Τρίτη και στους Αγίους Βράχους ένα μαύρο μικρό αυτοκίνητο με ξένες πινακίδες σταμάτησε στο τέρμα του δρόμου μποστά στην είσοδο του μοναστηριού. Ο πατήρ είχε ειδοποιηθεί για την άφιξη και όταν ο άνδρας αποβιβάστηκε από το τελεφερίκ, τον καλωσόρισε μέσα στο μοναστηράκι, σε μια μικρή λαξευτή στον βράχο αίθουσα. Συζήτησαν για δυο περίπου ώρες. Πάνω από τους γυμνούς βράχους το τελεφερίκ αποβίβασε τον άνθρωπο στην άκρη του βράχου, εκεί που αρχίζει ο δρόμος και αυτός χάθηκε πίσω από τη στροφή αφήνοντας πίσω του σκόνη και χώμα. 

Ο Παύλος βιαζόταν. Μπήκε σαν τον κλέφτη στο υπόγειο δωμάτιο της κυρίας Ερασμίας από το μισοανοιγμένο παράθυρο και το μάτι του έπεσε σε ένα βαζάκι με δυό μισομαραμένες γαρδένιες πάνω στο μικρό τραπεζάκι και στο δεφτεράκι της που δεν είχε βρει τη θέση του στο ξύλινο συρταράκι του μικρού γραφείου της. Παράνομα, άνοιξε το δεφτεράκι στη σελίδα που με κόκκινο στυλό έγραφε «φεύγω, γιατί ήρθε η ώρα. Όλο το ανέβαλλα αλλά τώρα δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά. Σε παρακαλώ ρίχνε μια ματιά στην αλληλογραφία, και αν θέλεις άνοιγε λίγο τις γρίλιες του παραθύρου πού και πού, να αερίζεται το δωμάτιο. Ρίχνε λίγο νεράκι στα γλαστράκια και σε παρακαλώ έχε το νου σου στο παιδί – ξέρεις ποιο – τον πρώτο καιρό ιδίως. Μην τον αφήσετε μόνο του κλεισμένο μέσα στο άδειο σπίτι με το μοναδικό δωμάτιο. Θα σου γράφω και θα μου γράφεις κάθε τόσο. Σε παρακαλώ.» Το χαρτί ήταν νοτισμένο από τα δάκρυά της. 

«Και αποκατάστησον αυτούς υγειαίνοντας»

Μέσα σε μια καταχνιά απογεύματος Μεγάλης Τετάρτης σε όλες τις Εκκλησίες, τελούνταν το μυστήριο του Αγίου Ευχελαίου. Οι πιστοί ένας ένας έβγαιναν από τα άδεια σπίτια τους, με τις μισές καρδιές τους, και όλοι μαζί ενωμένοι σαν ένα ποτάμι από εξουθενωμένους ασθενείς συνέρρεαν, όλοι αμαρτωλοί που ήθελαν να βρουν την υγειά τους από την αρρώστια που τους βασάνιζε, ένα βογγητό από όλους τους ασθενούντας που ζητούσαν ίαση ψυχών και σωμάτων. Ο Παύλος πήδηξε έξω από το παράθυρο σαν τον κλέφτη, λίγα μέτρα παρακάτω τρύπωσε μέσα σε μια πυλωτή, τα χέρια του ήταν λερωμένα με σκόνες, χώματα και αίμα. Τη σκόνη σκέπασε η ευωδία του θυμιάματος.

Ο Παύλος τινάχτηκε από τα σκεπάσματα, χορτασμένος από ύπνο, ήταν τέσσερις τα ξημερώματα. Κρύος ιδρώτας τον έλουζε, μα πώς, αφού χθες ήταν στην Ακολουθία, είχε προσκηνύσει τον Νυμφίο. Όμως η γειτόνισσά του, η κυρία Ερασμία δεν ήταν εκεί, του το είχε υποσχεθεί, κι όμως σίγουρα δεν την είδε. Έτρεξε με αγωνία μπήκε στην Εκκλησία και έκλαψε πικρά, δεν ήξερε κι όμως ήξερε.

«Τον εν τω Σταυρώ τας χείρας εκτείναντα»

Μεγάλη Παρασκευή και η ακολουθία του Επιταφίου περνούσε μέσα από το πάρκο, ο Κωστής και η Άννα πιασμένοι χέρι χέρι σηκώθηκαν και έκαναν το σημείο του σταυρού. Η πομπή περνούσε μπροστά από το Γενικό Νοσοκομείο. Ο Ιεράρχης με τον μεγάλο χρυσοποίκιλτο σταυρό του ευλογούσε τους καρκινοπαθείς ασθενείς της πτέρυγας αυτής. Η γιαγιούλα όμως κοίταζε τον ουρανό με τα χέρια ανεβασμένα ψηλά στον ορίζοντα, που έσβηνε, και δεν πρόσεχε τον Δεσπότη και τα εγκώμια τής ήταν γνώριμες λέξεις παρηγοριάς. Λίγες ώρες αργότερα τα σκεπάσματά της απολυμαίνονταν από τους νοσηλευτές της νυχτερινής βάρδιας. Ένα κρώξιμο από πουλιά κατέβαινε από τον ουρανό. Βροχή ερχόταν.

«Τέκνον, ιδού η μήτηρ σου. Μήτερ, ιδού ο υιός σου»

Η κυρά Ερασμία ανασηκώθηκε στο μαξιλάρι της, άνοιξε ελαφρά τις γρίλιες του παραθύρου, πήρε να τινάζει τα σκεπάσματα. Ένα χελιδόνι δεν φέρνει την άνοιξη. Ντύθηκε βιαστικά, βγήκε έξω στον κεντρικό δρόμο. Είδε τις μανάδες που βαστούσαν τα παιδιά τους από το χέρι ακολουθώντας τα εξαπτέρυγα και τον Ιεράρχη. Ο Παύλος και η κυρά Ερασμία βρέθηκαν στην ίδια σειρά. Ο Παύλος πέταξε το μισοσβησμένο τσιγάρο του κάτω και της πρόσφερε μια γαρδένια. 

«Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί Αυτού και φυγέτωσαν από προσώπου οι μισούντες Αυτόν»

Μέγα Σάββατο και ο Παύλος σηκώθηκε, τίναξε το κεφάλι του πίσω, λίγα λεπτά αργότερα στις μύτες των ποδιών του έκλεινε ελαφρά και κλείδωνε την πόρτα του υπογείου διαμερίσματος τρεις φορές. Δεν τον είδε κανείς την ώρα που έβγαινε ούτε όταν άνοιγε και έσκιζε την αλληλογραφία των ενοίκων μαζί και ένα μεγάλο κίτρινο χαρτί, στην είσοδο της πολυκατοικίας. Το μάτι του έπεσε στην ανακοίνωση της διαχείρισης «Απαγορεύεται η είσοδος στους μη έχοντας εργασία. Η πόρτα θα κλειδώνεται κατά την έξοδο. Ο διανομέας θα έχει κλειδί και στο εξής θα τοποθετεί τις επιστολές στις γραμματοθυρίδες οπωσδήποτε.» Αγνοώντας την προειδοποίηση αυτή, βρόντηξε την πόρτα πίσω του και συνέχισε, βαδίζοντας αποφασιστικά προς την εξέδρα της Αναστάσεως στην παραλία της επαρχιακής πόλης. 

Μεσάνυχτα. Η κυρία Ερασμία αγουροξυπνημένη κοίταξε με το φακό της έξω. Βεγγαλικά έσκιζαν τον αναστάσιμο ουρανό. Βγήκε έξω, αναζήτησε τον Παύλο. Άφαντος. Πήγαιναν σε διαφορετικούς τόπους. Όμως μέχρι και πριν λίγα δευτερόλεπτα ήταν μαζί.

«Και οι δίκαιοι ευφρανθήτωσαν»

Ανήμερα το Πάσχα ο Ιεράρχης έλαβε μια απλή επιστολή. «Σεβαστέ μου πατέρα, πριν φύγω σας ζητώ να με συγχωρέσετε, Ελάχιστος Μοναχός Π.».

Στον πέτρινο εκείνο βραχο των Μετεώρων σήμερα κείται η μαρμάρινη επιγραφή «Προσδοκώ Ανάσταση Νεκρών» και κάτω από αυτήν το αιωνίως πια σιωπηλό μυστικό εκείνου του μυστήριου άνδρα.

_

γράφει η Αλεξάνδρα Μιχαλοπούλου

Ακολουθήστε μας

Οι προσφορές των εφημερίδων

Κερδίστε το!

Οι ταινίες της εβδομάδας

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Το μαγικό παγοπέδιλο

Το μαγικό παγοπέδιλο

Η Μαντώ ήταν ένα πανέμορφο κοριτσάκι έξι ετών, που το μόνο που τής άρεσε να κάνει ολημερίς και ίσως ολονυχτίς στον ύπνο της, ήταν να χορεύει. Χόρευε μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη της κάμαρας των γονιών της και ονειρευόταν τις σκηνές τών παγκόσμιων θεάτρων, υπό την...

Όποιος τις νύχτες περπατεί…

Όποιος τις νύχτες περπατεί…

«Τους μήνες που δεν έχουν ρο το κρασί θέλει νερό» ξανάπιασε το γνωστό τροπάρι του ο Μηνάς, καθώς - αρχές του Μάη ήτανε - βολεύτηκε στην μόνιμη θέση του, στο κουτούκι του Γαβρίλη «Η ωραία Μέλπεια». Αποδέκτης της παρατήρησης η μόνιμη παρέα του, ο ξάδερφός του ο...

Δυο κουμπιά και μισό καρότο…

Δυο κουμπιά και μισό καρότο…

Μια μέρα μετά το χιόνι. Ήταν γκρίζα, ''κλεισμένη'' η προηγούμενη μέρα. Πολλοί δεν θέλησαν να μετακινηθούν, ο πάγος δεν αστειεύεται. Όπου δεν βλέπει ο ήλιος, ο χιόνι είναι πιο ''σκληρό'', πιο ''άγριο''. Οι πιτσιρικάδες προφανώς δεν καταλαβαίνουν από λογικές. Κάπου...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου