Ξεπεσμένοι προσκυνητές της ευμάρειας
ορθώνουν μανδύα, στο απύθμενο σκοτάδι ως άγγελοι θανάτου,
σωπαίνουν στο λιθοβολισμό μικρών δέντρων
και γέρικων κλαδιών που έσπασαν, χάνοντας τα ιμάτια τους.
Με γυμνά σώματα περιφέρονται, στην κραυγή της σιωπής τους
σαν τελευταίοι τροχοί αμάξης
που βουλιάζουν ολοένα και πιο βαθιά
στους λασπωμένους λάκκους της ανέχειας.
Σαν βελάσματα σφαγμένων ψυχών, χτυπούν οι φλέβες στο λαιμό τους
με δύναμη στην πίεση καθώς οι πληγές θυμίζουν σύνορα
αγκαθωτών θάμνων, με συνείδηση να αναδύει παραμύθια μυθικών διαστάσεων
στα κλειδωμένα όνειρα που φυλάνε σε χάρτινες σακούλες.
Κρέμεται ένα κλαρί ελιάς σπασμένο
στην ύποπτη μοίρα , με τα αόρατα δεσμά
που φυλάσσονται τα δανεικά της προστάγματα,
με νόμους για την υποταγή της ανθρώπινης ύπαρξης.
Σκυφτός, εγκλωβισμένος, πεινασμένος
να ακουμπάς, στο σκαλοπάτι της έσχατης ένδειας
με λιγοστά κομμάτια ψωμιού που απέμειναν στο ταγάρι.
Με μοχλούς και γρανάζια χαλασμένα
κλειδαμπαρώνει η σκέψη ενός λανθασμένου προσανατολισμού
με την αξιοπρέπεια ριγμένη, στα σιωπητήρια της παγωμένης ψυχής.
Καθώς τρέμει η γη και ουρανός συθέμελα
αναζητά την λαλιά της που χάθηκε, σαν κατάρα έριξε ανάθεμα
και άνοιξε την πόρτα στον υγρό της τάφος.
Φτωχός και έρημος οραματίζεσαι το άγνωστο μέλλον χωρίς πανιά,
σάπια καράβια βουλιάξουν στο λιμάνι
με περιχαρακωμένα όρια, να θέτουν κανόνες στην εξαθλίωση
και να κοιμίζουν το μάτι της λογικής, με συσσίτια πόνου.
Παράξενες μέρες παίρνουν τα σκήπτρα της αγανάκτησης
αφήνοντας τα όνειρα, να κιτρινίσουν των άψυχων σωμάτων,
στην πάροδο του χρόνου. σαν σταματημένοι δείχτες ρολογιού.
Μοιάζει να κοιμήθηκες βασιλιάς
και να ξύπνησες στην μέση του πελάγους, ζητιάνος και ρακένδυτος
καθώς το πρόσωπο χαράζει νοσταλγικά, τη ρότα της μνήμης
την ταυτότητα της ζωής σου.
Γέρνεις ελιά μου γέρνεις, καταμεσής του κόσμου γέρνεις
και σαν κλωνάρι αργοπεθαίνεις, στη στείρα γη που ζεις.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!