Στις πίσω σελίδες του κόσμου

6.01.2014

 Στις πίσω σελίδες του κόσμου

«Το ήξερα πως κάποια στιγμή θα συνέβαινε αυτό...  Το αίμα μας έβραζε, στις φλέβες μας κυλούσε το τιμημένο αίμα των προγόνων μας που ήταν περήφανοι και ατρόμητοι. Ο αέρας που έμπαινε στα πνευμόνια μας δεν μπορούσε πια να είναι σκλαβωμένος. Έπρεπε να είναι ο αέρας της ελευθερίας, της ελευθερίας που κινεί τα φτερά των χελιδονιών και πετούν στην αγκαλιά του πελώριου ουρανού. Κι εγώ, ο αρχηγός μιας φυλής που δεν σκύβει το κεφάλι, έπρεπε να πάρω μια απόφαση. Να αποδεχτώ μια ζωή υποταγμένη ή να διαλέξω έναν ένδοξο θάνατο για μένα και για όλους τους ανθρώπους μου. Τα τατουάζ γενναιότητας ήταν ακόμα μαύρα και ευκρινή στο πρόσωπό μου όπως ήταν στα νιάτα μου. Όσο κι αν προσπάθησα να φερθώ ειρηνικά και υποταγμένα για πολλά χρόνια απέναντι στους κατακτητές που με θεωρούσαν έναν άγριο και απολίτιστο ξυπόλητο, δεν άντεξα... κανείς από την φυλή μου δεν άντεξε. Άντρας και γυναίκα, νέος και γέρος. Αυτό το ιερό χώμα φώναζε, σπάραζε, υπέφερε από τα πόδια των κατακτητών που με τα βαριά παπούτσια τους το πλήγωναν. Τα δικά μου πόδια γυμνά σε κάθε μου βήμα γίνονταν ένα μαζί του. Ένιωθα τους παλμούς του, ήξερα πως εγώ ζω από αυτό και αυτό από μένα. Για αυτό το χώμα πολέμησα... Θέλεις να σου πω τι έγινε; Θέλεις να μάθεις για την ζωή των άγριων και την εξέγερσή τους; Θέλεις να μάθεις πως αφανίστηκαν για να τα γράψεις ίσως όλα αυτά στην τοπική εφημερίδα; Δεν ξέρω ποιος είναι ο σκοπός σου, άλλωστε ούτε θέλω να μάθω! Γιατί αυτή η ιστορία, η δική μου ιστορία, η ιστορία των ανθρώπων μου δεν είναι μια κακογραμμένη στήλη στην πίσω σελίδα μιας εφημερίδας. Είναι ολόκληρη η ψυχή μου, είναι ότι μου απέμεινε μέχρι να κλείσω κι εγώ τα μάτια μου και να ταξιδέψω επιτέλους στην ουράνια κατοικία των προγόνων μου, στα πνεύματα των οποίων πρόσφερα πολλές φορές θυσία αίματος.»
 Ο γέρος που τόση ώρα καθόταν σκυφτός κοιτώντας χαμένα, και που με δυσκολία έβγαιναν τα λόγια από το στόμα του, σηκώθηκε με μιας πάνω. Φορούσε ακόμα τα παλιά του ρούχα. Τα μαλλιά του κάτασπρα  και πυκνά ήταν πιασμένα σε μια αλογοουρά. Τα πόδια του ξυπόλητα με δυο σειρές κουδούνια στις γάμπες κι από το ζωνάρι του ξεχώριζε η μαχαίρα με τα σκαλίσματα στην λαβή. Σήκωσε πρώτα το ένα πόδι και μετά το άλλο εναλλάξ και ρυθμικά. Έπειτα άπλωσε τα χέρια στον ουρανό και άρχισε να τραγουδάει έναν παλιό σκοπό. Έναν σκοπό που τιμούσε τους ανθρώπους τους. Η φωνή του τώρα έβγαινε δυνατή. Τράνταζε την ησυχία που πριν μόνο η ορμή του ποταμού τάραζε. Σταμάτησε και τον κοίταξε.
«Ώστε θέλεις να μάθεις; Άκου λοιπόν. Αυτοί που μας χαρακτήριζαν άγριους ήρθαν και τα κατέστρεψαν όλα. Με τα περίεργα όπλα τους που έβγαζαν φωτιά ξεχύθηκαν πάνω μας χωρίς αιτία. Το χωριό μας ήταν στο έλεος τους. Το ρολόι του κόσμου μας σταμάτησε και αντηχούσαν πια μόνο φωνές και κλάματα. Τα τραγούδια που υμνούσαν την φύση και τους πατεράδες μας σταμάτησαν και ακουγόταν μόνο η οργή. Δεν είχαμε τη δύναμη να τους αντιμετωπίσουμε. Εμείς ξέραμε να αντιμετωπίζουμε μόνο τον καιρό, τους θυμωμένους Θεούς μας που μας άφηναν χωρίς βροχή. Τις ζηλιάρες Θεές μας που άφηναν κάποιες γυναίκες χωρίς παιδιά. Τα ζώα που κυνηγούσαμε για να φάμε. Αυτοί ήρθαν μυριάδες σαν την άμμο της θάλασσας. Και εγώ ο ένδοξος αρχηγός έσκυψα το κεφάλι κάτω από την φωτιά τους για να προστατέψω τον κόσμο μου. Δεν πολεμούσα άλλο θέλοντας να μείνουμε ζωντανοί. Για να γεννήσουμε και να μεγαλώσουμε κι άλλες γενιές. Να μην αφανιστούμε. Τους καταδίκασα στην υποταγή. Τα σκυμμένα κεφάλια τους φάνταζαν πιο τρομαχτικά κι από τον χειρότερο θάνατο. Έβλεπα τον λαό μου να πεθαίνει λίγο λίγο από ντροπή. Με κοιτούσαν στα μάτια και μου ζητούσαν να πάρω την πιο δύσκολη απόφαση. Διψούσαν για ελευθερία σαν το μωρό που οδύρεται για το γάλα της μάνας του. Η ελπίδα τους  έτρεφε μόνο. Το καταλάβαινα καλά καθώς περνούσε ο καιρός. Οι προσβολές ήταν χειρότερες και από το πιο δυνατό χτύπημα. Οι νέοι με πείσμα σκάρωναν σχέδια εξέγερσης . Εγώ τους μάλωνα, τους έβριζα, μα μέσα μου ήθελα όσο τίποτε να πετύχουν. Τους έλεγα πως εξέγερση σημαίνει βέβαιος θάνατος. Μα ήταν ξεκάθαρο... όλοι προτιμούσαμε τον τιμημένο θάνατο από την ατιμασμένη ζωή.»
«Και δέχτηκες;»
«Ναι δέχτηκα. Δέχτηκα κάτι που ήταν η πιο βαθιά μου επιθυμία. Να πολεμήσω μέχρι την τελευταία μου πνοή. Όλα αυτά τα χρόνια της υποταγής κρυφά από όλους μάζευα όπλα και τα έβαζα μέσα σε κουτιά. Κανείς δεν το φανταζόταν. Όταν τους τα έδειξα με δυσκολία συγκράτησα τους αλαλαγμούς τους μη μας ακούσουν. Πίστευαν πως θα τα καταφέρναμε, οι καλοί μου πολεμιστές... είχαν πίστη. Όμως εγώ ήξερα. Αυτά τα όπλα δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε. Μόνο η ψυχή μας μπορούσε. Έτσι τους οδήγησα στο βέβαιο θάνατο για το σώμα τους. Η αιώνια ουράνια κατοικία μας περίμενε. Οι ψυχές μας θα γίνονταν αθάνατες. Η χαρά μας ήταν μεγάλη και η γαλήνη είχε επιστρέψει μέσα μας. Περιμέναμε την μεγάλη γιορτή τους για να τους επιτεθούμε. Εκείνη τη μέρα ήταν πάντα πιο χαλαροί και θα καταφέρναμε να τους αιφνιδιάσουμε. Και το κάναμε! Στην αρχή τρέχανε να σωθούν, οι Θεοί ήταν στο πλάι μας. Όμως μετά επέστρεψαν ... ήρθαν κι άλλοι, κι άλλοι. Έβλεπα τους πολεμιστές μου μέσα στο αίμα. Κατακόκκινα τριαντάφυλλα πεσμένα στο χώμα ήταν το αίμα τους, όμορφο και άγριο... Γράψε λοιπόν για τον αφανισμό της φυλής μου πως δεν έγινε ποτέ! Όχι δεν αφανίστηκε ο λαός μου. Θυσίασε το σώμα του για να κερδίσει την αιωνιότητα. Την ελευθερία... Εμένα με τιμώρησαν οι Θεοί και έζησα. Με τιμώρησαν που δεν επέτρεψα πιο νωρίς το αναπόφευκτο.»

 

της Κατιάννας Πανουριά

Ακολουθήστε μας

Μια αναπάντεχη συνάντηση

Μια αναπάντεχη συνάντηση

- γράφει η Αγάπη Χαριτάκη -   Μ’ αρέσει να φτιάχνω πρωινό για τα παιδιά μου. Έρχονται στο σπίτια πια μόνο τις Κυριακές. Δουλειά, σπουδές, τρεχάματα, που να προλάβουν και αυτά. Τηγανίζω 2 αυγά και βράζω άλλα δύο δίπλα. Έτσι ήταν πάντα οι γιοι μου, ο ένας μέρα, ο...

Η απεργία

Η απεργία

Ο προϊστάμενος βγήκε απ’ το υπερυψωμένο γραφείο του διευθυντή, ακούμπησε στα κάγκελα και κοίταξε τους εργάτες που ήταν μαζεμένοι από κάτω. Όλα τα κεφάλια στράφηκαν στο μέρος του. -Ο κύριος Ηρακλής θέλει να κουβεντιάσει με την αντιπροσωπεία σας, είπε. Τέσσερις εργάτες...

Μια Φιλία

Μια Φιλία

- γράφει η Αγάπη Χαριτάκη -   Υπάρχει άραγε φιλία ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα; Αυτό ίσως είναι το πιο αμφιλεγόμενο και σίγουρα ακόμη αναπάντητο ερώτημα της ιστορίας του ανθρώπου. Πιο εύκολα τετραγωνίζεται ο κύκλος. Οι απόψεις χωρίζονται σε ομάδες σαν το...

Συνάντηση στην πολυκατοικία

Συνάντηση στην πολυκατοικία

Η Ρίτα, φοιτήτρια στην Αρχιτεκτονική, στην επαρχιακή πόλη, χαιρόταν το επιτέλους κατάδικό της δωμάτιο, μια γκαρσονιέρα στο ισόγειο κεντρικής πολυκατοικίας. Έξι τα ξημερώματα ανυπόμονη για τις εξελίξεις των τελευταίων ημερών και για τη μέρα που ερχόταν. Ανακουφισμένη...

Θέα Θάλασσα

Θέα Θάλασσα

Εμπνευσμένο από τον πίνακα του Γ. Μόραλη “Έγκυος Γυναίκα”   Καστέλα 1948 Μήνες ολόκληρους καθόταν στην ίδια θέση κάθε απόγευμα. Από την ώρα που απόσωνε το λιγοστό γεύμα της μέχρι που ο ήλιος έδυε και τα μάτια της δεν έβλεπαν παρά μόνο πηχτό μαύρο, καθόταν ακίνητη...

Διαβάστε κι αυτά

Θέα Θάλασσα

Θέα Θάλασσα

Εμπνευσμένο από τον πίνακα του Γ. Μόραλη “Έγκυος Γυναίκα”   Καστέλα 1948 Μήνες ολόκληρους καθόταν στην ίδια θέση κάθε απόγευμα. Από την ώρα που απόσωνε το λιγοστό γεύμα της μέχρι που ο ήλιος έδυε και τα μάτια της δεν έβλεπαν παρά μόνο πηχτό μαύρο, καθόταν ακίνητη...

Στα Μαρμαρένια Αλώνια

Στα Μαρμαρένια Αλώνια

-Όχι ρε πούστη χάρε, δε θα το πάρεις το παιδί! Φώναζε και έβριζε με πάθος καθώς έκανε ανάνηψη στο 12χρονο αγόρι, που είχε φύγει στη μέση του χειρουργείου. Ο ιδρώτας είχε ποτίσει το πρόσωπό του, μα το βλέμμα του, γεμάτο πείσμα κοιτούσε κατάματα τον χάροντα, που έστεκε...

Τα ημερολόγια των τρελών: «Ο περιθωριακός»

Τα ημερολόγια των τρελών: «Ο περιθωριακός»

Ο πίνακας μιας μέρας σου. Πλάσε χαρά, πλάσε ζωή, αξίες και ομορφιά η αύρα σου θ’ αγγίξει ανθρώπους πιο βαθιά ωραία συναισθήματα στη σύνθεση μιας μέρας πομπός ελπίδας, άνοιξης, στο φάσμα μιας εσπέρας. Το κάδρο των αισθήσεων γέμιζε με αγάπη μια θάλασσα χαμόγελα στου ουρανού τον χάρτη.

3 σχόλια

3 Σχόλια

  1. Βάσω Αποστολοπούλου

    “Γράψε λοιπόν για τον αφανισμό της φυλής μου πως δεν έγινε ποτέ! Όχι δεν αφανίστηκε ο λαός μου. Θυσίασε το σώμα του για να κερδίσει την αιωνιότητα. Την ελευθερία…”
    Εξαιρετικό! Και σαν γραφή και σαν περιεχόμενο! Πραγματικά με συγκίνησε, με εξόργισε, με έκανε να νιώσω για μια ακόμη φορά σεβασμό, θαυμασμό κι αγάπη για έναν περήφανο λαό που αφανίστηκε βάναυσα από τους πραγματικά άγριους και απολίτιστους “πολιτισμένους” κατακτητές του. Συγχαρητήρια φίλη μου Κατιάννα!
    Και μια ερώτηση – είναι απόσπασμα από κάποιο μεγαλύτερο έργο; Αν ναι, πολύ θα ήθελα να το διαβάσω!

    Απάντηση
    • ΚΑΤΙΑΝΝΑ ΠΑΝΟΥΡΓΙΑ

      Ευχαριστώ πολύ για τα τόσο ζεστα λόγια Βάσω. Δεν ανήκει σε κάποιο μεγαλύτερο έργο. Είναι διήγημα που γράφτηκε για διαγωνισμό.

      Απάντηση
      • Βάσω Αποστολοπούλου

        Πραγματικά είναι πολύ καλό – κι ίσως θα μπορούσε να αποτελέσει “μαγιά” για εκτενέστερο έργο!

        Απάντηση

Υποβολή σχολίου