Αμφιπόλεως και Αγίου Πολυκάρπου, σε μια μεγάλη έκταση, χάσκουν οι σκεπές και τα παράθυρα. Ακόμα και οι μάντρες που οριοθετούσαν άλλοτε τούτο το κόσμημα της γειτονιάς, γκρεμισμένες και ξεκοιλιασμένες, σαν να φωνάζουν, να κραυγάζουν με πόνο αβάσταχτο…

Η Αγγελικούλα, που τώρα είναι η Άντζελα Δήμου, πανεπιστημιακός και ερευνήτρια παγκόσμια αναγνωρισμένη, αποφάσισε, μετά από αρκετά χρόνια, να επιστρέψει στην συνοικία, στην γειτονιά που γεννήθηκε, μεγάλωσε και «διώχθηκε σαν την μύγα απ’ το ζυμάρι…»

Τίποτα δεν θύμιζε εκείνα τα χρόνια της ξεγνοιασιάς. Και το σπίτι που γεννήθηκε, μεγάλωσε και εισέπραξε τόση αγάπη, σήμερα μοιάζει με ξεδοντιασμένη γριά, μέσα στην εγκατάλειψη και στην σιωπή της, και σαν να ακούγεται μια κραυγή απελπισίας.

Προτίμησε να περπατήσει, να ψάξει, να βρει, έστω ένα από τα παιδιά που έπαιζαν μαζί… Εκεί που κάποτε υπήρχαν περιβόλια και σπίτια, σήμερα στέκονται εργοστάσια και συνεργεία, κλειστά κι αυτά και εγκαταλειμμένα, και πολυκατοικίες, πολλές πολυκατοικίες…

«Πού πήγαν οι αυλές; Πού πήγαν τα παιδιά που παίζαμε;…»

Δεν τόλμησε να μπει από τα κουφάρια της μάντρας· η κατάσταση τόσο αποκαρδιωτική. Ένας μεγάλος σκουπιδότοπος και εστία μόλυνσης. Έπιπλα πεταμένα υπήρχαν μαζί με λογιών-λογιών σκουπίδια…

Άλλοτε, πολλά χρόνια πριν, ήταν το εργοστάσιο βιενέζικων επίπλων με το αρχοντικό των ιδιοκτητών να φαντάζει μικρό παλάτι. Οι καλύτεροι τεχνίτες με τα τσιράκια τους δημιουργούσαν με μεράκι πάνω στο ξύλο. Κι όταν τα αφεντικά έριχναν την τελευταία ματιά για να φύγουν αυτά τα αριστουργήματα για την έκθεση στο Κολωνάκι, ήταν τόσο ικανοποιημένα, που έβαζαν βαθειά το χέρι στην τσέπη και αντάμειβαν τους “καλλιτέχνες” τους. Αρνιόνταν πεισματικά να τους αποκαλούν τεχνίτες, υπαλλήλους ή εργάτες. Και δεν έχαναν κι ευκαιρία να τους μαζεύουν σε γλεντοκόπι με τις οικογένειές τους που ετοίμαζαν οι μαγείρισσες των σπιτιών.

Η περιοχή από κει και κάτω, τότε ήταν γεμάτη περιβόλια, στάβλους, σπίτια με αυλές και αραιά και πού, κάποιο αρχοντικό, όπως του γιατρού και κάποιων άλλων οικογενειών ονομαστών για την περιοχή. Λογιών-λογιών μυρωδιές ξεχύνονταν στον αέρα κι έστηναν τρελό χορό.

Τοποθεσία ονειρική. Απέχει από την Ακρόπολη 1500 μέτρα. Διασχίζεται από τον αρχαιότερο δρόμο της πρωτεύουσας, την Ιερά Οδό. Τα πολύ-πολύ παλιά χρόνια από αυτήν περνούσε η πομπή με τα άρματα, τα ρωμαλέα παλληκάρια που συνόδευαν τις παρθένες με το αραχνοΰφαντο πέπλο της θεάς Αθηνάς. Σ’ αυτήν την οδό ξαπόστασε και ο Απόστολος Παύλος σαν ήρθε στην Ελλάδα να κηρύξει το «Αγαπάτε Αλλήλους».

Η Αγγελικούλα ήταν η ψυχοκόρη του Κωνσταντίνου, ενός από τα αφεντικά. Ήταν μεγάλος γλεντζές και αυτός ήταν και ο λόγος που δεν παντρεύτηκε ποτέ. Δεν μπορούσε τους δεσμούς και τα “πρέπει”. Την Αγγελικούλα, όμως, την αγάπησε από την ημέρα που γεννήθηκε. Ήταν η κόρη της γυναίκας που φρόντιζε το σπιτικό του και που ο άντρας της ο Άγγελος, που ήταν ο κηπουρός τους, μετά που γεννήθηκε η μικρή, αρρώστησε βαρειά. Παρόλο που ο Κωνσταντίνος τον έτρεξε στους καλύτερους γιατρούς, άφησε ορφανό το κοριτσάκι του.

«Μη σε νοιάζει, Μαριάνθη. Εγώ θα το μεγαλώσω το παιδί σου και δεν θα λείψει τίποτα σε τούτο το αγγελούδι…» είχε πει στην χήρα.

Εκείνος βάφτισε την μικρή και της έφερνε από την Ευρώπη, που ταξίδευε συχνά, τα καλύτερα.

Ο Μιχαήλ, το άλλο αφεντικό, είχε παντρευτεί γόνο αριστοκρατικής οικογένειας της Αθήνας, που ωστόσο τα οικονομικά τους δεν ήταν και τόσο ανθηρά και είχαν αποκτήσει δύο αγοράκια, μεγαλύτερους από την Αγγελικούλα. Τα αγόρια σπάνια έπαιζαν με το κοριτσάκι.

Ο Κωνσταντίνος, σαν μεγάλωσε η Αγγελικούλα “του”, την έστειλε σε ιδιωτικό σχολείο και στο σπίτι έρχονταν δάσκαλοι για το πιάνο και τις ξένες γλώσσες.

«Ό, τι μαθαίνεις, κοριτσάκι μου, είναι κέρδος σου. Είναι η περιουσία που κανείς δεν μπορεί να σου αφαιρέσει. Και σαν μεγαλώσεις, εσύ θα διαλέξεις την ζωή σου. Δεν θα επιτρέψεις σε κανέναν να μπει εμπόδιο στα όνειρά σου…» ήταν κάποιες από τις συμβουλές του πνευματικού της πατέρα.

Πιο κάτω έμενε η οικογένεια του κυρ-Αντρέα που τους έφερνε τα καλούδια του καθημερινά. Είχε περιβόλι με οπωροκηπευτικά, τα οποία φόρτωνε στην σούστα του. Κάθε πρωί σταματούσε στα δύο αρχοντικά, χτυπούσε το καμπανάκι του και ύστερα ανηφόριζε για την Αγορά, Πειραιώς και Ιερά Οδό, όπου μαζεύονταν όλοι οι περιβολάρηδες για να πουλήσουν την πραμάτεια τους.

Υπήρχαν αρκετές οικογένειες στην γειτονιά που έμοιαζαν με μια μεγάλη. Μεσημέρι και βράδυ έστρωναν τα τραπέζια κι αν ήξεραν πως λίγο πιο πέρα μένει κάποια εγκυμονούσα, όλες τους έβαζαν από έναν μεζέ και της πήγαιναν το πεσκέσι τους.

«Μην ζηλέψει η καλόμοιρη…» έλεγε η κυρά Σταυρούλα, η γυναίκα του κυρ-Αντρέα.

Εκείνη φρόντιζε τα ζωντανά, άρμεγμα και τάισμα, και μαγείρευε για τους εργάτες που ήταν στα περιβόλια τους. Εκτός από το περιβόλι, είχαν αγελάδες, κότες, κουνέλια και δύο άλογα, με τα σκυλιά και τα γατιά σε πρώτη θέση. Σαν τελείωνε τις δουλειές της, ξυπνούσε αχάραγα σχεδόν κι αφού τα παιδιά ήταν στο σχολείο, παρέα με την φιλενάδα της Νότα, φορούσαν τα καλά τους και πιασμένες αγκαζέ ανηφόριζαν μέχρι την Ερμού, για να ψωνίσουν από τα εμπορικά υφάσματα, βελόνες, κλωστές και νήματα, για τα ρούχα και τα κεντίδια τους.

Τα απογεύματα κάθονταν στις αυλές τους, ενώ τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, μαζεύονταν πάνω από δέκα, έπαιζαν στις αλάνες. Τα αρσενικά κάθε Κυριακή πήγαιναν παπαδοπαίδια στον Άγιο Πολύκαρπο, στην Αγία Μαρκέλλα, στον Άγιο Βασίλη ή στις Τρεις Παρθένες και όλα μαζί, καθένα χωριστά ή και σε παρέες, έτρεχαν αγόγγυστα στα θελήματα που τους έστελναν οι μεγάλοι. Ο καθένας νοιαζόταν για τον άλλο. Από τον ογδοντάχρονο μπάρμπα-Θανάση, μέχρι την δίχρονη Κατερίνα…

Η Μαριάνθη δεν άντεχε να βλέπει την Αγγελικούλα της να στενοχωριέται που δεν την έπαιζαν τα αγόρια του Μιχαήλ και αφού είχαν γίνει φιλενάδες με την κυρά-Σταυρούλα, έπαιρνε την μικρή από το χέρι για να παίξει με τα παιδιά της γειτονιάς.

«Μαριάνθη, θέλω να ξέρεις πως στην Αγγελικούλα σου, στην Αγγελικούλα μας, αν μου επιτρέπεις, δεν θα λείψει τίποτα…» είπε ο Κωνσταντίνος ένα απόγευμα που του σέρβιρε τον καφέ. «Την έχω τακτοποιήσει και δεν πρόκειται, μήτε εσύ ούτε κι εκείνη να χρειαστεί να φύγετε, άμα οδεύσω προς τόπον χλοερόν, όπως λένε οι γραφές…»

«Τι είναι αυτά που λες, αφεντικό;»

«Αμάν, βρε Μαριάνθη. Πόσες φορές θα σου πω να μη με λες έτσι; Κωνσταντίνο με λένε και αφεντικό σου είναι μονάχα ο εαυτός σου.»

«Εντάξει…, κύριε, Κωνσταντίνε…, αλλά μην ξαναπείτε αυτήν την κουβέντα…»

«Ξέρω τι σου λέω. Όπως ξέρω πως κάποιοι, όχι ο Μιχαήλ, θα προσπαθήσουν να σας πετάξουν σαν την μύγα απ’ το ζυμάρι. Γι’ αυτό κι έχω πάρει τα μέτρα μου. Νομίζεις ότι δεν βλέπω πως η κυρία δεν αφήνει τα παιδιά της να παίξουν με το αγγελάκι μας; Αυτά δεν φταίνε. Ό, τι τα ορμηνέψει η μάνα τους κάνουν.»

«Δεν πειράζει. Άλλωστε, δεν είναι και το πρέπον; Τι δουλειά έχει το παιδί μου με τα αρχοντόπουλα;»

«Αυτό να μην το ξαναπείς. Ό, τι μόρφωση παίρνουν αυτά, την ίδια και περισσότερη παίρνει το κορίτσι μας. Και ξέρω και πολύ καλά τι λέει από πίσω μου. Σίγουρα τα έχεις μάθει κι εσύ…»

«Όχι, κύριε Κωνσταντίνε…» κατέβασε το κεφάλι η Μαριάνθη.

«Ναι, καλά, καλά… Δεν θέλω να σε φέρω σε δύσκολη θέση, αλλά να ξέρεις πως την απάντησή της την έχει πάρει. Όπως, επίσης, ξέρω πως άμα λείψω εγώ, θα βγάλει κι άλλη χολή και θα σας κυνηγήσει. Γι’ αυτό και πέρα από το μερίδιό μου στην επιχείρηση και τα κτίσματα, στο εξωτερικό υπάρχει ένα σεβαστό ποσό για το παιδί. Θέλω να πραγματοποιήσει τα όνειρά της και απαιτώ κι από σένα, δεν το έχω κάνει μέχρι σήμερα, να μην μπεις εμπόδιο. Συνεννοηθήκαμε;»

«Εγώ τώρα τι να σας πω; Το ευχαριστώ είναι πολύ φτωχό μπροστά σε όσα έχετε κάνει για το κορίτσι μου…» και δεν προλάβαινε να σκουπίζει τα μάτια της.

«Βλέπεις, εγώ δεν αξιώθηκα να αποκτήσω δικό μου παιδί. Έτσι, τούτο δω το πλάσμα που έφερε την χαρά στο σπίτι μου, είναι και δικό μου. Άλλωστε, μην ξεχνάς πως το υποσχέθηκα στον πατέρα της λίγο πριν μας αφήσει…»

Έσκυψε η Μαριάνθη να του φιλήσει το χέρι, μα για άλλη μια φορά την “μάλωσε”.

«Δεν είμαι παπάς… Και αυτήν τη χειρονομία δεν θα την κάνεις ποτέ και  σε κανέναν. Ακούς; Σε κανέναν…» και από την τσέπη του έβγαλε έναν φάκελο και της τον έδωσε. «Εδώ είναι το αντίγραφο της διαθήκης μου και το όνομα του συμβολαιογράφου. Φύλαξέ τον καλά και δεν θα πεις κουβέντα σε κανέναν. Σύμφωνοι; Σε κανέναν.»

«Μάλιστα.»

Κι η Αγγελικούλα μεγάλωνε, σωστή δεσποινίς. Γινόταν ομορφότερη μέρα τη μέρα και άριστη μαθήτρια και ο Κωνσταντίνος καμάρωνε για το πνευματικό του παιδί που έφερνε τους επαίνους και τα άριστα κάθε τόσο.

«Μαριάνθη, τον καφέ, σε παρακαλώ…»

«Αμέσως…»

Κάθισε στην πολυθρόνα του με θέα την Ακρόπολη. Είχε βάλει τον αγαπημένο του δίσκο στο γραμμόφωνο, άναψε ένα τσιγάρο, ήπιε μια ρουφηξιά και απολάμβανε το λιόγερμα…

Σ’ αυτήν τη θέση τον βρήκε η Μαριάνθη δύο ώρες μετά, όταν πήγε να του πει πως το δείπνο ήταν έτοιμο…
Καθισμένος, ήρεμος, μ’ ένα πλατύ χαμόγελο ο Κωνσταντίνος είχε περάσει στην απέναντι όχθη, χωρίς να ενοχλήσει κανέναν…

 

*

 

Ο πόλεμος εναντίον της Μαριάνθης και την Αγγελικούλας ξεκίνησε την ίδια μέρα.

«Να πάρεις το παιδί σου και να σηκωθείς να φύγεις από δω. Αρκετά έφαγες…» της είπε η γυναίκα του Μιχαήλ.

«Θα το κάνω όταν θα μπορώ.» της απάντησε η Μαριάνθη.

«Εμένα μη μου βγάζεις γλώσσα. Εγώ δεν είμαι ο Κωνσταντίνος, κατάλαβες; Δεν χρειάζεται να σου πω άλλα. Σέβομαι το παιδί σου.»

«Το βλέπω…» και την κεραυνοβόλησε με την ματιά της.

Πού την βρήκε αυτήν τη δύναμη; Πώς τόλμησε να σηκώσει το μπόι της στην μεγάλη κυρία;

Πήρε την απαρηγόρητη Αγγελικούλα από το χέρι και πήγαν στο δωμάτιό τους.

«Μαμά, μη μείνουμε άλλο εδώ. Αφού βλέπεις πως δεν μας θέλουν. Άλλωστε, ο νονός μού είχε πει πως σου έχει αφήσει έναν φάκελο για να μην χρειαστεί να ξαναδουλέψεις.»

«Θα γίνουν όλα όπως τα ήθελε αυτός ο άγιος άνθρωπος και άσε αυτήν την ψηλομύτα να την τακτοποιήσω εγώ.»

Η Μαριάνθη είχε μάθει από χρόνια, από την κοπέλα που δούλευε στο σπίτι της οικογένειας του Μιχαήλ, πως είχε ακούσει την κυρία της να μιλάει με φιλενάδα της και να λέει πως η Μαριάνθη είναι αγαπητικιά του Κωνσταντίνου και πως το παιδί είναι δικό του… Τότε η Αγγελικούλα της είχε αρχίσει να πηγαίνει σχολείο και η μητέρα της πλάνταξε κρυφά στο κλάμα από την αδικία και την ψευτιά.

«Αφού εκεί ήταν όταν ήταν ήρθαμε με τον Άγγελο, όταν έμεινα έγκυος, όταν γεννήθηκε το παιδί κι όταν χάσαμε τον πατέρα της…»

Όλην αυτή την αδικία και την πίκρα την φύλαγε στην ψυχή της και σαν πέρασε ο καιρός και άνοιξε η διαθήκη του Κωνσταντίνου, η “μεγάλη κυρία” απέδειξε, για άλλη μια φορά, πόσο μικροπρεπής άνθρωπος ήταν. Μονάχα ο Μιχαήλ προσπάθησε να κρατήσει κάποιες ισορροπίες, αλλά χωρίς επιτυχία.

«Λυπάμαι, αλλά με βάση την επιθυμία του κυρίου Κωνσταντίνου, από το σπίτι θα φύγω όποτε και αν το θελήσω εγώ. Και για να μην σας κρατήσω σε αγωνία και φαρμακωθείτε από τον ίδιο σας τον εαυτό, θα φύγουμε μετά το καλοκαίρι κι αφού περάσει η Αγγελικούλα μου στο Πανεπιστήμιο που θέλει και φυσικά εκτός Ελλάδας. Θα σας απαλλάξουμε από την παρουσία μας, που καλό θα κάνει σε μας. Μέχρι τότε θα υποστείτε την παρουσία μας, εκτός κι αν θέλετε να μετακομίσετε εσείς.»

«Πόσα θέλεις για να φύγεις; Έχεις κι εσύ την τιμή σου…»

«Λυπάμαι, αλλά η δική μου τιμή δεν έχει τίμημα, κυρία. Δεν πουλιέται και δεν αγοράζεται, όπως κάποιων άλλων.»

Αυτές ήταν και οι τελευταίες κουβέντες που αντάλλαξαν μεταξύ τους. Ο συμβολαιογράφος, φίλος και συνεργάτης του Κωνσταντίνου για χρόνια, στάθηκε στο πλευρό τους φύλακας-άγγελος. Εκείνος φρόντισε για τις σπουδές της Αγγελικούλας και με την βοήθειά του το ποσό που υπήρχε δεν λιγόστεψε ποτέ.

«Καλά μου έλεγε ο Κωνσταντίνος, πως είσαι ένας υπέροχος και αξιοπρεπέστατος άνθρωπος, κυρία Μαριάνθη. Δεν έχεις να νοιαστείς για τίποτα. Όσο ζω θα είμαι εδώ, δίπλα σας, αλλά και μετά, θα αναλάβει ο γιος μου. Οπότε, δεν έχετε να νοιαστείτε για τίποτα. Ο καλός μου φίλος σας έχει τακτοποιήσει για όλη σας την ζωή.»

 

*

 

«Πώς έγιναν όλα; Πού πήγαν οι κόποι τόσων ανθρώπων; Γιατί τόση εγκατάλειψη; Μου το λέγατε και δεν το πίστευα.»

«Βλέπετε, είναι αυτό που έλεγε ο δικός μου πατέρας: ό, τι σπέρνεις, θερίζεις. Στον άνεμο έσπειρε ο αείμνηστος Μιχαήλ και η γυναίκα του, βεβαίως. Οι γιοί τους που είχαν μάθει μονάχα να εισπράττουν και να μην παράγουν, και μετά την δική σας απόφαση, ύστερα κι από τον θάνατο της αξιολάτρευτης κυρίας Μαριάνθης, να αποποιηθείτε των δικαιωμάτων σας στο σπίτι και το εργοστάσιο, διέλυσαν τα πάντα. Στο τέλος διαλύθηκαν και μεταξύ τους, δεν τα βρήκαν στην μοιρασιά, που λένε και κανείς δεν γνωρίζει πού βρίσκονται και τι απόγιναν. Φήμες θέλουν να έχουν φύγει εκτός Ελλάδας, με ό, τι μπόρεσαν να φυγαδεύσουν. Αλλά και πάλι, τα έτοιμα γρήγορα τρώγονται, όπως έλεγε και πάλι ο πατέρας μου…»

«Πάντως, θέλω να σας ευχαριστήσω κι από κοντά για όσα έχετε κάνει για μένα. Και σας παρακαλώ, το ποσόν που σας στέλνω κάθε μήνα, δεν θέλω να μου δίνετε αναφορά πού πηγαίνει. Αρκεί να πιάνει τόπο σε ανθρώπους που το έχουν ανάγκη.»

«Να είστε βέβαιη γι’ αυτό και σας ευχαριστώ για όσα κάνετε.»

«Πιστεύω να έχετε κρατήσει την ανωνυμία.»
«Όρος δικός σας και απαράβατος.»
«Και πάλι σας ευχαριστώ για όλα. Θα τα λέμε τηλεφωνικώς ή διαδικτυακά. Για ό, τι χρειαστείτε, ξέρετε πού και πώς θα με βρίσκετε.»

«Τελικά, αν βγει σε πλειστηριασμό το οίκημα, δεν θέλετε να το διεκδικήσετε;»

«Μόνο στην περίπτωση που θα μας επιτρέψουν να το χρησιμοποιήσουμε για ανθρώπους που έχουν ανάγκη. Και αυτή την ώρα, είναι πολλοί αυτοί…»
«Θα σας κρατώ ενήμερη.»

«Και πάλι, σας ευχαριστώ.»

Στο αεροπλάνο η Άντζελα βλέπει την Αθήνα να απομακρύνεται και δάκρυα καυτά κυλούν στα μάγουλά της.

«Αντίο, αγαπημένε μου νονέ… Καλά μου τα έλεγες…, αλλά πονάει, πονάει πολύ να βλέπεις τούτη την κατάντια… Αντίο, καλέ μου και σ’ ευχαριστώ για τις “αποσκευές” που μου χάρισες!…»

_

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια