depressed_girl

Όταν ήρθες, δεν πρόσεξα ότι το όχημα που πάνω του ήσουν γαντζωμένος ήταν μια χρωματιστή πομφόλυγα. Το πέρασα σαν ένα περίεργο αερόστατο καμωμένο από ανθεκτικά υλικά. Μα δεν ήταν έτσι δυστυχώς… Ένα χρωματιστό μπαλόνι ήταν τελικά που μόνoς σου το τρύπησες και το ήλιον σιγά αλλά σταθερά άρχισε να βγαίνει από μέσα του κάνοντάς το να συρρικνώνεται, μέχρις ότου έμεινε κάτω στη γη μια άμορφη μάζα υλικού που δεν θα χρησίμευε σε τίποτα πια.
Εσύ έμεινες για λίγο, για πολύ λίγο κάτω στη Γη και μετά, σαν αερικό, σαν αύρα, υψώθηκες στην ατμόσφαιρα πάνω σε ένα άλλο αόρατο όχημα που δεν ξέρω σε ποιον ταρσανά ουράνιο κατασκευάστηκε και χάθηκες από τα μάτια μου μα όχι από την ψυχή μου.
Αυτήν την ψυχή που έντυσες τη γύμνια της με φτερά δικής σου επινοήσεως, την στιγμή που πίστευα ότι δεν είχα τίποτα να περιμένω πια.
Και τώρα σ’ αυτό το ίδιο σημείο βρίσκομαι, το ίδιο άδεια, το ίδιο γυμνή. Χάθηκαν όλα και πάλι. Και πάγος βουνό πήρε τη θέση του Ήλιου από τη ζωή μου…
Αντίο Αγάπη, αντίο Φως…
“Μα γιατί στενοχωριέσαι που τον έχασες; Μη και τον είχες ποτέ; Προϊόν της τεχνολογίας ήταν βρε κουτό και γι’ αυτό είχε μία άλφα τελειότητα. Δεν είχε ανθρώπινα ελαττώματα και ήταν απλό αφού δεν ήταν Άνθρωπος. Ένα αερικό ήταν, μια αυταπάτη της ψυχής σου της εύπιστης και εύπλαστης. Η Αγάπη όμως καλή μου δεν ζει με αυταπάτες. Τροφή της έχει το Σ’ ΑΓΑΠΩ, τις αποδείξεις, όχι λόγια και λόγια ωραία μόνο. Τυχαίνει ας πούμε ο άλλος να είναι λεξιπλάστης και σου τις σερβίρει με τρόπο λογοτεχνικό, ποιητικό και ο εκμαυλισμός επέρχεται χωρίς μεγάλη δυσκολία όπως γίνεται και με τη μουσική. Καλά το έλεγε ο μεγάλος Τολστόι στο μυθιστόρημά του Η σονάτα του Κρόιτσερ. ‘’Η μουσική δεν εξυψώνει, πλανεύει.’’
Το ερώτημα είναι τι γίνεται με σένα που είσαι οπαδός του απτού, πώς το λένε να δεις, του χειροπιαστού, πώς αφέθηκες να ενδώσεις στο Τίποτα σε μια χρωματιστή πομφόλυγα που ούτε καν θόρυβο έκανε με το σκάσιμό της; Πώς και γελάστηκες έτσι; Και τι είναι εκείνο που σε κάνει τώρα να πονάς τόσο πολύ; Αλλά, στάσου, μη μου πεις το ξέρω. Είναι αυτός ο πάγος της αδιαφορίας, της αποξένωσης του χάους. Είναι αυτή η καταπακτή που άνοιξε εμπρός σου και κατάπιε με μιας στο τίποτα το Τίποτα. Κατάλαβες τι έγινε; Δεν κατάλαβες; Πλανεύτηκες. Πίστευες ότι ό,τι συνέβαινε με τους άλλους αδύνατον σε σένα να συμβεί. Να όμως που συνέβη και ήταν και πανεύκολο. Αφέθηκες. Έχασες. Τα συναισθήματα ξέρεις δεν εξετάζουν την πηγή προέλευσης, αν δηλαδή πρόκειται για κάτι το υλικό ή ιδεατό. Με μια μικρή διαφορά. Στην πρώτη περίπτωση, μπορείς και το αντιμετωπίζεις ανταλλάσσοντας εξηγήσεις ή και μπουνιές. Αν όμως είναι κάτι το άυλο τι κάνεις; Κάθεσαι βλακωδώς και πονάς και αυτομαστιγώνεσαι ρίχνοντας τα βάρη όλα στον εαυτό σου, βάρη και λάθη υπαρκτά και ανύπαρκτα.
Μια ζωή τα ίδια. Για ποια παθήματα λες που γίνονται μαθήματα; Δεν έχεις ακούσει που λένε ότι “πρώτα βγαίνει η ψυχή του ανθρώπου και μετά το χούι του;” Και μένεις να υποφέρεις με τα αναπάντητα “γιατί” σου. Θυμάσαι αλήθεια κανένα από αυτά τα “γιατί” να έχουν απαντηθεί στη ζωή σου έστω και στοιχειωδώς; Άλλο ένα λοιπόν “γιατί” τώρα, που θα είναι βέβαια και το τελευταίο σου. Τι να σου κάνω εαυτέ μου; Ας ήσουν λιγότερο συναισθηματικός. Και μην ξεχνάς, στους δύο που χωρίζουν είτε αυτοί είναι εραστές είτε φίλοι, εκείνος που λέει τις πιο πολλές τρυφεράδες και μεγάλα λόγια, είναι και αυτός που πονάει λιγότερο, είπε κάποιος σοφός που δεν θυμάμαι το όνομά του…”

 

-

γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!