Τα κόκκινα τριαντάφυλλα

20.03.2021

Εκείνος παραφυλάει στη γωνία, επιμελώς κρυμμένος κάτω από μαύρη ρεντικότα, σκούφο και δερμάτινο χαρτοφύλακα που χάσκει σκισμένος. Την κοιτά με ματάκια μικρά. Τα ματογυάλια κρύβουν μια σπάνια εξαιρετική όραση. Με τρεμάμενο χέρι εκείνη βγάζει τα κλειδιά, κάνει να ξεκλειδώσει με αδέξιες, βιαστικές κινήσεις. Δεν τον κοιτά. Με μια γρήγορη κίνηση τρυπώνει μέσα. Εκείνος στέκεται στο πλατύσκαλο με όλο το θάρρος. Βαστώντας την αναπνοή της, εκείνη πρόλαβε να ακούσει τη στριγγιά κραυγή και ένα απεγνωσμένο ουρλιαχτό γάτας. Η σκάλα υπηρεσίας την οδηγεί στην ταράτσα. Το κεφάλι μιας γάτας προβάλλει μέσα από το βαρέλι που υπήρχε εκεί. Η σκάλα υπηρεσίας κατεβαίνει στον ακάλυπτο κήπο με τα κόκκινα τριαντάφυλλα. Παραφυλάει. Το νιαούρισμα μιας γάτας διακόπτει τους ήχους που μπορεί να ακούγονται. Σιγή. Ακούει τον θόρυβο που κάνουν τα αμάξια από την κεντρική οδική αρτηρία, προς τον βόρειο προσανατολισμό του κήπου. Μια μπάλα περνάει τον μαντρότοιχο και προσγειώνεται, καρφώνεται στα αγκάθια από τα τριαντάφυλλα, σίγουρα από παιδιά παίζουν στην αυλή του δημοτικού σχολείου, ώσπου ακούγεται ένα απότομο φρενάρισμα από κάποιο αυτοκίνητο και ήχοι τραγουδιού, μαζί με ένα χέρι που κρέμεται από το παράθυρο. Αλαφιασμένη, ανεβαίνει τη σκάλα υπηρεσίας, πηδά σαν αίλουρος στην ταράτσα, λοξοκοιτάζει προς τη γωνία, σαν να μην θέλει να δει τα μάτια που την κοίταζαν. Παραμένει σκαρφαλώμένη σαν γάτα στο υπερυψωμένο πεζούλι που εφάπτεται της σκάλας, είναι έτοιμη να πηδήξει στα τριαντάφυλλα. Τα μάτια της λευκής γάτας φωσφορίζουν στη γωνία, την καρφώνει με το βλέμμα του. Εκείνη πιάνεται από τα σίδερα που υπήρχαν εκεί για το άπλωμα των ρούχων. Αιωρείται για δυο δευτερόλεπτα. Η γάτα της δείχνει τα δόντια της, που χάσκουν απειλητικά μέσα σε ένα ορθάνοιχο στόμα έτοιμα να καταβροχθίσουν τον έχθρο. Εκείνη αφήνεται. Λίγες στιγμές μετά η σειρήνα του ασθενοφόρου που στρίβει μέσα στην κεντρική λεωφόρο. Ο σκύλος της, γαβγίζει απειλητικά προς το μέρος της γάτας. Πέφτει κάτω.

Εκείνη κάθισε ευλαβικά στην πολυθρόνα απέναντί του. Εκείνος να βοηθήσει ήθελε. Να σου φτιάξω έναν καφέ, μισό λεπτό, δεν θα αργήσω. Φθινοπωρινή Θεσσαλονίκη. Η φοιτητοπαρέα στα τραπεζάκια της Καμάρας για φραπέ κάτω από έναν ηλιόλουστο ουρανό και λίγο πιο κει σε ένα σκιερό τραπέζι αυτός. Ανταλλαγή θεμάτων ποινικού. Η Ιφιγένεια καμαρώνει για τη γαλλική ταινία που είδαν προχθές το βράδυ στο σινεμά της Παρασκευοπούλου, είχε τη Νατάλια σε γυμνά πλάνα, ο Σωτήρης δίπλα της, της έπιανε το χέρι, «κοίτα να μαθαίνεις». Η Ιφιγένεια έκλεινε τα μάτια σαν γάτα που της φυσούσες τον καπνό στα μάτια, κατάπινε την τσίχλα της και ένα ρίγος τής έλιωνε το αδέξιο σώμα. Εσείς τι θα δείτε απόψε; Ρωτάει πρόθυμα. Τα αγόρια, μερικοί από αυτούς πιο έμπειροι, γελούν: «την κόλαση μέσα μας». Τα ρέμπελα αγόρια, αιώνιοι φοιτητές μερικοί, περνούσαν τα εξάμηνα πίνοντας καφέδες, ποτά, καπνίζοντας, κάνοντας έρωτα και διαβάζοντας εφημερίδα στην κεντρική βιβλιοθήκη, αντί για εμπορικό δίκαιο. Στο όνειρό της εκείνο το βράδυ η Ιφιγένεια είδε τη Νατάλια γυμνή να κάνει έρωτα με ένα φάντασμα και όταν ξύπνησε είχε μουδιάσει όλο της το σώμα. Ανακάθησε στο κρεβάτι και έβαλε λίγο γιαούρτι στο ξεραμένο στόμα της. Δεν μπορούσε να ξανακοιμηθεί. Πήρε να βάφει τα νύχια των ποδιών της κόκκινα. Περίμενε το ξημέρωμα. Είχε μπροστά της το τελευταίο μάθημα της εξεταστικής και ήταν ανάμεσα στους πρώτους φοιτητές.

Η Ιφιγένεια ξύπνησε με ένα ψιλόβροχο. Να θυμηθώ να πετάξω τα σκουπίδια, σκέφτηκε καθώς θα βγαίνω, να πάρω την ομπρέλα μου, να καλέσω για το ταξί που θα με πάει στην Πανεπιστημιούπολη. Θα σκίσουμε σήμερα. Ένας χρόνος έμενε και μετά μεταπτυχιακό στο διεθνές δίκαιο, στη Γαλλία. Άσε τους άλλους να κοιτάζουν σκονάκια, να με αντιγράφουν, να γελούν περιπαιχτικά εις βάρος μου και στο τέλος να μου σερβίρουν και το ευχαριστώ τους, που σε μένα χρωστούν ότι έχουν ένα μάθημα λιγότερο για το πτυχίο. Εγώ θα είμαι επιτηρήτρια σε λίγο καιρό, είπε στον εαυτό της η Ιφιγένεια, καθώς έστρωνε το κόκκινο κραγιόν στα χείλη της · δεν μπορούσε να γράψει αν δεν ήταν βαμμένη και πάντα με τα σκουλαρίκια της. Μία φορά μόνο είχε λερώσει τη μπλούζα της με λίγο αιματάκι κι έτρεξε πίσω να αλλάξει και το μακιγιάζ για να ταιριάζει με το φόρεμά της.

Με τις λύσεις της ποινικής δικονομίας στα χέρια τους, έβγαινε όλο το φοιτηταριό από την κάτω πόρτα του κάτω αμφιθεάτρου, ξεφεύγοντας από τα επιτηδευμένα βλέμματα των επιτηρητών που ήθελαν να ξεμπερδέυουν μια ώρα αρχύτερα. «Μη σβήνετε και μη γράφετε τίποτε. Κάτω τα μολύβια.» Μέσα σε ένα σύννεφο από γέλια και πειράγματα ο δρόμος προς την ελευθερία. Η Ιφιγένεια προτελευταία πάντα, ένας άλλος έκλεισε την πόρτα πίσω του. Η κοπέλα ενσωματώθηκε αμέσως στην παρέα, δίπλα ο κήπος με τα κόκκινα τριαντάφυλλα, τα περιποιημένα, πολύχρωμα παρτέρια και τα παγκάκια. Και λίγο παρέκει ο πίνακας αποτελεσμάτων και ανακοινώσεων πάντα καλυμμένος από γυαλί και σίδερα. «Πού θα γιορτάσουμε απόψε τη λήξη της εξεταστικής;» Ρώτησε η Ιφιγένεια με κέφι και ενθουσιασμό, δίνοντας πάσα στα αγόρια και στα κορίτσια να σχεδιάζουν πού θα αράξουν σήμερα, σε ροκάδικο ή σε ταβέρνα στην Άθωνος. Ή και στα δύο; Γιατί όχι.

Η Ιφιγένεια με τη φοιτητοπαρέα επισκέφθηκαν την Άνω Πόλη. Σε ένα διάλειμμα, που είχαν ανάψει τα τσιγάρα τους οι άλλοι, εκείνη προχώρησε και στάθηκε στην άκρη του αδιάστατου βράχου δήθεν για να τραβήξει φωτογραφίες. Αποθανατίζοντας τα ευτυχισμένα χρόνια, εκείνος σχεδόν σαν να την κράτησε απ’ το χέρι για να μην πέσει. Η κοπέλα κάθισε στο βράχο σταυροπόδι και έδεσα τα γόνατά της με τα χέρια της. Ακούει την παρέα να γελάει να φωνάζει από μακριά. Ήταν επικίνδυνο να πέσει στο κενό προσπαθώντας να πιάσει τα φτερά του γλάρου που περνούσε σε απόσταση αναπνοής από πάνω τους. Απόψε θα μάθαινε στον Σωτήρη να παίζει πιάνο. Εκεί ψηλά. Στην Άνω Πόλη.

Πώς μπορώ; Με ποιον τρόπο; τον ρωτάει ξαφνιασμένη η Ιφιγένεια ένα πρωί. Ξέρω ότι το θέλεις, της λέει εκείνος. Όμως κάνε λίγη υπομονή. Η Ιφιγένεια γέρνει στο μαξιλάρι της λυπημένη και βλέπει στο όνειρό της να κρέμεται και να πέφτει στ’ αλήθεια αλλά να πέφτει στα μαλακά, ο τρίτος όροφος να γίνεται δεύτερος, ο δεύτερος πρώτος και έτσι να πέφτει στον καταπράσινο ακάλυπτο κήπο με τα τριαντάφυλλα χωρίς να σπάζει ούτε καν τα πόδια της. Είναι ωραίο να κοιμάσαι. 

Θεσσαλονίκη, Φεβρουάριος, και έριχνε ψιλόχιονο. Η Ιφιγένεια σηκώθηκε στις επτά και μισή ακριβώς, ήπιε το χάπι της ευτυχίας με ένα ποτήρι νερό και άρπαξε την τσάντα και τα κλειδιά της, για να προλάβει να βγει στη στάση της Βασιλίσσης Όλγας να αρπάξει το «αμάξι» για το Πανεπιστήμιο. Στη στάση, πια, έβλεπες τα πάντα, κάθε είδους ανθρώπους, τρελούς και μισότρελους και αυτή να έχει το νου της στο μάθημα. Εν τω μεταξύ είχε χάσει και το λεωφορείο. Ο άνθρωπος φάντασμα είχε εξαφανιστεί. Από τότε άρχισε να μεταχειρίζεται πάντα ταξί.

«Για σύνελθε», η γιαγιά της Ιφιγένειας, την τράβηξε από τα πέτα. Κόντευαν να χάσουν την υπομονή τους. Κινδύνευε ο δικός τους άνθρωπος. Η Ιφιγένεια τράβηξε τη γιαγιά της αγκαζέ και βγήκαν έξω από το σπίτι κρατώντας ένα μπουκέτο κόκκινα τριαντάφυλλα στα χέρια. Εξαφανίστηκαν στη γωνία. Πήγαιναν προς το κοιμητήριο.

Ήταν συννεφιασμένο το πρωϊνό και η κυρία από την απέναντι ταράτσα χαιρέτησε ολόκαρδα την Ιφιγένεια. Να έρχεσαι να κάνουμε λίγο παρέα, της είπε, και ένα διάκενο τις χώριζε, όπου άπλωναν και οι δυό τους τα βαρειά χειμωνιάτικα ρούχα. Είχε μπει η άνοιξη πια. Η Ιφιγένεια μπήκε μέσα στην κουζίνα καταχαρούμενη, να σβήσει τον φούρνο, έφτιαχνε κέικ. Τράβηξε λίγο την κουρτίνα, κοίταξε εκείνον μέσα από το παράθυρο, εκείνος δεν έβλεπε, η Ιφιγένεια βεβαιώθηκε ότι είναι ασφαλής και στάθηκε κάτω από το ξύλινο κάσωμα της πόρτας παρατηρώντας όσα συνέβαιναν γύρω της στο κάθε έπιπλο του σπιτιού, την κάθε στιγμή.

Να έχεις τη συνείδησή σου ήσυχη, είπε στην Ιφιγένεια, η γιαγιά της, ο πατέρας σου είναι καλύτερα, κι εγώ πήγα στο νεκροταφείο εχθές, Μεγάλη Παρασκευή και άναψα τα κεράκια, το καντήλι είναι αναμμένο στο μέσα παραθυράκι πάνω από το μνήμα, δεν είναι παρατημένο, ξεχορτάριασα γύρω γύρω, τοποθέτησα κόκκινα τριαντάφυλλα στο μαρμάρινο ανθοδοχείο, πέταξα τα αποτσίγαρα από το γειτονικό μνήμα, φίλησα το χέρι του παππά, έριξα τρισάγιο, χάιδεψα τη μαρμάρινη πλάκα. Να ξέρεις, ο Θεός μιλάει. Αλλά μιλάει τελευταίος. Κατάλαβες Ιφιγένεια; Είναι ωραίο να περιμένεις.

Στον έλεγχο του αεροδρομίου, η Ιφιγένεια στεκόταν χιλιοευτυχισμένη και γεμάτη ελπίδες και ανυπομονησία για την καινούρια της ζωή. Κρατούσε το εισιτήριό της στο ένα χέρι και τη βαλίτσα της στο άλλο που περιείχε το πτυχίο της και τις εμπειρίες μιας ολόκληρης ζωής που άφηνε πίσω της. Από το μισάνοιχτο φερμουάρ της βαλίτσας, εξείχε ένα μπουμούκι κόκκινο τριαντάφυλλο. Λίγες στιγμές μετά απογειωνόταν και πετούσε ψηλά στον ουρανό, κοιτώντας μέσα από το φινιστρίνι, χωρίς φόβο πια, αφού όλα αυτά ήταν αλήθεια και οι δικοί της την αγαπούσαν, την ίδια, την Ιφιγένεια.

_

γράφει η Αλεξάνδρα Μιχαλοπούλου

Ακολουθήστε μας

Οι ταινίες της εβδομάδας

Συνάντηση στην πολυκατοικία

Συνάντηση στην πολυκατοικία

Η Ρίτα, φοιτήτρια στην Αρχιτεκτονική, στην επαρχιακή πόλη, χαιρόταν το επιτέλους κατάδικό της δωμάτιο, μια γκαρσονιέρα στο ισόγειο κεντρικής πολυκατοικίας. Έξι τα ξημερώματα ανυπόμονη για τις εξελίξεις των τελευταίων ημερών και για τη μέρα που ερχόταν. Ανακουφισμένη...

Θέα Θάλασσα

Θέα Θάλασσα

Εμπνευσμένο από τον πίνακα του Γ. Μόραλη “Έγκυος Γυναίκα”   Καστέλα 1948 Μήνες ολόκληρους καθόταν στην ίδια θέση κάθε απόγευμα. Από την ώρα που απόσωνε το λιγοστό γεύμα της μέχρι που ο ήλιος έδυε και τα μάτια της δεν έβλεπαν παρά μόνο πηχτό μαύρο, καθόταν ακίνητη...

Στα Μαρμαρένια Αλώνια

Στα Μαρμαρένια Αλώνια

-Όχι ρε πούστη χάρε, δε θα το πάρεις το παιδί! Φώναζε και έβριζε με πάθος καθώς έκανε ανάνηψη στο 12χρονο αγόρι, που είχε φύγει στη μέση του χειρουργείου. Ο ιδρώτας είχε ποτίσει το πρόσωπό του, μα το βλέμμα του, γεμάτο πείσμα κοιτούσε κατάματα τον χάροντα, που έστεκε...

Τα ημερολόγια των τρελών: «Ο περιθωριακός»

Τα ημερολόγια των τρελών: «Ο περιθωριακός»

Ο πίνακας μιας μέρας σου. Πλάσε χαρά, πλάσε ζωή, αξίες και ομορφιά η αύρα σου θ’ αγγίξει ανθρώπους πιο βαθιά ωραία συναισθήματα στη σύνθεση μιας μέρας πομπός ελπίδας, άνοιξης, στο φάσμα μιας εσπέρας. Το κάδρο των αισθήσεων γέμιζε με αγάπη μια θάλασσα χαμόγελα στου ουρανού τον χάρτη.

Έχασα τη ζωή μου ταξιδεύοντας…

Έχασα τη ζωή μου ταξιδεύοντας…

έχασα τη ζωή μου ταξιδεύοντας σε μιαν άλλη ζωή; Ήτανε τότε που σε περιγελούσε η πιτσιρικαρία της πλατείας. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Το θυμάμαι καλά, γιατί σήκωσες μια πέτρα και τους κυνήγησες αλαλάζοντας και απειλώντας, άσχετα αν εκείνοι γελούσαν. Ακολούθησε η εποχή της...

Διαβάστε κι αυτά

Έχασα τη ζωή μου ταξιδεύοντας…

Έχασα τη ζωή μου ταξιδεύοντας…

έχασα τη ζωή μου ταξιδεύοντας σε μιαν άλλη ζωή; Ήτανε τότε που σε περιγελούσε η πιτσιρικαρία της πλατείας. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Το θυμάμαι καλά, γιατί σήκωσες μια πέτρα και τους κυνήγησες αλαλάζοντας και απειλώντας, άσχετα αν εκείνοι γελούσαν. Ακολούθησε η εποχή της...

Το μαγικό παγοπέδιλο

Το μαγικό παγοπέδιλο

Η Μαντώ ήταν ένα πανέμορφο κοριτσάκι έξι ετών, που το μόνο που τής άρεσε να κάνει ολημερίς και ίσως ολονυχτίς στον ύπνο της, ήταν να χορεύει. Χόρευε μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη της κάμαρας των γονιών της και ονειρευόταν τις σκηνές τών παγκόσμιων θεάτρων, υπό την...

Όποιος τις νύχτες περπατεί…

Όποιος τις νύχτες περπατεί…

«Τους μήνες που δεν έχουν ρο το κρασί θέλει νερό» ξανάπιασε το γνωστό τροπάρι του ο Μηνάς, καθώς - αρχές του Μάη ήτανε - βολεύτηκε στην μόνιμη θέση του, στο κουτούκι του Γαβρίλη «Η ωραία Μέλπεια». Αποδέκτης της παρατήρησης η μόνιμη παρέα του, ο ξάδερφός του ο...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου