Της γριάς τα κοτόπουλα

15.09.2020

Την γριά δεν θυμάμαι να την είχα συναντήσει ποτέ. Όμως, χωρίς να την ξέρω, την σκέφτομαι πάντα, αναπολώντας, ιδίως όταν περνώ απόγευμα έξω από το μαγαζί της, στην παραλιακή Νέας Κίου – Ναυπλίου. Για την ακρίβεια εκεί που ήταν πριν καμιά εικοσαετία το μαγαζί της, που έχει γίνει πια σκόνη και το κρατά υπαρκτό στο μυαλό μου η ανάμνηση στιγμών μοναδικών, που είχα ζήσει κάτω από τις λαμαρίνες του, με θέα το Μπούρτζι και τ’ Ανάπλι.

«Της γριάς τα κοτόπουλα». Έτσι το λέγανε, έτσι το έμαθα να το λέω κι εγώ. Έμαθα δια της ακοής γιατί δεν θυμάμαι να υπήρχε ποτέ κάποια ταμπέλα. Και το ‘γραψα στην αρχή. Γριά δεν θυμάμαι. Το γιό της τον θυμάμαι. Αυτός έφτιαχνε τα πιάτα, αυτός και μας σερβίριζε. Συμπαθής, φιλικός πάντα, Καραγιάννης το επώνυμο, κάτσε να θυμηθώ και το μικρό του.

Επιστροφή στα… κοτόπουλα. Ήταν η σπεσιαλιτέ του μαγαζιού, το κοτόπουλο που έφτιαχνε η μάνα του Καραγιάννη, αφού το πέρναγε πρώτα απ’ το τηγάνι. Δεν έτυχε ποτέ να το δοκιμάσω, δεν είμαι και σίγουρος αν το έφτιαχνε μετά τη μάνα του. Άλλωστε, εγώ πήγαινα εκεί για τον γαύρο, τον τηγανισμένο, που τον απολάμβανα παρέα με τον φίλο μου, τον Γιάννη τον Κόκκορη, τον Καραγκιοζοπαίχτη, συνοδεία ούζου, με σκηνικό την μεσαιωνική πολιτεία, απέναντι.

Μιλώ για τα τέλη της δεκαετίας του 80, όπου ένα μοναχικό παλαιό ασβεστωμένο κτίσμα, με στέγαστρα λαμαρίνες και βαμμένες θαλασσιές τις μεταλλικές κολόνες, κυκλωμένο από βούρλα και αρμυρίκια, φάνταζε μέσα  στην καρδιά του υδροβιότοπου, σαν σκηνικό ελληνικής ταινίας του ’50.

Είμαι σίγουρος, καθώς ψάχνω μέσα μου τα συναισθήματα που μου γεννούσε ο χώρος εκείνος, πως δεν θα ένοιωθα καμιά έκπληξη αν κάποια στιγμή έβλεπα στο διπλανό μου τραπέζι τον Αυλωνίτη με τον Φωτόπουλο να μου τείνουν τα ποτήρια για το «Εβίβα», καθώς θα επέστρεφε από την ακροθαλασσιά η Ίλυα Λιβυκού, παρέα με την Σπεράντζα Βρανά, χυμώδη και σκερτσόζα.

Το ταβερνείο το είχα ονειρευτεί πολλές φορές με πάλκο, όπου πάνω του θα φώτιζαν χρωματιστά λαμπιόνια και μια ορχήστρα με μπουζούκι θα έπαιζε και θα τραγούδαγε «απόψε στις ακρογιαλιές, αντιλαλούν διπλοπενιές», κάτι που, δυστυχώς, δεν είχα την τύχη να το ζήσω.

Πάει, όμως, κι η «γριά και τα κοτόπουλά» της, πάει και το παραθαλάσσιο στέκι, έγινε θυσία στις επιταγές προστασίας του υδροβιότοπου – να ‘ταν μόνο αυτό που τον… χάλαγε – γκρεμίστηκε και ισοπεδώθηκε, σβήστηκε όπως σβήνουν τα όνειρα και παρέμεινε πια μόνο σαν μια όμορφη θύμηση. Το πάλκο με τα λαμπιόνια τα χρωματιστά, που δεν στήθηκε ποτέ, το αποζητώ από τότε μοναχά στις παλιές ταινίες. Και μαζί με όλα αυτά, πάει και ο φίλος μου ο Κόκκορης…

 

_

γράφει ο Γιώργος Ν. Μουσταΐρας

 

Ημερολόγιο 2021 – Πρόσκληση

Οι προσφορές των εφημερίδων

Ακολουθήστε μας!

Κερδίστε το!

Κερδίστε το!

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Κατακόκκινο κεράσι

Κατακόκκινο κεράσι

Σηκώθηκα απρόθυμα το πρωί… τέντωσα τα χέρια μου, χασμουρήθηκα και σύρθηκα ως τo μπάνιο. Άλλη μια καινούργια μέρα ξεκινάει, σκέφτηκα. Ε και;…. καινούργια μέρα! Λες και πρόκειται να συμβεί κάτι καινούργιο αυτή τη μέρα. Όλα είναι προδιαγεγραμμένα. Θα σηκωθώ, θα πάω για...

Η αμοιβή

Η αμοιβή

Η βαριά συρόμενη πόρτα του καθιστικού άνοιξε και η μεσόκοπη γυναίκα γλίστρησε μέσα κρατώντας στα χέρια της ένα μικρό πακέτο. Χυμένος στην πολυθρόνα στο βάθος, με την πελώρια βιβλιοθήκη στο πλάι του, ο γέρος αγνάντευε απ’ το παράθυρο τον κήπο καθώς ο ήλιος βασίλευε. Το...

Μέσα στη νύχτα

Μέσα στη νύχτα

Μέσα στη νύχτα ακούστηκε μια κραυγή. Έσκισε τη σιωπή σαν κοφτερό μαχαίρι. Δάκρυα κυλήσανε στα μάγουλα δροσίζοντας τη λύπη της. Μια κουκουβάγια με μάτια ορθάνοιχτα στεκόταν έξω από το παράθυρό της. Τόσα βράδια πιστή στο ραντεβού της. Εμφανιζόταν ακριβώς στις τρεις το...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου