Αρχές καλοκαιριού του 1972... Με μια πεταλούδα καρφιτσωμένη στο πέτο της λινής μου ζακέτας, μια μεταξωτή κορδέλα στα μαλλιά και μια πάνινη τσάντα γεμάτη βιβλία κατηφόριζα το πλακόστρωτο της Κοντογιαννέων, στην πλατεία Γκύζη για να πάρω το λεωφορείο για το κέντρο των Αθηνών. Στο αριστερό μου χέρι φορούσα ένα χρυσό δακτυλίδι με την αναπαράσταση του Παρθενώνα. Δώρο για την εισαγωγή μου στο Γυμνάσιο! Έμοιαζε με βέρα, αλλά ήταν το γούρι μου και δεν το έβγαζα ποτέ από το χέρι μου τα τελευταία πέντε χρόνια... Ήταν, βλέπετε, δώρο της θείας μου που με υπεραγαπούσε. Η δροσιά των δεκαεφτά χρόνων μου έβαζε φτερά στα πόδια και στα όνειρά μου! Άγνωστο γιατί, είχα την αίσθηση πως κάτι σπουδαίο θα μου συνέβαινε εκείνη τη μέρα!
Στην αφετηρία το λεωφορείο θα περίμενε για πέντε ακόμα λεπτά πριν ξεκινήσει για την συνηθισμένη διαδρομή. Ο ελεγκτής με την δερμάτινη θήκη των κερμάτων έδινε τα εισιτήρια και τα ρέστα και οι επιβάτες κάθονταν στις θέσεις τους. Κάθισα κι εγώ σε μια διπλή θέση και περίμενα να δώσω το αντίτιμο. Όμως είχα ακόμα πιο έντονη την αίσθηση ότι κάτι πολύ σπουδαίο θα συνέβαινε στη ζωή μου τη μέρα εκείνη. Δεν μπορούσα να προσδιορίσω τι! Αν θα ήταν καλό ή κακό ίσως να το μάθαινα σύντομα. ΄Η ίσως και ποτέ!
Τα παράθυρα είναι ανοιχτά για να μπαίνει δροσιά - φυσικά δεν υπήρχε κλιματισμός - στο ραδιόφωνο ο Γιάννης Διακογιάννης περιγράφει έναν Ευρωπαϊκό αγώνα, κι όμως κάπου βαθειά στην ψυχή μου έχω την εντύπωση πως κι εγώ θα παίξω τον σημαντικότερο αγώνα της ζωής μου! Δεν ξέρω αν θα έχανα ή αν θα κέρδιζα. Πώς θα μπορούσα άλλωστε;
Δεν ξέρω αν σας έχει τύχει ποτέ να νιώθετε πως κάποιος έχει καρφώσει τα μάτια του επάνω σας διαβάζοντας τα πιο κρυφά της ζωή σας όνειρα. Αυτή ακριβώς την αίσθηση είχα, γι’ αυτό γύρισα διακριτικά να δω αν ήταν κάποιος γνωστός στο πίσω μέρος του λεωφορείου που ήταν πλέον γεμάτο, αρκετοί μάλιστα στέκονταν όρθιοι! Παραδόξως – σημειωτέον - η θέση δίπλα μου παρέμενε άδεια.
Ο οδηγός ξεκίνησε και τότε ένας νεαρός ήρθε και κάθισε δίπλα μου. Κομψά ντυμένος με αρκετά κοντά μαλλιά, μάτια μελιά κι ένα υπέροχο άρωμα - Pino Silvestre – θα πρέπει να ήταν. Κοιτούσε δήθεν αδιάφορα έξω από το παράθυρο, αλλά κάτι μου έλεγε πως τα μάτια του είχαν εστιάσει στο φακό της ψυχής μου. Μία στάση πριν κατέβω, σηκώθηκε, πάτησε το κουμπάκι για τη στάση κι αποβιβάστηκε αφήνοντας στο λεωφορείο εκείνη τη μοναδική μυρωδιά του αρώματός του και στην καρδιά μου ένα σφίξιμο. Πόσο λάθος είχα κάνει!
Την επόμενη μέρα, ίδιο ακριβώς σκηνικό. Εγώ στο λεωφορείο, κόσμος ακόμα περισσότερος - Δευτέρα βλέπετε - και η θέση δίπλα μου, ως δια μαγείας, κενή!
Λες και όλα τα κρουστά της Φιλαρμονικής του Δήμου να είχαν στριμωχτεί στην καρδιά μου, ένας απόκοσμος σαματάς με γέμισε λαχτάρα και προσμονή!
Λες να ερχόταν και σήμερα ο άγνωστος με το Pino Silvestre; Ο οδηγός έβαλε μπροστά τη μηχανή και ξεκίνησε. Ξαφνικά, και πριν καν διανύσει δέκα μέτρα, φρενάρει απότομα. Όλοι κρατήθηκαν από τις χειρολαβές κι εγώ απ’ το χερούλι της ελπίδας! Ο άγνωστος νεαρός ανέβηκε στο όχημα και ήρθε και κάθισε ακριβώς δίπλα μου στην "κενή θέση" του λεωφορείου και της καρδιάς μου...!
Πώς να περιγράψει κανείς τα συναισθήματα που σαν λάβα κατηφόριζαν στο γυμνό βουνό της ζωής μου; Ήθελα να μου μιλήσει, ήθελα να του μιλήσω. Αλλά πού το θάρρος; Με την άκρη του ματιού μου βλέπω να κοιτάει επίμονα το χρυσό δακτυλίδι στο αριστερό μου χέρι! Το δακτυλίδι! Μάλιστα! Είχα την ασυγκράτητη επιθυμία να το βγάλω και να το πετάξω έξω από το παράθυρο, όσο πιο μακριά μπορούσα!
Γι αυτό δεν μιλούσε λοιπόν; Νόμιζε πως ήμουν αρραβωνιασμένη; Νόμιζε πως θα με έφερνε σε δύσκολη θέση, λόγω του – υποτιθέμενου – αρραβώνα μου; Πνιγμένη στα ερωτηματικά μου, σαν σε όνειρο ακούω τη φωνή του, αμήχανη, σιγανή, αλλά τόσο μα τόσο όμορφη!
«Είστε αρραβωνιασμένη, δεσποινίς;»
«Όχι, και δεν νομίζω ότι σας ενδιαφέρει!», του απαντώ...
Δεν ξέρω αν έπαιζα με τις λέξεις, αν ήθελα να του πω ότι μόλις χθες αρραβωνιάστηκα τη ματιά του με την πρώτη ματιά! Δεν το είπα, αλλά το εννοούσα!
«Ωραία!», μου είπε... «...το αν με ενδιαφέρει ή όχι θα το δούμε! Αλέξανδρος, το δικό σας;»
Δεν θυμάμαι τι απάντησα. Βλέπετε είχα τον δικό μου βασιλιά, τον βασιλιά της καρδιάς μου δίπλα μου. Τον βασιλιά ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ! Κι ήμουν μια δεκαεπτάχρονη γοργόνα...
Η σχέση μας, μια πλατωνική, πανέμορφη αγάπη πέρασε από σαράντα κύματα...
Δεκατέσσερις μήνες μετά το περιστατικό του λεωφορείου ανέβαινα τα σκαλιά της εκκλησίας στην Ευαγγελίστρια Περιστερίου έχοντας στα κρατημένα και στα φυλαγμένα της ψυχής μου το χρυσό δακτυλίδι με τον Παρθενώνα. Στις 2 Σεπτεμβρίου του 1973 φόρεσα στο δεξί τη βέρα με το όνομά του χαραγμένο στο πολύτιμο μέταλλο και στην καρδιά μου!
Σαράντα τρία χρόνια μετά, αυτή η αγάπη είναι η ίδια σαν ένας Παρθενώνας... Παλιά... διαχρονική, με ανυπολόγιστη αξία... Ίσως γι΄αυτό να μένει ακόμα στα κρυμμένα και στα κρατημένα της ψυχής μας!
Κι αν η ιστορία που μόλις διαβάσατε σας μοιάζει αρκούντως ρομαντική για να είναι αληθινή, σας διαβεβαιώνω πως είναι πέρα για πέρα αληθινή όπως ο Παρθενώνας!

 

_

γράφει η Χρυσούλα Πλοκαμάκη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!