Select Page

Το πανηγύρι του Αι-Λια

Το πανηγύρι του Αι-Λια

 

 

Η κυρα Λάμπραινα πουλί πετάμενο έφερνε πάνω κάτω την κουζίνα της. Ανήμερα της γιορτής του Προφήτη Ηλία και το διαμαντάκι του κάμπου της Ηλείας, που δρόσιζε τα πόδια του στα νερά του Ιονίου, είχε την τιμητική του με πανηγύρι και γλέντι συνοδεία οργάνων στον περίβολο της εκκλησίας. Το σπίτι της και φέτος θα άνοιγε την πελώρια αγκαλιά του να καλωσορίσει συγγενείς και φίλους, προσκυνητές του Άγιου.

Τις δυο προηγούμενες μέρες η σκάφη του ζυμώματος δέχτηκε τα χάδια των χεριών της, σαν τα βύθιζε στο βούτυρο το ασπροκανακεμένο για να ετοιμάσει τους κουραμπιέδες, κέρασμα στις γιορτινές μέρες, και το ψωμί της το ηλιοψημένο, όπως χαρακτηριστικά έλεγε, μόλις το αντίκρυζε, χαμογελαστό πάνω στο φουρνόξυλο. Οι μοσχοβολιές τριγυρνούσαν ναζιάρικα γαργαλώντας τις αποκαμωμένες μύτες του ασκεριού της που δε βολευόταν μόνο με το μπροστοκούλουρο που ήδη είχε χαθεί στις πεινασμένες του σιαγόνες, αλλά επιθετικά διεκδικούσε τα αφράτα καρβέλια που στριμώχνονταν στις θήκες της πινακωτής.

Το σπίτι στολισμένο με κοφτά και τραντέδες αναδευόταν σκερτσόζικα στις περιποιήσεις της, που τελειωμό δεν είχαν. Τα γυάλινα βάζα πνιγμένα στα βασιλικά, παρέα με το κεχριμπαρένιο παντεσπάνι που στα σπλάχνα του κρύβονταν τριάντα αυγά, χαμογελούσαν βλέποντάς τη να ξεφυσά, για να προκάμει τις δουλειές. Η ώρα κάλπαζε και αυτή δούλευε το κοφτερό μαχαίρι πάνω στη φλούδα της φρέσκιας πατάτας φανερώνοντας τη σάρκα της, όμοια με χρυσοκίτρινη λίρα. Έπλενε τα κομμάτια του αρνιού, τα αλατοπιπέρωνε και τα τοποθετούσε στους μεγάλους ταβάδες που υπομονετικά περίμεναν να δεχθούν το θησαυρό της μαγειρικής της. Έβαλε μπροστά της άλλους δυο που θα φιλοξενούσαν έναν τεράστιο κόκορα και τρία θεριεμένα χωριάτικα κοτόπουλα. Συνέχισε με ευλάβεια και αφοσίωση να ρίχνει απάνω τους μπαχάρια και λάδι άφθονο, ταπεινό καρπό από το προικώο της λιοστάσι, προσέχοντας μη ρετζελίσει το χώρο της. Τα σκέπασε με αστραφτερές λευκάτες πετσέτες, πλυμένες στο Αρτεσιανό μέσα στη μακρόστενη σκάφη με πράσινο σαπούνι που έκαμε μόνη της και αλαφροπατώντας ικανοποιημένη τράβηξε στην αυλή, για να ανάψει το φούρνο της.

Άπλωσε λιόκλαρα παντού σπρώχνοντάς τα με επιδεξιότητα σε όλο το εσωτερικό και έβαλε φωτιά. Όταν έγιναν κάρβουνα που σπινθοβολούσαν, ξεθράκεψε τραβώντας τα μπροστά στην είσοδο. Καθάρισε με την πανιάρα το δάπεδο του και χαμογέλασε με αγαλλίαση. Οι ταβάδες πήραν θέση στο ξύλινο φτυάρι κι ένας ένας έμπαινε στα αναμμένα σωθικά του θολωτού κτίσματος. Σφράγισε την πόρτα και ξαπόστασε κάτω από το φυνταμόρι της τσιμεντένιας αυλής. Δροσίστηκε πίνοντας νερό κρυστάλλινο, φερμένο με το σούγλο που έριξε στο πηγάδι της και ξαπόστασε παίρνοντας βαθιά ανάσα από τη φούρια της ημέρας. Σε κάθε άνοιγμα που έκανε τα αρώματα που ξέφευγαν από το φούρνο της, κούρσευαν την όσφρηση των γειτονισσών της, που ξέπνοες παραδίδονταν στο χάρισμα της να μετατρέπει γεννήματα σε αριστουργήματα γεύσης.

Το απόγευμα καθαροπλυμένη με τον κύρη της και τη φαμελιά της έχοντας τελέψει με τα πασμαγούδια και τα ψητά, ανηφόρισε το δρόμο για τον Προφήτη. Η καμπάνα του εσπερινού αντηχούσε στη διαδρομή και καλούσε τους πιστούς να βιαστούν. Η φωνή της δυνατή ακούστηκε στην καλοκαιρινή κάψα:

-Άντε! Λάμπρο! Μην αργείς. Περπάτα γρήγορα, φώναξε στον άντρα της, τον καλοσυνάτο Λάμπρο που τον μανουβράριζε κατά πώς όριζε παρά τη διαφορά ηλικίας που είχαν.

-Μη βιάζεσαι, Γεωργία μου απαντούσε μελένια εκείνος, που ποτέ δεν της είχε δώσει άσχημο λόγο. Σε λίγο φτάνουμε.

Λίγα λεπτά αργότερα έμπαιναν στον περίβολο της εκκλησιάς. Σκύβοντας το κεφάλι, έκανε το σταυρό της φχαριστώντας τον Άγιο, που και τούτη τη χρονιά αξιώθηκε στη χάρη του. Παρακολούθησε με δέος τα λόγια του Δεσπότη και με την απόλυση άρχισε τους ασπασμούς με τους συγχωριανούς και τα ξαδέρφια της που είχαν κατηφορίσει από τα χωριά της Πηνείας. Στο προαύλιο ήδη οι οργανοπαίχτες είχαν πάρει τη θέση στο πάλκο και δοκίμαζαν τα όργανα. Κάθισαν στριμωχτά στις ψάθινες καρέκλες για ένα ουζάκι σερβιρισμένο με φρεσκοψημένα στραγάλια. Τα ποτήρια υψώθηκαν αφήνοντας να περάσουν μέσα τους χρώματα μαβιά, οι ευχές λευτερώθηκαν από τα βάθη της καρδιάς και τα γέλια σιγοντάρισαν το λεύτερο χορό που ύφαναν οι νότες των μουσικών.

Το ανθρώπινο μπουλούκι, η συνοδεία της κυρα Λάμπραινας, μέσα σε πειράγματα και αστεία βημάτιζε γοργά για το σπίτι της. Το αληθινό γλέντι θα στηνόταν εκεί, κάτω από τον πλάτανο, τη μουριά, το φυνταμόρι. Στα τραπέζια με τα λινά τραπεζομάντιλα και τις πιατέλες που ξέχειλες θα σέρβιραν αρνί και κόκορα με πατάτες, κοτόπουλα με χυλοπίτες, τυρόπιτα αφροκαμωμένη με σαράντα λεπτά φύλλα, το ψωμί το ζυμωτό και καράφες ολόγιομες με κόκκινο κρασί, όλοι μαζί με αφορμή τη μέρα του εορτασμού του Αγίου Ηλία, θα δώριζαν στη ζωή το κέφι και την άδολη αγάπη τους.

-Τούτο τοοοο, μαύρα μου μάτια, τούτοοοο το καλοκαιράκι, άρχισε ο μπαρμπα Λάμπρος το τραγούδι αιφνιδιάζοντας το ζωηρό τριζόνι που σταμάτησε απότομα τζοχαδιασμένο το σκοπό του, παρασύροντας τους φιλοξενούμενούς του να τον σιγοντάρουν. Δίπλα του η κυρα Λάμπραινα δίπλωσε τις μύτες από το τσεμπέρι της πάνω στο κεφάλι, έσφιξε το χέρι του κύρη της και με τα μαύρα της μάτια έγνεψε σε όλους τους καλεσμένους που φώτιζαν με την παρουσία τους για άλλη μια χρονιά το σπιτικό της ένα τρανταχτό «ευχαριστώ», για την επίσκεψή τους στ’ ακρογιάλι της ζωής τους!

 

_

γράφει η Μαριάνθη Παπάδη 

 

 

_____

Το διαμαντάκι της Ηλείας: Άγιος Ηλίας, μικρό παραθαλάσσιο χωριό ανάμεσα στον Πύργο και την Αμαλιάδα

Ταβάς: Ταψί

Μπροστοκούλουρο: Ψωμί, που έμοιαζε σαν τη σημερινή λαγάνα και ψηνόταν πριν φουρνίσουν τα καρβέλια

Ρεντζελάω: Πιτσιλάω, λερώνω

Τραντέδες: Πλεκτό με το βελονάκι που μπαίνει ανάμεσα σε τραπεζομάντιλα και λινές πετσέτες για να τις στολίσει

Αρτεσιανό: Χώρος που μαζεύονταν οι γυναίκες της γειτονιάς και έπλεναν σε μεγάλες σκάφες. Ονομάστηκε έτσι για το τρεχούμενο νερό που ανάβλυζε από τη γη.

Πανιάρα: Κοντάρι που πάνω του είχε δέσει βρεγμένο πανί

Φυνταμόρι: Ονομασία του δέντρου μελιά στην Πελοπόννησο

Σούγλος: Μεταλλικός κουβάς για το νερό

Πασμαγούδια: λιχουδιές που τρώγονται πριν το κυρίως γεύμα

Πηνεία: Περιοχή στο βορειοανατολικό τμήμα του Ν. Ηλείας πάνω από την Αμαλιάδα, που διαρρέεται από τον ποταμό Πηνειό.

Τζοχαδιασμένο: θυμωμένο

Τσεμπέρι: Μαντίλι

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

14 Σχόλια

  1. Ελένη Ιωαννάτου

    Άψογο το κείμενό σας!!
    Πανέμορφη η ιστορία σας!!!
    Μου άρεσε πάρα πολύ!!!

    Καλή σας ημέρα!!

    Απάντηση
    • Ανώνυμος

      Σ’ ετχαριστώ πολύ Ιωάννα για τα όμορφα σχόλιά σου!!!! Να έχεις ένα υπέροχο απόγευμα με μυρωδιές άλλης εποχής!!!!!

      Απάντηση
  2. drmakspy

    Παραφράζοντας άλλο τραγούδι…

    Ωραία που είναι η πένα σου
    κι ωραία τα γραπτά σου
    ωραίες κι οι εικόνες σου
    και η ντοπιολαλιά σου…

    Μύρισε φρεσκοψημένο ψωμί και ψητά….

    Απάντηση
    • Ανώνυμος

      Ευχαριστώ από καρδιάς για το αγαπημένο τραγούδι που μου αφιερώσατε!!!!!!!!!!!!!!!! Να είστε καλά!!!!!!

      Απάντηση
  3. Μαριάνθη Πλειώνη

    Πραγματικά είναι τόσο ζωντανή η περιγραφή,που κάθε λέξη από την τόσο όμορφη ιστορία σου,είναι και μια εικόνα.Οι μοσχοβολιές από τις δημιουργίες της κυρα Λάμπραινας,η τρυφερότητα και η θετική της αύρα μας πλημμύρισαν! Πολλά μπράβο για τον υπέροχο τρόπο γραφής σου!!!!

    Απάντηση
  4. Ανώνυμος

    Πόσο θα ήθελα να σου χάριζα εικόνες από αυτό το διαμαντάκι της Ηλείας!!!!!!!!!!!!!! Εικόνες γεμάτες Ελλάδα!!!!!!!!!!!!!!!!!!!! Ευχαριστώ πολύ, πολύ!!!!!!!!!!!!!!!!!

    Απάντηση
  5. Άννα Ρουμελιώτη

    Σαν να ήμουν κι εγω εκεί και γευόμουν μυρωδιές, συναισθήματα και εικόνες!!Εξαιρετικό!!!

    Απάντηση
    • Ανώνυμος

      Ευχαριστώ Άννα από καρδιάς!!!!!!!!!!!!!!!!! Χαίρομαι που ταξίδεψες στην αγαπημένη μου γωνιά κι έκανες δικά σου μοσχοβολιές, γλέντιια παλιά και αληθινά!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

      Απάντηση
  6. Χριστίνα Σουλελέ

    Εικόνες από την αγαπημένη πατρίδα μας και με μια ντοπιολαλιά που δε χρειάζεται επεξηγήσεις. Εικόνες και αρώματα από τα καλοκαίρια της καρδιάς μας . Λυρικός ο τρόπος γραφής σου! Σε ευχαριστώ που με ταξίδεψες σε μέρη αγαπημένα!

    Απάντηση
    • Ανώνυμος

      Σ’ ευχαριστώ εγώ Χριστίνα που’ρθες μαζί μου στον κάμπο της Ηλείας, εκεί που λούζεται η αυγή και η ψυχή αγγαλιάζει!

      Απάντηση
  7. Μάχη Τζουγανάκη

    Πω πω…Μαριάνθη….πιάσε και μια θέση και για μένα σε εκείνο το τραπέζι! ή έστω ένα πώς το παμε; Πασμαγούδι!! Να φάμε ένα ορεκτικό έστω!!! Είσαι καταπληκτική! Ξεσήκωσες παραδόσεις και μια υπέροχη τοπική διάλεκτο. Ετσι ενάντια σε όλα να ζωντανεύει η Ελλάδα να πιάνει το χορό!!! Μπράβο σου! Οι περιγραφές σου πάντα έντονες σα ζωγραφιά!!! Τα φιλιά μου!

    Απάντηση
    • Ανώνυμος

      Μακάρι Μάχη μου να μπορούσαμε να σταθούμε σε κείνα τα χρόνια. Που οι άνθρωποι γλένταγαν πραγματικά, που ζούσαν δύσκολα μα αγαπημένοι μεταξύ τους, που οι γεύσεις είχαν άλλη σαγήνη και η γιορτή χαρά και προσμονή!!!!! Σ’ ευχαριστώ πολύ, πολύ!!! Καλημέρες γλυκές!!!!!!!!!!!!

      Απάντηση
  8. Matina Mardeli

    Απλά…εξαιρετικό κείμενο!

    Απάντηση
  9. Ανώνυμος

    Μαριάνθη

    Καλημέρα Ματίνα!!!!! Σ’ ευχαριστώ πολύ για το γλυκό σου σχόλιο!!! Να περνάς όμορφα!!!!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!