Χθες μου αγόρασαν τα καινούργια μου τετράδια.

«Άντε και καλή χρονιά» είπε ο πατέρας μου. «Και να τα πας καλύτερα από πέρυσι».

Του το υποσχέθηκα. Όπως και στον εαυτό μου. Κάθε Σεπτέμβρη του έδινα υποσχέσεις. Ανελλιπώς σαν ξεκινούσαν τα μαθήματα. Φέτος όμως είχα κι άλλο κίνητρο.

«Αν περάσεις τις εξετάσεις και γραφτείς στο γυμνάσιο θα σου πάρω ένα τρανζιστοράκι δώρο».

Το είχα καημό. Όλοι οι φίλοι μου είχαν εκτός από μένα. Ήξερα και τι να ζητήσω. Το είχα δει που το είχε ένας φίλος. Φίλιπς! Με το δερμάτινο κάλυμμα, με τις τρυπούλες στο δέρμα να ακούγεται ο ήχος κι εκείνη η κεραία, τρεις βέργες η μια να μπαίνει μέσα στην άλλη, σαν την άνοιγες κι άπλωνε, τράβαγε ψηλά να πιάνει καλύτερα ο σταθμός.

Θα γύρναγα τη βελόνα εκεί που έπρεπε. Και την Κυριακή το απόγευμα…. «Εδώ Αθήναι. Συνδεόμαστε τώρα με το συνεργείον εξωτερικών μεταδόσεων του σταθμού μας δια την παρακολούθησιν του ποδοσφαιρικού αγώνος… Τον αγώνα σας προσφέρει το κόκκινο ξυραφάκι Άστορ. Το ξυραφάκι με την ατσάλινη λεπίδα, για περισσότερα ξυρίσματα!» Θα του έβαζα μπαταρίες και θα έβγαινα στην αλάνα. Όχι να μου λέει η μάνα μου κάθε φορά «Πάλι στο σαλόνι ήρθες να ανοίξεις το ράδιο; Πότε θα διαβάσεις επιτέλους;»

Της Κυριακής το απόγευμα που το περίμενα πως και τι!

Τώρα όμως σκεφτόμουνα τα τετράδια. Τα πεντακάθαρα με τις μπλε γραμμές τους, τις άγραφες ετικέτες. Τα άνοιγα χθες, τα μύριζα, είχαν εκείνη τη μυρωδιά, πως να την πω, του καινούργιου του άγραφου.

Το τριαντάφυλλο θα το έχω για την ορθογραφία. Χωρίς κοκκινίλες από διορθώσεις φέτος. Ορθογραφία είναι. Σιγά το δύσκολο. Απέξω θα την μάθαινα, δεν θα έκανα λάθη. Δέκα με τόνο θα έπαιρνα. Δεν μπορεί οι άλλοι να είναι καλύτεροι από μένα. Και το άλλο του κήπου όμως έτσι δεν το λένε; Τριαντάφυλλο κι αυτό. Κι είναι σίγουρο ότι έχει πάντα τριάντα φύλλα; Τώρα θυμήθηκα. Πέταλα μας τα είχε πει η δασκάλα. Κι άμα τα πέταλα είναι πιο πολλά από τριάντα πως θα έπρεπε να το λέμε;

Το άλλο με τα εκατό φύλλα θα το έχω για πρόχειρο. Δεν θα ζωγράφιζα ξανά μέσα. Ούτε θα έγραφα τα αποτελέσματα από τους αγώνες της ομάδος, ποιος έβαζε τα γκολ. Όχι σαν πέρυσι που το ξεφύλλισε ο πατέρας μου και μου έλεγε πως βρήκε λύση, ποιον θα έστελνε στα χωράφια να τα δουλέψει, τώρα που πέρασαν τα χρόνια και δυσκολεύεται στο σκάψιμο. Τι ντροπή κι εκείνη σαν το θυμάμαι! Με έκανε να νιώσω πως δεν κάνω για τίποτα. Θα πρόσεχα και τους τόνους τώρα. Όχι τότε σαν την περισπωμένη που πήγε και κάθισε στην προπαραλήγουσα! Άλλη θέση δεν βρήκε να καθίσει;

Λίγο παραπάνω να πρόσεχα θα τα κατάφερνα. Γιατί δηλαδή, καλύτεροι ήταν οι άλλοι από μένα;

«Τι σας θυμίζει ο Σεπτέμβρης» ρώτησε η δασκάλα. Γύρισα να δω. Άλλαξε ο τόνος της φωνής, ξέφυγα από τις σκέψεις. Πρέπει να μίλαγε κάμποση ώρα, αλλά δεν είχα προσέξει τι έλεγε. Πετάχτηκαν καμιά δεκαριά χέρια επάνω.

«Το τέλος του καλοκαιριού» είπε ο Άγγελος. «Αδειάζουν οι παραλίες» είπε η Ελενίτσα. «Αρχίζουν τα σχολεία» πέταξε ένας. «Τρυγάνε τα σταφύλια» είπε η Μιμίκα. «Έρχονται τα πρωτοβρόχια». Βροχή πέφταν οι απαντήσεις.

Μα ήταν απαντήσεις αυτές; Αφού έμπαινε ο Σεπτέμβρης εννοείται πως είχε τελειώσει το καλοκαίρι. Εξυπνάδες του Άγγελου. Που είναι και ο πρώτος μαθητής. Αλλά στα υπόλοιπα μηδέν! Τον βάλαμε να κάτσει τερματοφύλακας και του πέρασε η μπάλα μέσα από τα πόδια! 

Αυτό που είπε όμως η Ελενίτσα; Αυτό πόναγε. Όλο το καλοκαίρι στη θάλασσα ήμουνα. Τώρα μου λείπει. Έχει όμως κι ένα καλό. Τώρα κάνω παρέα με την Ελενίτσα στα διαλείμματα. Κι άσε τον Άγγελο να την βλέπει από μακριά. Αφού εμένα έχει διαλέξει. Είχα μια περηφάνεια χθες, σαν την είδα να κοιτάζει το χαρτόνι με τη ζωγραφιά μου, που κρέμασε η δασκάλα στον τοίχο. Η καλύτερη ήταν στο διαγώνισμα της ιχνογραφίας. Όλοι το είπανε. Έφτιαξα μια κοιλάδα με ένα ποταμάκι στη μέση και τον ήλιο να βγαίνει ανάμεσα από τα βουνά. Σίγουρα θα της άρεσε της Ελενίτσας. Θα μου το έλεγε κάποια στιγμή. Δεν μπορεί!

Μα και τα άλλα που είπανε; Έχει δει κανένας πως γίνεται ο τρύγος; Και μετά στο πατητήρι; Και πως είναι αυτό; Ούτε εγώ έχω δει. Που να τα δεις αυτά στην Αθήνα; Μόνο στο αναγνωστικό το έγραφε. Από εκεί θα το ξεσήκωσε κι η Μιμίκα. Δεν ξέρει να πει τίποτα δικό της. Καλά κάνει ο Μανώλης και της τραβάει την κοτσίδα από το πίσω θρανίο. Διαολάκι τον λέει η δασκάλα. Μόνο μην κάνει κάνα αστείο και τραβήξει τα κοτσιδάκια της Ελενίτσας. Κι εγώ δεν ξέρω τι έχει να γίνει!

Κι αυτό με τα σχολεία; Λες και δεν το ξέρουμε πότε αρχίζουν! Τότε που αρχίζουν και τα βάσανα. Γι’ αυτό λένε πως το Φθινόπωρο σε πιάνει μελαγχολία. Δεν το είπε όμως κανένας τους. Όλο τα γνωστά λέγανε, αυτά τα συνηθισμένα που ακούς κάθε φορά. Αμ’ τα πρωτοβρόχια; Αυτό τι το ήθελε ο άλλος; Κοίταζα στο παράθυρο. Ζέστη έξω, ντάλα ο ήλιος. Μόνο για Φθινόπωρο δεν έμοιαζε.

Εμένα αν με ρωτούσε θα έπρεπε να πω κάτι διαφορετικό. Κάτι πρωτότυπο, να ξεχωρίζει. Έπρεπε να το σκεφτώ. Να πω κάτι που θα έκανε εντύπωση της Ελενίτσας. Ναι, αλλά τι; Έπιασα να το σκέφτομαι. Κάτι έπρεπε να βρω.

«Σωστά» απάντησε η δασκάλα. Τώρα για τον τελευταίο το είπε; Για όλους μαζί; Δεν κατάλαβα.

«Εσύ τι λες;» με ρώτησε. Ξαφνιάστηκα. Απόμεινα να κοιτάζω μην έχοντας τι να πω. Με είχαν προλάβει οι άλλοι.

«Πού ταξιδεύεις τόσην ώρα;» συνέχισε. Τώρα με κοίταζαν όλοι. Αναψοκοκκίνισα. Τα είχα χαμένα. Με την άκρη του ματιού είδα και την Ελενίτσα που με κοίταζε απορημένη.

Μου ήρθε ξαφνικά η ιδέα. Θα έλεγα για τις υποσχέσεις. Αυτές που έδινα πως θα γίνω καλύτερος. Κανείς δεν είχε πει τέτοιο πράγμα. Κι όμως όλοι θα υπόσχονταν. Με το που ξεκινούσαν τα μαθήματα. Θα ήταν η καλύτερη απάντηση. Θα με έβλεπαν όλοι με θαυμασμό. Δεν πρόλαβα να μιλήσω. Χτύπησε το κουδούνι. «Βγείτε για διάλειμμα» είπε η δασκάλα.

Ευτυχώς που δεν πρόλαβα. Το σκέφτηκα βγαίνοντας στο προαύλιο. Έτσι όπως τα είχα χαμένα, δεν θα τα κατάφερνα να μιλήσω. Θα ψέλλιζα. Θα γέλαγαν μαζί μου. 

Πέρασαν τα χρόνια. Οι υποσχέσεις δεν τηρήθηκαν. Πάλι καλά που δεν είχα πει τίποτα τότε. 

_

γράφει ο Χάρης Αγγελογιάννης