Φιλοξενία και φιλότιμο | τοβιβλίο.net

Select Page

Φιλοξενία και φιλότιμο

Φιλοξενία και φιλότιμο

Η μακαρίτισσα η μάνα μου και η ''φιλοξενία'' έννοιες ταυτόσημες. Απ' ό,τι θυμάμαι, στο σπίτι μας κάθε λίγο και λιγάκι, είχαμε τραπεζώματα σε συγγενείς, φίλους μα και απλούς γνωστούς. Έφθανε μέχρι του σημείου να ρωτά τον φιλοξενούμενο τι τράβαγε η όρεξή του να μαγειρέψει. Αν δε, ήταν αυτό κάτι που δεν μπορούσε να το προμηθευτεί από τα μαγαζιά της περιοχής, δεν το 'χε σε τίποτα  να πάρει το λεωφορείο για την Κεντρική Αγορά της Αθήνας, ή την Ψαραγορά, ή και τις δυο τις αγορές, ακούραστη, γελαστή και πανέμορφη. Αστραπή έφευγε, αστραπή γυρνούσε και πάντοτε απορούσα, πώς το κατάφερνε αυτό, μια και ο Βύρωνας είναι σε μια κάποια απόσταση από το κέντρο, όσο να 'ναι.

Μια φορά την παρακάλεσα να με πάρει μαζί  της και το κατάφερα μετά από πολλούς δισταγμούς. Αυτή δε, ήταν η πρώτη μα και η τελευταία φορά που μου το επέτρεψε, γιατί λες; Διότι υπήρχε πολύ  πλήθος κόσμου στον χώρο και ανάμεσά τους πολλοί εφαψίες. Η μάνα μου σε κάτι τέτοια, γινόταν θηρίο. Δεν ξαναπήγα μεν, διαπίστωσα όμως το γιατί δεν αργούσε. Γιατί ΗΞΕΡΕ τι ακριβώς ήθελε να αγοράσει και από ποιο μαγαζί, χωρίς να φέρνει άσκοπες βόλτες χαζεύοντας και φλερτάροντας τα εκτιθέμενα προϊόντα, πράγμα που έκαναν οι περισσότεροι πελάτες.

Γύριζε σπίτι και τα φαγητά της ώρας μοσχοβολούσαν σπίτι και γειτονιά. Δεν λογάριαζε τα λεφτά ούτε και κούραση. Δεν βαρυγκωμούσε για την προσφερόμενη περιποίηση και η ευχαρίστηση και ανταμοιβή της ήταν ο έπαινος που έβλεπε στα μάτια του χορτάτου επισκέπτη της για την μαγειρική  της δεινότητα.

Ονομαστά τα τραπέζια της, οι δε καλεσμένοι έλεγαν το εξής χαρακτηριστικό: «Για λίγες ημέρες ξεχνούμε δίαιτες και σιλουέτες και απολαμβάνουμε τον Ξένιο Δία με τη μορφή της Μαρίτσας.»

Μανούλα μου.

Το τραπέζωμα ήταν κάτι σαν γιορτή που έσπαγε την ρουτίνα της καθημερινότητας. Άκουγα άπληστα, ωραίες ιστορίες κατά την διάρκεια του γεύματος και αναρωτιόμουν με μεγάλη, ευχάριστη έκπληξη, πώς και οι μεγάλοι δεν ακολουθούν τη συνήθη προτροπή τους σε μας τα παιδιά: «Όταν  τρώνε, δεν μιλάνε.»

ΚΑΙ ΜΕΤΑ το φαγοπότι με τα καλά σερβίτσια πάνω στα χιονάτα τραπεζομάντηλα, το χάϊδεμα της κοιλίτσας και το τέντωμα του σώματος στην πλάτη της μεγάλης καρέκλας της καλής μας τραπεζαρίας. Μια χαρακτηριστική κίνηση ευχαρίστησης γαστρονομικής αλλά και διευκόλυνσης του στομάχου, για καλή ίσως χώνεψη.

Ονομαστά τα σμυρναϊκά φαγητά που η γεύση τους μένει αναλλοίωτη ανά τις δεκαετίες στον ουρανίσκο μου και οι μυρωδιές τους στην μνήμη της όσφρησης.

Χρυσοχέρα η Μάνα μου, μα το κυριότερο είχε φινέτσα με ό,τι και να καταπιανόταν. Τα πάντα πάνω της απέπνεαν πολιτισμό. Και όσον αφορά το μαγείρεμα, μιας και γι' αυτό μιλάμε, αυτό είχε πάντα έναν βαθμό δυσκoλίας. Οι εύκολες λύσεις φαγητών όπου τη βάσανο του μαγειρέματος την αναλάμβανε ο φούρνος είτε της γειτονιάς, είτε της ηλεκτρικής κουζίνας, terra ignοta για τα γούστα της μάνας μου. Φαγητό της κατσαρόλας με τα σωστά, ακριβά καρυκεύματα. Tελετουργία μαγειρέματος, τελετουργία σερβιρίσματος, απόλαυση του φαγητού, το τρίπτυχο moto της. Ακόμη και στην Γερμανική Κατοχή εύρισκε το ''τίποτα''να το παρουσιάζει σαν ''κάτι''.

Για να δώσω ένα απλό παράδειγμα: Με λίγο αλεύρι και νερό έφτιαχνε τα ονομαστά της και αξέχαστα τηγανόψωμα, έβαζε στην επιφάνειά τους λίγο πετιμέζι ελλείψει ζάχαρης, τα έκανε ρολό, και έτοιμο το πεντανόστιμο γλυκό, το απαραίτητο στο διαιτολόγιο της λιμοκτονούσας πιτσιρικαρίας.

Μιλήσαμε για την παροιμιώδη φιλοξενία της και μα τω Θεώ δεν θυμάμαι κανέναν από  τους φιλοξενουμένους να ανταπέδωσε ποτέ κάτι τo ανάλογο για 'μάς στο σπιτικό του. Δεν ξέρω το γιατί. Από έλλειψη τακτ και ελλειπή γνώση του savoir vivre όσον αφορά την ανταπόδωση, από ωχαδελφισμό και αδιαφορία, δεν ξέρω. Ας είναι.

Το σπίτι μου το πατρικό, σημείο αναφοράς για τους ανά τω κόσμω ευρισκόμενους διασπαρμένους συγγενείς. Ξενοδοχείο;  Να τους αφήσουμε να μείνουνε εκεί και εστιατόριο να φάνε; Προσβολή για μας μεγάλη. Αναρωτιέμαι γιατί πια αυτή η δική μας δοτικότητα, αφού ποτέ κανένας τους δεν μας έστειλε μια πρόσκληση να γνωρίσουμε έστω και ξώφαλτσα είτε το Αμερικάνικο όνειρο, είτε την Πόλη του Φωτός, τα μαγικό Παρίσι. Και μιλάμε για πρώτου βαθμού συγγενείας, πιο πρώτου δεν γίνεται.

Έρχεται που λες ο δικός σου από το Παρίσι και με το που βλέπει την Ακρόπολη αναφωνεί: «Αχ Έλληνα, Έλληνα. Τόσα λεφτά σου στέλνει η σύμμαχος Γαλλία και τον Παρθενώνα ακόμη  γκρεμισμένο τον έχεις; Από την αρχή δεν θα έπρεπε να τον έχεις ξαναχτίσει;» (η πρώτη φάπα αμορφωσιάς και σουσουδισμού).

Η Ελλάδα της Εποχής, μόλις και μετά βίας αρχίζει να ανασαίνει μετά από έναν τρομερό παγκόσμιο πόλεμο που σημάδεψε τις παιδικές ψυχές μας και καπάκι ακόμη έναν χειρότερο Εμφύλιο. Αυτήν την Εποχή διάλεξαν οι δικοί μας να επισκεφτούν την κατακαημένη Πατρίδα για να κάνουν διακοπές.

Γιορτή στο σπίτι μας. Στολισμένo με τα γιορτινά του και μυρωδιές φαγητών που ''έσπαγαν'' τη μύτη.

Αγκαλιές, φιλιά, δάκρυα, συγκίνηση και ένα τραπέζι με τα τόσα καλούδια που έμοιαζαν απίστευτα για την συγκεκριμένη όπως είπα εποχή και έκαναν ένα γεύμα μαγικό.

«Αχ Μαρίτσα, Μαρίτσα, μου θύμησες την Σμύρνη μας με τα θεσπέσια φαγητά σου. Ήξερα ότι ερχόμενος στην Ελλάδα θα εύρισκα μέρος της χαμένης μας Πατρίδας μέσα στο σπιτικό σου. Έναν τόπο τον στοιχειώνουν οι άνθρωποι με τις συμπεριφορές και την κουλτούρα τους δεν είν' έτσι;» και ο  ΓΑΛΛΟΣ συγγενής με τα σπασμένα ελληνικά του σ' αυτό το στυλ συνέχισε να επαινεί.

Ο άνθρωπος απόλαυσε ένα γεύμα που θα το θυμόταν καιρό, διηγήθηκε ιστορίες κοινού βιώματος με τους ανθρώπους της ηλικίας του, με το κρασάκι να έχει λύσει τη γλώσσα για τα καλά και να βοηθάει στην ροή των αναμνήσεων. Και όταν απόφαγε, ακολούθησε η γνωστή κίνηση που εμένα σαν παιδί με έκανε να γελώ: Το χάιδεμα της κοιλίτσας και το τέντωμα του κορμού στην πλάτη της καρέκλας για καλύτερη πέψη προφανώς και για να απολαύσει τα μερακλίδικο καφεδάκι, με το οποίο ολοκληρωνόταν η γαστρονομική ιεροτελεστία.

«Με έχετε αφήσει κατάπληκτο. Εμείς στα Παρίσια αλλιώς  τα φανταζόμασταν τα πράγματα στην Ελλάδα των δύο πολέμων. Μα εσείς τρώτε και πίνετε και του πουλιού το γάλα. Πώς το καταφέρνετε αυτό; Μπράβο, μπράβο σας».  

Ο πατέρας μου γνωστό πειραχτήρι και ακόμη γνωστότερος για το βιτριολικό του χιούμορ, του απαντά: 

«Χαίρομαι που σε ευχαριστήσαμε, αλλά γιατί όλες αυτές οι ευχαριστίες; Δεν έχω παρά να πάρω την κυρά μου και να σου έρθουμε,μου έλειψε το Παρίσι, έχω να το δω από νέος».

«Ναι Αναστάση, να έρθετε. Τα ξενοδοχεία μας υπέροχα και τα εστιατόρια ονομαστά».

«Μα εμένα μου αρέσει η σπιτική ατμόσφαιρα φίλε μου σαν αυτή που απόλαυσες στο σπιτικό μου και την ευχαριστήθηκες. Σε 'σάς θα έρθουμε, μη σας προσβάλουμε με το να πάμε σε ξένα χέρια που λένε».

Και ο εκ Γαλλίας ορμώμενος συγγενής, ξεχνώντας και την Γαλατική του ευγένεια για την οποία ήταν υπερήφανος, πετάγεται κατακόκκινος σαν παντζάρι από την καρέκλα του και λέει αγανακτησμένα:

«Α, για να σου πω Αναστάση, εμείς δεν τα έχουμε αυτά στα Παρίσια μας. Θέλεις να έρθεις καλώς να ορίσεις, αλλά στο Ξενοδοχείο θα  μείνετε και στο εστιατόριο θα τρώτε. Εμείς όλη τη μέρα δουλεύουμε και δεν έχουμε καιρό για τέτοιες τσιριμόνιες».

«Δηλαδή αν κατάλαβα καλά, θα μας προσφέρεις δωρεάν την Παριζιάνικη ατμόσφαιρα και το ήχος και φως του Παρισιού».

«Γιατί λίγο το έχεις αυτό;»

«Αστειεύεσαι; Χάρη μας κάνεις. Μόνο που ευχαριστούμε αλλά δεν θα πάρουμε. Πού να βρεθούνε τα λεφτά για τέτοια ταξίδια τ' ονείρου! Πλάκα σου έκανα, ησύχασε. Ήθελα να δω πώς θα αντιδράσεις αν και ήμουνα σίγουρος. Και το είδα...»

Αν ανέφερα το επεισόδιο αυτό με τον συγγενή είναι για να δείξω την διαφορά νοοτροπίας. Δεν ανέφερα ονόματα, δεν εξέθεσα ανθρώπους συγκεκριμένους, καθώς οι εκ Γαλλίας ορμώμενοι  συγγενείς και γνωστοί, πάρα πολλοί. Το είπα για να δείξω ότι η Ελληνική Γη είναι που εμπνέει τον Έλληνα να υπηρετεί τον Ξένιο Δία. Ο ίδιος αυτός Έλληνας, στο εξωτερικό αποστασιοποιείται και αποκτά την νοοτροπία του ''καθένας για τον εαυτό του''.

Φιλοξενία και φιλότιμο, δύο έννοιες που ευδοκιμούν μόνον στο Ελλάντα.

 

_

γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

2 Σχόλια

  1. Χριστίνα Σουλελέ

    Με άρωμα μιας αλλης εποχης ήρθε το κείμενο σου Λένα. Τα τραπέζια, η αγάπη με την οποία ετοιμαζόταν το φαγητό, τα ανοιχτά σπίτια, οι συζητήσεις, τα γλέντια. Φιλοξενία και σεβασμός στον επισκέπτη. Πολύ ομορφο το κειμενό σου Λένα.

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Ημερολόγιο 2019

Εγγραφείτε στο newsletter

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Ακολουθήστε μας στο Twitter

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος