τοβιβλίο.net

Επιλέξτε Page

Φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό τον Γιάννη

Φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό τον Γιάννη

Αποφασίζεις να ξεμυτίσεις από το κονάκι σου. Έχεις τη διάθεση να ντυθείς και να βγεις να περπατήσεις. Θέλεις να χαρείς την υπέροχη λιακάδα, να βρεθείς με κόσμο και μάλιστα με ανθρώπους που δε γνωρίζεις. Νοιώθεις την ανάγκη να κάνεις κάτι διαφορετικό από όσα κάνεις καθημερινά τον τελευταίο καιρό.

Ντύνεσαι, φοράς τα αθλητικά σου και το άρωμά σου και δρόμο από το σπίτι, σαν να σε κυνηγάνε όλες οι σκοτούρες, τις οποίες θέλεις να αφήσεις, έστω για λίγο, πίσω σου.

“Τι όμορφα που είναι…”, σκέφτεσαι και τραβάς το δρόμο-δρομάκι.

Δυο παλληκαράκια, είναι δεν είναι είκοσι ετών, κρατούν το καθένα από ένα κινητό τηλέφωνο και πάνε κι έρχονται σε μία απόσταση, όχι παραπάνω από πέντε βήματα. Κοιτάζουν σαν χαμένα.

Το μυαλό σου, αυτό που σε έχουν “ποτίσει” οι τηλεοράσεις και το διαδίκτυο, πάει προς το κακό.

“Να, τώρα θα μου πιάσουν, τάχα μου, την κουβέντα και μετά θα με απειλήσουν με κάποιο μαχαίρι για χρήματα ή για το κινητό…”, σκέφτεσαι και προσπαθείς να επιταχύνεις το βήμα σου.

Γύρω-τριγύρω μονάχα αυτοκίνητα με βιαστικούς οδηγούς. Αν τρέξεις, σκέφτεσαι, μπορεί και να κινδυνεύσεις…

«Μαντάμ…», σου λέει ο ένας από αυτούς και σε πλησιάζει.

“Νάτο… Τι κάνω τώρα;… Έλα, μωρέ, τι θα μου πάρουν; Αφού ούτε τσάντα δεν βαστώ…”.

«Μαντάμ…» σου ξαναλέει και χαμηλώνει τα μάτια του, ενώ στο πρόσωπό του ζωγραφίζεται ένα φοβισμένο χαμόγελο.

«Τι είναι, παλληκάρι μου;», ρωτάς ελληνικά.

«Αράμπικ;», σε ρώτα κι εκείνο, πάλι φοβισμένο.

“Φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό τον Γιάννη”, σκέφτεσαι.

«Νο», του απαντάς.

Κάτι σου λέει στη γλώσσα του, μα πού να καταλάβεις… Άτιμη ηλικία… Και τα λίγα αραβικά που ήξερες, τα ξέχασες κι αυτά…

Καταλαβαίνεις πως ψάχνουν για μια διεύθυνση. Κάπου τους είπαν να πάνε κι έχουν χαθεί.

«Αντρές», λες στον έναν που σε έχει πλησιάσει.

Χωρίς δεύτερη κουβέντα και με νόημα “περίμενε”, προφανώς ζητά από το κινητό τους την μετάφραση, γιατί μετά από δευτερόλεπτα, ένα πλατύ χαμόγελο έχει πάρει τη θέση εκείνου του φοβισμένου.

Πάλι νόημα “περίμενε”. Πλησιάζει και ο άλλος. Ξανά στο κινητό του και σου λέει τη διεύθυνση, που και πάλι δεν καταλαβαίνεις. Νόημα δικό σου τούτη τη φορά “να δω”.

Πολύ καλοσυνάτα και ντροπαλά, σου δείχνει το κινητό του. Βλέπεις τη διεύθυνση, κοιτάς ένα γύρω και αντιλαμβάνεσαι πως βρίσκεσαι μπροστά στην οδό και τον αριθμό που σου λέει. Και τους δίνεις να καταλάβουν, με νοήματα εννοείται, πού βρίσκονται. Μόνο τεμενάδες που δεν σου κάνουν…

«Σούκρα…, σούκρα…», σου λένε και οι δύο μαζί, που σημαίνει “ευχαριστώ”…

Δυο παλληκαράκια, που ποιος ξέρει από ποια εμπόλεμη χώρα έχουν έρθει. Δυο παλληκάρια σαν τα κρύα τα νερά. Όμορφα, καθαρά, περιποιημένα και προπάντων ευγενικά.

Χαμογελάς και προσπερνάς. Πας στον δρόμο σου. Περπατάς για λίγο και επιστρέφεις σπίτι σου με το χαμόγελο που σου χάρισαν και μ’ ένα “γιατί”…

Γιατί αυτά τα παιδιά, και τόσα άλλα, να ξεσπιτωθούν, να ξεκληριστούν, να παίξουν τη ζωή τους κορόνα-γράμματα, μέχρι να φτάσουν εδώ; Γιατί να βρεθούν σ’ έναν άγνωστο τόπο, που πολλές φορές αντιμετωπίζονται και εχθρικά;

Γιατί;

Και πολλά άλλα “γιατί” που κατά καιρούς σου τρώνε τα σωθικά…

– 

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια

Το σχόλιό σας είναι επιθυμητό!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Κερδίστε το!

Οδηγός ιστοσελίδας

Εκπαιδευτικό υλικό

Αρχείο

Υποβολή συμμετοχής!

Είσοδος