Όνειρα στο σκοτάδι

Προσθέστε τον δικτυακό τόπο τοβιβλίο.net στην Google

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα της αναζήτησης

Στη γωνία του κήπου παραφυλάει, κρυμμένος μέσα σε μαύρο παλτό με σκούφο και παραμάσχαλα μια μαύρη ομπρέλα. Τα μικρά πονηρά ματάκια του την καρφώνουν με κακία – σαν τη λάμψη του μαχαιριού που εξέχει από τον τρύπιο δερμάτινο χαρτοφύλακά του ο οποίος θα γίνει η αιτία να χυθούν ποταμοί αίματος. 

Με καρδιά και με χέρια που τρέμουν· σαν τον λαγό, και μ’ ένα προαίσθημα για τον εφιάλτη που θα ακολουθούσε, εκείνη αρπάζει τα κλειδιά μέσα απ’ τη δερμάτινη τσάντα της, με μανία και με αδέξιες κινήσεις. Τελικά ξεκλειδώνει από την πίσω πόρτα που βγάζει κατευθείαν στη σκάλα υπηρεσίας και από εκεί σε μια κοινόχρηστη ταράτσα. 

Δεν τον κοιτά, όμως ακούει την ανάσα του και τα βήματά του. Πρώτο σκαλί, δεύτερο σκαλί, τελευταίο σκαλί. Βαστώντας την αναπνοή της και με στραμμένη τη ράχη της αποφεύγοντας να κοιτάξει κάτω στο κενό, μια στριγγιά κραυγή σκίζει τη σιωπή και ένα απεγνωσμένο ουρλιαχτό καλεί σε βοήθεια. 

Εκείνη λύνει τα κορδόνια των παπουτσιών της και πετά τη δικηγορική τσάντα σε ένα βαρέλι που υπήρχε κάπου εκεί. Επιτέλους στρέφει το κεφάλι προς τα κάτω, προς τον πίσω κήπο με τα τριαντάφυλλα. Εκείνος καιροφυλακτεί. Το νιαούρισμα μιας γάτας διακόπτει τις φωνές των παιδιών. Μετά σιγή. Ένα απότομο φρενάρισμα. Μια μπάλα περνάει τον μαντρότοιχο και προσγειώνεται στην αυλή, καρφώνεται στα αγκάθια από τα τριαντάφυλλα, σίγουρα από παιδιά που παίζουν στην αυλή του παρακείμενου δημοτικού σχολείου. 

Ήχοι τραγουδιού, μαζί με ένα χέρι που κρέμεται από το παράθυρο ενός αυτοκινήτου. Εκείνη παγωμένη, αρχίζει δειλά δειλά να κατεβαίνει τα σκαλιά. Τα μάτια του – είναι βέβαιη – δεν την κοίταζαν πια· για ένα δευτερόλεπτο παραμένει ακίνητη σαν γάτα πάνω στο υπερυψωμένο πεζούλι που εφάπτεται της σκάλας. Είναι έτοιμη να πηδήξει και στον ακάλυπτο, αν χρειαστεί. Τα μάτια της γάτας φωσφορίζουν κάπου, σε μια γωνιά του κήπου. 

Εκείνη πιάνεται από τα σίδερα που υπάρχουν για το άπλωμα της μπουγάδας. Αιωρείται για μερικές, αιώνιες στιγμές. Η σειρήνα του ασθενοφόρου στην κεντρική λεωφόρο τρέχει για κάποιον τραυματία. Αφήνεται. Ένας σκύλος γαβγίζει απειλητικά προς το μέρος της γάτας. Εκείνη πέφτει κάτω. Το βλέμμα εκείνου δεν υπάρχει πια· μόνο το μαχαίρι λάμπει.

Το επόμενο πρωί τη βρίσκει καθισμένη ευλαβικά στη βαθιά πολυθρόνα απέναντι από τον καλόκαρδο κύριο με την άσπρη ποδιά. Εκείνη του εξιστορεί το περιστατικό με τη μπάλα που έπαιζαν τα παιδιά και με το μαχαίρι. «Αυτή είναι η εικόνα μου;», τον ρωτάει· δεν κλαει, φοβάται ότι έτσι είχαν τα πράγματα· ξεκάθαρα θα ήταν, φαίνεται.

Το ίδιο βραδάκι η φοιτητοπαρέα των τελειόφοιτων – χαλαρωμένοι για πρώτη φορά – αφού όλοι εκτός από έναν, χρωστούσαν ένα-δυό μαθήματα για το πτυχίο, αράζει για φραπέ σε μια από τις καφετέριες της Καμάρας. Συζητούν για ταινίες. Αποφασίζουν να δουν την «κόλαση μέσα μας». Εκείνο το βράδυ, είδε τη Νατάλια γυμνή να κάνει έρωτα με ένα φάντασμα και όταν ξύπνησε είχε μια παράξενη αίσθηση στα λαγόνια της σαν να μούδιαζε όλο της το σώμα. Ανακάθησε στο κρεβάτι. Δεν μπορούσε να ξανακοιμηθεί. Περίμενε το ξημέρωμα που ήρθε με ένα ασφαλές ψιλόβροχο και με ένα αναπάντεχο δυσάρεστο τηλεφώνημα.

Κάλεσε αμέσως ένα ταξί και κατευθύνθηκε προς το σταθμό των λεωφορείων με προορισμό τα πάτρια εδάφη. Φθάνει έξω από το σπίτι της με λουλούδια στα χέρια. Η κηδεία ενός δικού τους ανθρώπου.

Στα μνήματα, στέκεται πάνω από τον τάφο και κλαίει. Άραγε έφταιγε το προαίσθημα ή η ταινία με το φάντασμα; Μεταφέρεται νοερά στα βάθη των αιώνων και στέκεται μπρος στην αθέατη αλλά φοβερή οδό που περνούν καθημερινά εκατοντάδες χιλιάδες ψυχές, καθώς εγκαταλείπουν το σώμα τους, συνήθως μέσα σε φοβερή αγωνία. Νοιώθει τη φρίκη της απόγνωσής των αδίκων · δοκιμάζει τον πόνο: είναι γλυκύς και αβάσταχτος και ελαφρύς. Τον συγκρίνει με τον δικό της πόνο. Ίωσς ο τρόμος του θανάτου να είναι βαρύτερος, καταλήγει.

Ένα σπουργίτι προσγειώνεται πάνω στο μνήμα· εκεί που είχαν αποχωρήσει όλοι οι μαυροντυμένοι-βαρυπενθούντες. Ίσως για να τσιμπήσει τα απομεινάρια από τα κόλλυβα. Θυμήθηκε τότε στην Άνω Πόλη με τη φοιτητοπαρέα. Με μια φωτογραφική μηχανή, αγναντεύοντας τον ορίζοντα του Θερμαϊκού στην άκρη ενός βράχου. Εκείνος σαν να την κρατούσε απ’ το χέρι για να μην πέσει. Εκείνη καθόταν σταυροπόδι στην άκρη και δένει τα γόνατά της με τα χέρια της. Εκείνος να τής φωνάζει «πρόσεχε!», μια αναπνοή πίσω της. Ήταν έτοιμη να πέσει στο κενό προσπαθώντας να πιάσει τα φτερά ενός γλάρου που φτεροκοπούσε ακριβώς πάνω από τον βράχο. Το τεκμήριο αυτής της φωτογραφίας όμως δεν το έχει στα χέρια της πια, για να του το δείξει (ή η φωτογραφία βγήκε μαύρη, πίσσα στο σκοτάδι, που απλωνόταν τριγύρω).

«Για σύνελθε…!», τη Μίνα τράβηξε η μαμά της από τα πέτα. Παράτα τις φαντασιώσεις με τα φαντάσματα και τους σκοτεινούς κήπους και προσγειώσου. Όμως η Μίνα σε πείσμα του θανάτου, έβλεπε σαν σε όνειρο να έρχονταν οι Άγιοι και να τη μαλώνουν που το καντήλι τους ήταν σβηστό, το τζάκι σβηστό και ο ουρανός μελανός. 

Τι κι αν πέθανε ο συγγενής της; «Άκου να σου πω», φωνάζει στο ακουστικό του τηλεφώνου στον Πέτρο, που την είχε προειδοποιήσει ότι βλέπει χώμα χυμένο από τις γλάστρες και αίμα να στάζει μέσα από το τρύπιο βαρέλι στην ταράτσα. «Δεν ασχολούμαι με τα όνειρα». «Να στο πω κι αλλιώς;», (ούρλιαζε)… «δεν ασχολούμαι με τον διάβολο, αλλά ασχολούμαι με τον Θεό», «και που έφυγε, δεν θα πάρεις ΕΣΥ τη θέση του». «Ποτέ.» 

«Κρύβεσαι τώρα πίσω από το ακουστικό και σκέφτεσαι πώς θα βάψεις το επόμενο τέρας», «ξέρω ότι συνεχίζεις την ιστορία με τους σκοτεινούς κήπους και τους εφιάλτες». Και η συνέχεια; 

Θεσσαλονίκη, Οκτώβριος, και ο καιρός κρύωνε απότομα. Η Μίνα σηκώθηκε από το κρεβάτι, σχεδόν ξεκούραστη, ήπιε το πρωινό χάπι με ένα ολόκληρο ποτήρι νερό και έφτιαξε τον καφέ της.

Στην αίθουσα τελετών του Πανεπιστημίου την περίμενε ένα μπουκέτο με κόκκινα τριαντάφυλλα δεμένα με κόκκινη κορδέλα. Πανηγυρισμοί ακούγονταν από παιδιά που πήραν το πτυχίο τους. Τον ουρανό έσκιζαν βεγγαλικά. Εκείνος, ο Πέτρος ήταν απών. Ίσως από πάντα να του έπρεπε μόνο ένα μαχαίρι, ένας σάπιος χαρτοφύλακας και τρύπιοι εφιάλτες. Πάντως όχι λουλούδια και κορδέλες. Και θα εξακολουθούσε να είναι απών από τα πάντα. Ίσως και από τον ίδιο τον θάνατο αν δεν είχε πέσει πηδώντας από τη σκάλα υπηρεσίας στο κενό εκείνο το απειλητικό βράδυ. 

_

γράφει η Αλεξάνδρα Μιχαλοπούλου

Ακολουθήστε μας

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 06 – 07 Ιουνίου 2026

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 06 – 07 Ιουνίου 2026

Real News Καθημερινή Πρώτο Θέμα Το Βήμα της Κυριακής Τα ΝΕΑ Δώστε μας το email σας και κάθε Παρασκευήθα έχετε στα εισερχόμενά σας τις προσφορές των εφημερίδων (Δεν στέλνουμε ανεπιθύμητη αλληλογραφία ενώ μπορείτε να διαγραφείτε με ένα κλικ και...

Το γρανάζι

Το γρανάζι

Η πεζή και τετριμμένη καθημερινότητα δεν επρόκειτο να διαταραχθεί. Τα ίδια και τα ίδια αδιέξοδα μεταξύ των οποίων ακροβατούσε επιδιώκοντας να βρει την ισορροπία της ζωής. Όμως αυτή δεν ερχόταν. Πώς μπορείς να είσαι σίγουρος σε έναν κόσμο ασταθή; Για να γίνει κάτι...

Ο χορός των καταραμένων

Ο χορός των καταραμένων

Ήταν Σεπτέμβρης. Ένα από τα τελευταία δειλινά του. Όπως πάντα όταν επέστρεφα στο σπίτι, είχα σταματήσει στο πιο όμορφο σημείο της πόλης. Ένα πάρκο στο κέντρο της, στολισμένο με μια μικρή λίμνη, στην άκρη της οποίας δέσποζε μια παλιά εκκλησία. Η λίμνη της φωτιάς, την...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Ο χορός των καταραμένων

Ο χορός των καταραμένων

Ήταν Σεπτέμβρης. Ένα από τα τελευταία δειλινά του. Όπως πάντα όταν επέστρεφα στο σπίτι, είχα σταματήσει στο πιο όμορφο σημείο της πόλης. Ένα πάρκο στο κέντρο της, στολισμένο με μια μικρή λίμνη, στην άκρη της οποίας δέσποζε μια παλιά εκκλησία. Η λίμνη της φωτιάς, την...

ο κόσμος της

ο κόσμος της

Ήρθε με μια ρόμπα που δεν ήτανε δική της Γύριζε και ξεγύριζε τα μανίκια Σε περίμενα, της είπα Δεν κοιτούσε, δεν άκουγε Προσπαθούσε να τα βρει με τη ρόμπα της  Και με εκείνο το μαντήλι που έψαχνε κάπου να το βάλει Κάποτε με κοίταξε Εσύ; μου κάνει. Τι γυρεύεις εδώ; Σε...

Νύφη

Νύφη

(Γάμος ήταν που δεν ήτανε να γίνει…) Προσπάθησε πολύ να τον μεταπείσει. Προέβαλε κάθε επιχείρημα. Άλλωστε μια χαρά ζούσαν τη ζωή τους έτσι. Τι τους χρειαζόταν ένας γάμος; Από τη φύση της ήταν πνεύμα ανεξάρτητο. Όσα χρόνια θυμόταν τον εαυτό της, της άρεσε η διασκέδαση,...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβάλετε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *