Όποιος τις νύχτες περπατεί…

25.02.2021

«Τους μήνες που δεν έχουν ρο το κρασί θέλει νερό» ξανάπιασε το γνωστό τροπάρι του ο Μηνάς, καθώς – αρχές του Μάη ήτανε – βολεύτηκε στην μόνιμη θέση του, στο κουτούκι του Γαβρίλη «Η ωραία Μέλπεια». Αποδέκτης της παρατήρησης η μόνιμη παρέα του, ο ξάδερφός του ο Αποστόλης. Και πήρε, όπως πάντα, την ίδια απάντηση:

«Ρε δεν πα να θέλει και ασετιλίνη; Εγώ που το πίνω το θέλω αβάφτιστο!»

Ήταν η ίδια καθημερινή τυπική τελετουργία, προοίμιο της κρασοκατάνυξης που ακολουθούσε. Πώς λέει ο παπάς στο ξεκίνημα της λειτουργίας: «Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε» και μετά μπαίνει στο κυρίως θέμα, έτσι κι ο Μηνάς ξεκινούσε τη βραδιά, με σοφά λόγια. Και μετά έρχονταν τα κατρούτσα. Κατρούτσα, σχήμα λόγου, καθότι ο Γαβρίλης, που είχε μάθει απ’ έξω την καθημερινή τελετουργία, βαριότανε να κατεβαίνει κάθε τρεις και λίγο στο κελάρι και τους έφερνε την οκά καντηλάτη, ως απάνω. Και να έχει τον Αποστόλη να του ψέλνει, καθώς σίμωνε στο τραπέζι:

Κάπελα καταραμένε

μη νερώνεις το καλό,

γιατί με το νερωμένο

δεν θολώνει το μυαλό.

Τον είχε μάθει, όμως, είπαμε και δεν παρεξηγιόταν. Και ούτε επεμβάσεις στα γράδα του κρασιού του έκανε, μιας που αφ’ ενός με αυτό είχε βγάλει το καλό όνομα στην πιάτσα και αφ’ ετέρου κάθε χρόνο γιόμιζε πέντε βαγένια στο κελάρι του, που για να τα καθαρίσει στην αρχή της χρονιάς, έμπαινε ολάκερος μέσα, από πορτάκι! Το κρασί περίσσευε και ο μούστος ερχόταν γραμμή από τα αμπέλια που είχε πάρει προίκα στα Μεσόγεια. Για δυο πράγματα του μαγαζιού του είχε να καμαρώνει ο Γαβρίλης. Για το κρασί και τα ξερά σύκα Μερόπης, που του ‘στελνε ο αδερφός του από κάτω.

Ο Αποστόλης, τώρα, δεν είχε κάποιον ιδιαίτερο λόγο που έπινε. Γιατί, να το διευκρινίσουμε. Στο κουτούκι πήγαινε για να πιεί. Τον μεζέ τον απαξίωνε. Δεν τον τσιγκουνευότανε. Παράγγελνε και επέμενε πάντα να πληρώνει το τραπέζι. Λεφτά είχε. Παιδιά δεν είχε, σκυλί είχε αλλά δεν του κόστιζε, κανείς δεν τον περίμενε στο σπίτι, λογαριασμούς ανοιχτούς δεν είχε και λογαριασμό δεν έδινε σε κανένα. Απλά, δεν ήτανε του φαγητού. Γι’ αυτό είχε τον Μηνά για παρέα, που πέρα απ’ τη συγγένεια και τη φιλία, έφερνε και ισορροπία στο τραπέζι, καθώς σάρωνε τα πιάτα το ένα μετά το άλλο. Έτσι είχε πιάσει τις εκατό οκάδες βάρος, πάνω – κάτω, και όταν έσκυβε, όσο του επέτρεπε η κοιλιά του δηλαδή, και φόραγε χαμηλοκάβαλο παντελόνι, έχασκε από πίσω η… χωρίστρα του πισινού του…

Αλλά πριν η κρασοκατάνυξη πάρει το δρόμο της κι αυτή τη φορά για να συναντήσει τη νύχτα, ας συνοψίσω την κατάσταση των δυο πρωταγωνιστών, που έχουν μόνιμο στέκι τους την γωνιά αριστερά της εισόδου, πλάι στο παραθύρι με τα βασιλικά, που βλέπει στο δρόμο.

Ο μεν Αποστόλης, οινόφλυξ από πεποίθηση, χωρίς υποχρεώσεις στην κοινωνία, έχει, ξέχασα να το αναφέρω, έναν ψιλονταλκά με το Μαρινάκι, την μοδίστρα, την ζωντοχήρα, νταλκά που δεν βρίσκει προσώρας ανταπόκριση και δεν υπάρχουν ενδείξεις πως θα βρει και στο μέλλον. Καθότι το Μαρινάκι, για την ακρίβεια Μαρινάρα, των τριανταπέντε Μαΐων, με ύψος ένα και εβδομήντα πέντε, τσολιάς που λένε, με πλούσια τα ελέη από την φύση και ένα μάτι τσακίρικο που σκοτώνει, να πλαισιώνεται από μαλλί ξανθό από γεννησιμιού και όχι από κομμωτήριο, τυγχάνει καψουρεμένο με τον Φωτέα, τον σαραντάρη χονδρέμπορα – εδώδιμα αποικιακά – που είναι παιδί – νταμάρι, εμφάνιση και μυαλό, που πιάνει την πέτρα και την στίβει μαζί με τη Μαρινάρα, και εκεί δεν υπάρχει χώρος να παρεισφρήσει το γεροντοπαλίκαρο ο Αποστόλης, ο πενηνταπεντάρης, των πενηνταπέντε οκάδων. Γι’ αυτό, τον τελευταίο καιρό, έχανε λίγο τον έλεγχο καθώς κοπάναγε τα ποτηράκια του, ρίχνοντας φευγαλέες ματιές προς το σπίτι της Μαρίνας, που βρίσκεται απέναντι ακριβώς από το παράθυρο.

Από την πλευρά του ο Μηνάς, κάνα δυο χρόνια μεγαλύτερος του Αποστόλη, βρίσκεται κατασταλαγμένος και αραχτός, εδώ και ένα τέταρτο του αιώνος με την κυρά Αρσινόη, το έτερόν του ήμισυ. Τρία παιδιά – δυο αγόρια κι ένα κορίτσι – τα είχε αποκαταστημένα, και απολάμβανε στο εξής τη ζωή του χωρίς πολλές έγνοιες, παρέα με μισή ντουζίνα εγγόνια και τα βράδια την παρέα του εξάδελφου, συνοδεία μεζέ.

Τώρα, τι συζητάγανε τόσες ώρες στο κουτούκι, όποιος έχει προκάμει τα παλιά κουτούκια της γειτονιάς μπορεί να καταλάβει, οι υπόλοιποι δυστυχώς θα παραμένουν αδαείς και στο σκοτάδι της άγνοιας περί την ατμόσφαιρα και δεν είναι του παρόντος ούτε αρμοδιότης μου να αποπειραθώ να τους διαφωτίσω. Το σίγουρο είναι πως απέφευγαν τα πολιτικά, καθότι οι καιροί πονηροί και τα πνεύματα οξυμένα και το οινόπνευμα, σε κάθε περίπτωση, δεν βοηθά στην καταλλαγή. Το αντίθετο μάλιστα…

Εκείνη τη βραδιά ο Μηνάς, παρότι χλαπάκιαζε, όπως πάντα, με κατάνυξη, είχε και το μάτι του σε επιφυλακή, καθότι ο Αποστόλης έδειχνε έναν ανεπαίσθητο εκνευρισμό, που εκδηλωνόταν με πιο γρήγορα του συνηθισμένου, αδειάσματα του κρασοπότηρου. Ο λόγος ήταν η παρουσία έξω από το σπίτι της Μαρίνας της μεγάλης αμερικάνικης Κράισλερ του χονδρέμπορου, που δεν έλεγε να σηκωθεί να φύγει, να χαλαρώσει κι ο ξάδερφος.

Το ένιωθε, πως κάποια στιγμή θα τον μάζευε και άρχισε από νωρίς τις προειδοποιήσεις, χρησιμοποιώντας παροιμία, όπως συνήθιζε να κάνει πολλές φορές στις κουβέντες του:

«Αποστόλη να το θυμάσαι, όποιος τις νύχτες περπατεί, λάσπες και σκ…τά πατεί!»

«Κάτι μου είπες τώρα. Πάντα νύχτα περπατάμε σαν φεύγουμε από δω αλλά τίποτα δεν πατήσαμε. Καθότι προσέχουμε».

«Ναι αλλά σήμερα δεν βλέπω να προσέχεις το πιώμα σου. Σε νιώθω πως το κατεβάζεις το κρασί κάπως άτσαλα και δίχως μέτρο».

«‘Ώχου, και άτσαλα να πίνω και δαυλί να γίνω μην σκας. Είναι Μάης κι ο καιρός στεγνός. Όπως και να φύγω, λάσπες δεν θα βρω για να πατήσω…».

Σκέφτηκε να του πει πως εκτός από τις λάσπες υπάρχουνε κι οι καβαλίνες από τα κάρα και τις σούστες των μανάβηδων και των παλιατζήδων αλλά το άφησε, να μην του χαλάσει παραπάνω την ήδη χαλασμένη διάθεσή του.

Η ώρα περνούσε, η νύχτα είχε για καλά απλωθεί, ο χονδρέμπορος αργούσε να ξεμυτίσει και τα ποτήρια του Αποστόλη δεν προλάβαιναν να γεμίσουν.

Ώσπου, κάποια στιγμή – επιτέλους – δέησε να ανοίξει η εξώπορτα της Μαρίνας και ο αγαπητικός κατευθύνθηκε προς το αμάξι του.

«Αμάν πιά, να ξεκουμπιστεί να φύγει» σκέφτηκε ο Μηνάς «να ηρεμήσει κι ο δικός μου».

Ανήσυχος, αγνάντευε τον χονδρέμπορο, που σαν να κούμπωνε κάποιο κουμπί στο παντελόνι του, πριν ανοίξει την πόρτα του αυτοκινήτου… Την κίνηση την έπιασε κι ο Αποστόλης… 

Την ίδια στιγμή δρασκέλιζε το κατώφλι ο Μέμος, ο γραμμοφωνιτζής.

Ο Αποστόλης απόσυρε το βλέμμα του από το παράθυρο και τον κοίταξε με τα θολά από τη σούρα μάτια του.

«Έχεις εκείνο του Χατζηχρήστου;»

«Ποιο θες, μάστορη;»

«Εκείνο που λέει γιατί κι εγώ έχω καρδιά, τι κι αν φορώ τραγιάσκα».

«Το ‘χω!»

«Παίχ’ το!»

Σηκώθηκε και το ‘φερε γυροβολιά, στραβοπατώντας κάνα δυο φορές…

Τελείωσε το τραγούδι, πλήρωσε το Μέμο και ξανακάθισε, βαρύς, στη θέση του. 

Μια ώρα μετά, περασμένες έντεκα, φώναξε ο Μηνάς τον Γαβρίλη να πληρώσουν. Με τα χίλια ζόρια κατάφερε να σηκώσει τον Αποστόλη, που αλλού πάταγε και αλλού βρισκόταν.

Κρατώντας τον γερά από την μέση, κίνησαν για την επιστροφή. Μένανε δυο στενά παρακάτω. Τα σπίτια τους απέναντι.

Η λάμπα στο πρώτο στενό ήταν καμένη από μέρες και ίσα που έβλεπαν τον δρόμο. Έτσι, τον σωρό τις φρέσκες καβαλίνες δεν τον είδαν. Τις κατάλαβαν όταν τα παπούτσια τους χώθηκαν σε κάτι μαλακό, που έζεχνε.

Καθώς ο Μηνάς, προσπαθούσε να καθαρίσει το παπούτσι του στο γώνιασμα του πεζοδρομίου, λέγοντας, χαμηλόφωνα, κάτι… βαριά λειτουργικά, ο Αποστόλης στον κόσμο του, γερμένος στον διπλανό μαντρότοιχο, απάγγελε ψευδίζοντας:

«Όποιος τις νύχτες περπατεί, λάσπες και σκ…τά πατεί!».

 

_

γράφει ο Γιώργος Ν. Μουσταΐρας

Ακολουθήστε μας

Οι ταινίες της εβδομάδας

Συνάντηση στην πολυκατοικία

Συνάντηση στην πολυκατοικία

Η Ρίτα, φοιτήτρια στην Αρχιτεκτονική, στην επαρχιακή πόλη, χαιρόταν το επιτέλους κατάδικό της δωμάτιο, μια γκαρσονιέρα στο ισόγειο κεντρικής πολυκατοικίας. Έξι τα ξημερώματα ανυπόμονη για τις εξελίξεις των τελευταίων ημερών και για τη μέρα που ερχόταν. Ανακουφισμένη...

Θέα Θάλασσα

Θέα Θάλασσα

Εμπνευσμένο από τον πίνακα του Γ. Μόραλη “Έγκυος Γυναίκα”   Καστέλα 1948 Μήνες ολόκληρους καθόταν στην ίδια θέση κάθε απόγευμα. Από την ώρα που απόσωνε το λιγοστό γεύμα της μέχρι που ο ήλιος έδυε και τα μάτια της δεν έβλεπαν παρά μόνο πηχτό μαύρο, καθόταν ακίνητη...

Στα Μαρμαρένια Αλώνια

Στα Μαρμαρένια Αλώνια

-Όχι ρε πούστη χάρε, δε θα το πάρεις το παιδί! Φώναζε και έβριζε με πάθος καθώς έκανε ανάνηψη στο 12χρονο αγόρι, που είχε φύγει στη μέση του χειρουργείου. Ο ιδρώτας είχε ποτίσει το πρόσωπό του, μα το βλέμμα του, γεμάτο πείσμα κοιτούσε κατάματα τον χάροντα, που έστεκε...

Τα ημερολόγια των τρελών: «Ο περιθωριακός»

Τα ημερολόγια των τρελών: «Ο περιθωριακός»

Ο πίνακας μιας μέρας σου. Πλάσε χαρά, πλάσε ζωή, αξίες και ομορφιά η αύρα σου θ’ αγγίξει ανθρώπους πιο βαθιά ωραία συναισθήματα στη σύνθεση μιας μέρας πομπός ελπίδας, άνοιξης, στο φάσμα μιας εσπέρας. Το κάδρο των αισθήσεων γέμιζε με αγάπη μια θάλασσα χαμόγελα στου ουρανού τον χάρτη.

Τα κόκκινα τριαντάφυλλα

Τα κόκκινα τριαντάφυλλα

Εκείνος παραφυλάει στη γωνία, επιμελώς κρυμμένος κάτω από μαύρη ρεντικότα, σκούφο και δερμάτινο χαρτοφύλακα που χάσκει σκισμένος. Την κοιτά με ματάκια μικρά. Τα ματογυάλια κρύβουν μια σπάνια εξαιρετική όραση. Με τρεμάμενο χέρι εκείνη βγάζει τα κλειδιά, κάνει να...

Διαβάστε κι αυτά

Τα κόκκινα τριαντάφυλλα

Τα κόκκινα τριαντάφυλλα

Εκείνος παραφυλάει στη γωνία, επιμελώς κρυμμένος κάτω από μαύρη ρεντικότα, σκούφο και δερμάτινο χαρτοφύλακα που χάσκει σκισμένος. Την κοιτά με ματάκια μικρά. Τα ματογυάλια κρύβουν μια σπάνια εξαιρετική όραση. Με τρεμάμενο χέρι εκείνη βγάζει τα κλειδιά, κάνει να...

Έχασα τη ζωή μου ταξιδεύοντας…

Έχασα τη ζωή μου ταξιδεύοντας…

έχασα τη ζωή μου ταξιδεύοντας σε μιαν άλλη ζωή; Ήτανε τότε που σε περιγελούσε η πιτσιρικαρία της πλατείας. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Το θυμάμαι καλά, γιατί σήκωσες μια πέτρα και τους κυνήγησες αλαλάζοντας και απειλώντας, άσχετα αν εκείνοι γελούσαν. Ακολούθησε η εποχή της...

Το μαγικό παγοπέδιλο

Το μαγικό παγοπέδιλο

Η Μαντώ ήταν ένα πανέμορφο κοριτσάκι έξι ετών, που το μόνο που τής άρεσε να κάνει ολημερίς και ίσως ολονυχτίς στον ύπνο της, ήταν να χορεύει. Χόρευε μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη της κάμαρας των γονιών της και ονειρευόταν τις σκηνές τών παγκόσμιων θεάτρων, υπό την...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου