Την κοίταξα στα μάτια και κατάλαβα. Είχε το βλέμμα της γυναίκας που ήξερα καλά.

Περπατούσε με το ένα παιδί αγκαλιά και το άλλο το τράβαγε από το χέρι. Ταλαιπωρημένα ρούχα, φαρδιά, που δηλώνανε την παραίτησή της ως γυναίκα. Την είδα να προσπαθεί να αδυνατίσει, να αρέσει, να φανεί «επιτυχημένη» σε όλα της και ύστερα ο συναισθηματικός της κόσμος να καταρρέει και να πέφτει στο λήθαργο της παραίτησης και ξανά από την αρχή, αιώνιος κύκλος.

Την είδα να λοξοκοιτάζει εκείνες τις γυναίκες που τα καταφέρναν «όλα». Τριγύρναγαν στο σούπερ μάρκετ, λες και είχανε βγει από κάποια πασαρέλα, πορσελάνινες κούκλες, με το μωρό να κάθεται «ήσυχο» χωρίς να σκούζει κάθε λίγο και λιγάκι για το οτιδήποτε. Ένιωθε γελοία με τούτη τη φόρμα. Ήταν η μόνη που της έμπαινε. Ρούχα που δεν της κάνανε, ρούχα ασιδέρωτα και ρούχα παλιά, συνθέταν μια άκρως απογοητευτική γκαρνταρόμπα.

Σαν έκανε το μπάνιο της, δεν τολμούσε να κοιταχτεί στον καθρέφτη. Γρήγορα - γρήγορα έβαζε τα ρούχα της γυρνώντας την πλάτη στο είδωλό της. Ύστερα, με μια βούρτσα μάλωνε... σχεδόν βίαζε τα μαλλιά της. Τρίτος μήνας και ακόμα να βάψει τη ρίζα. Θα το έκανε, αλλά και πάλι δεν φτάσανε τα λεφτά. Και δε βρήκε το χρόνο. Και δεν…

Τη βλέπω να περπατάει κοιτάζοντας προσεκτικά το δρόμο. Η μικρή, δείχνει ό,τι βλέπει μπροστά της και ρωτάει συνεχώς. Το μωρό κλαίει. Πεινάει και έχουνε αργήσει με τις δουλειές. Η μάνα της, της το ξεκαθάρισε. Εγώ παιδιά δε βαστάω. Βγάλτα πέρα μόνη σου όπως έκανα και εγώ στη θέση σου. Την έπιασε και ο εγωισμός με όλους. Είπε ένα «μόνη μου» και ας μην το πίστεψε ποτέ ότι μπορεί και συνέχισε τη ζωή της. Τη συνέχισε; Τη σταμάτησε. Τη δική της. Κάπου ανάμεσα στο ατελείωτο σίδερο, τα μαγειρέματα, τα πλυντήρια, τα κυνηγητά και τους παιδικούς χορούς, τα λερωμένα καρεκλάκια φαγητού και τις ατελείωτες ολονυχτίες για δόντια ή εφιάλτες ή το οτιδήποτε… είναι και γυναίκα. Μια γυναίκα που ήθελε που ποθούσε. Που έκανε όνειρα.

Και τώρα κάνει. Μα να... ένα ντόμινο πρακτικών αναγκών της τα αναποδογυρίζει και βάζει το μετά της. Και το πιο μετά. Και το πιο μετά. Ύστερα λέει πως δε τη νοιάζει. Αρκεί να ‘χει τούτες τις δυο ψυχές στην αγκαλιά της. Μα τη νοιάζει. Τη νοιάζει που κρύβεται από τον ίδιο της τον εαυτό. Του λέει ψέματα εδώ και καιρό. Κι ύστερα έρχονται εκείνα τα βράδια που βάζει τα κλάματα σιγανά. Σα να πενθεί. Μπορεί και να πενθεί.

Τη βλέπω να περνά το δρόμο, τραγουδώντας στο μικρό για να ησυχάσει και γελώντας ταυτόχρονα στο αστείο που της κάνει η μικρή και θέλει να τη δει. Κι ύστερα φτάνει απέναντι στο μαγαζί με τις τσάντες. Κοιτάζει τη δική της με το ξεφτισμένο λουρί που δεν αντέχει άλλο το βάρος από ποτηράκια νερού, πρόχειρα σνακς, μωρομάντηλα και μαντηλάκια αντισηπτικά.. Κι ύστερα βλέπει όλες εκείνες τις ωραίες τις γυαλιστερές τσάντες. Κάθομαι δίπλα της χαζεύοντας τη βιτρίνα μαζί της.

«Μαμά, μαμά κοίτα με πως χορεύω μέσα στις τσάντες!» της λέει η μικρή χαζεύοντας την αντανάκλασή της στο τζάμι της βιτρίνας.

«Πω-πω… αυτή είναι η πιο ωραία τσάντα που έχει το μαγαζί!» λέει και την αρπάζει από το χέρι και τη σηκώνει ψηλά σα να κρατά μια τσάντα. Κι ύστερα γυρίζει δεξιά και αριστερά προβάροντας στη βιτρίνα τη τσάντα της κάνοντας επαινετικά σχόλια για την υφή της, χαϊδεύοντας την πλατούλα της μικρής.

«Αυτή θα πάρω! Ευχαριστώ!» είπε και έκανε τη μικρή να χαχανίζει αιωρούμενη

Ύστερα φύγανε. Έμεινα να κοιτάζω τις τσάντες.

Αυτή ήταν η Στέλλα. Χώρισε με το που γέννησε το δεύτερο. Τη χώρισε βασικά ο γυναικάς ο αλήτης που παντρεύτηκε. Για μια μικρότερή του καμιά εικοσαετία. Παλιό το έργο. Και γνωστό. Κι εκείνη έμεινε εκεί. Στο σημείο που της είπε αντίο. Με τα δυο μικρά και τις χιλιάδες ανάγκες τους.

Δεν ξέρω τι με έπιασε αλλά έτρεξα να την προλάβω. Την τρόμαξα σαν της χτύπησα την πλάτη. Γύρισε και με κοίταξε με ένα έντονο βλέμμα. Την κοίταξα και εγώ βαθιά στα μάτια. Ήθελα να γίνω ο καθρέφτης που φοβάται έστω για μια στιγμή κι ας μη με ήξερε, κι ας μη γινόμασταν ποτέ φίλες.

«Είσαι μια γυναίκα ηρωίδα! Μπράβο σου!» της είπα γελαστή συνεχίζοντας να την κοιτάζω στα μάτια.

Σα να της πάτησα το κουμπί, τόσο απλά, το πρόσωπό της συσπάστηκε, τα μάτια υγράνθηκαν. Ψιθυριστά και ξεψυχισμένα σχεδόν κατάφερε να μου πει «σε ευχαριστώ…»

Σταθήκαμε άλλα λίγα δευτερόλεπτα η μία αντικριστά της άλλης. Νομίζω ότι το είδε εκείνο το είδωλό της στα μάτια μου. Αυτό που απέφευγε να δει τόσο καιρό. Εκείνο το πανέμορφο είδωλο. Νομίζω ότι το κατάφερα. Έφυγε τραγουδώντας. Λίγα μέτρα πιο πέρα ξαναγύρισε και με είδε να συνεχίζω να στέκομαι εκεί που με άφησε. Μου έκλεισε το μάτι και με χαιρέτησε.

Την έβλεπα να φεύγει με ένα λαμπερό ασημένιο φόρεμα εφαρμοστό, περπατώντας σε ένα κατακόκκινο χαλί σαν εκείνο των Όσκαρ, γέλαγε στους φωτογράφους που δε σταματάγανε να τραβάνε διάφορες πόζες της. Είχε μια φρεσκάδα, μια ζωντάνια ζηλευτή.

Χαμογέλασα. Ήμουν σίγουρη ότι θα πάρει εκείνη το Όσκαρ του πρώτου γυναικείου ρόλου.

Ήταν η καλύτερη πρωταγωνίστρια ανάμεσα σε τόσες ταινίες, με διαφορά…

 

_

γράφει η Μάχη Τζουγανάκη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!