Στράβωνες το στόμα και τραγουδούσες
Μονάχα έτσι μπορούσες να τραγουδήσεις
Κι εγώ γελούσα
Τότε
Πέρασε καιρός;
Σαν ξανάρθαν τα βήματά μου σ’ εκείνο το σπίτι
Δεν υπάρχει κανείς εδώ, σε άκουσα
Δεν υπάρχει κανείς εδώ!
Καθισμένη στο τραπέζι κοιτούσες πάνω από τον ώμο μου
εκείνον που περίμενες
Η αλήθεια είναι πως κανείς δε ζει σ’ εκείνο το σπίτι
Εγώ γυροφέρνω τους δρόμους κοιτώντας τη θάλασσα
ή εκείνη την εσθήτα την ακέφαλη
κι εσύ πίσω από εκείνο το τραπέζι να στραβώνεις το στόμα
και να τραγουδάς
«Α! κύριε, κύριε Μαλακάση!»
αναζητώντας εκείνον τον δικαστή
που θα βάλει σε μια τάξη τις ζωές μας
Η αλήθεια είναι πως προσπάθησα
Πώς έψαξα να βρω τρόπους να ξεφύγω
Όπως ψάχνει κάποιο ελάφι θάμνο σ’ ένα δάσος που δεν υπάρχει
Τότε ήταν που ήρθαν στη ζωή μου οι άλλοι
Πεζοί άνθρωποι
Εκείνος που έπεσε από τα κεραμίδια καθώς κοιμόταν
ή ο άλλος που γυρόφερνε έναν δάσκαλο φωνάζοντας
Μήπως είμαι εγώ κύριε;
Με τον καιρό τα κατάφερα και η εικόνα σου έφθινε
Όπως φθίνει η νύχτα καθώς την κυνηγά ο ήλιος
Ήρθανε κι άλλα χρόνια
Χρόνια ακάλεστα πάνω σε κάτι δυνατές μηχανές
Δεν κάνουν τον ίδιο θόρυβο
αλλά φορές τρέχουν το ίδιο
Μέσα τους πεταμένοι φίλοι
Εκείνοι οι σύντροφοι που τραβήξαμε μαζί
Οι πιο πολλοί άπορες σκιές
Σε κοιτούσαν και δεν τις έβλεπες
Χρειάζεται κάτι να θυσιάσεις, είπε ο γέρος
Έναν αμνό ή ένα παιδί
Ή να θυσιαστείς
Μονάχα έτσι θα γνωρίσεις
Κι εσύ εκεί, ανάμεσα στις σκιές
όχι σα σκιά αλλά σαν ολόγραμμα
Και κάθε που ανοίγω την πόρτα, μια πόρτα
πίσω απ’ το τραπέζι καθισμένη
με στραβωμένο το στόμα
Τ’ αηδόνια δε σ΄αφήνουνε να κοιμηθείς…
Και το τραγούδι σβήνει
και πίσω του
ένα πουκάμισο αδειανό, μία νεφέλη
_
γράφει ο Θεόδωρος Πάλλας








0 Σχόλια