Προσθέστε τον δικτυακό τόπο τοβιβλίο.net στην Google

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα της αναζήτησης

Η μοναξιά και η απελπισία μάχονταν στο προσκεφάλι του, θηρία κι οι δυο ανυποχώρητα. Ο ύπνος και ο θάνατος σκάλωσαν πάνω του διεκδικώντας μερίδιο. Τα δάχτυλα χαλάρωσαν, η τελευταία ρουφηξιά γλίστρησε στο ταβάνι, βουβό το στρώμα πάγωσε τον ήχο της, παραδόθηκε.

Το παράθυρο που δεν πρόλαβε ν’ ανοίξει, ο καπνός που κυρίευσε το δωμάτιο, όλη του η ζωή ένα σύννεφο που έφερνε πάντα βροχή. Οι μοίρες, οι θυγατέρες της νύχτας, έρχονταν πάντα βαθιά μεσάνυχτα σε κείνον, ποτέ πρωί. Όσο θυμόταν, ένιωθε τη ζωή του ταξίδι ματαιωμένο απ’ την αρχή. Ακόμα και τ’ όνομά του το πήρε στην τύχη. Ή καλύτερα σ’ ένα παιχνίδι της.

Όταν σκοτώθηκε ο πατέρας του, τα χρόνια του εμφύλιου, η μάνα του ήταν έγκυος σ’ αυτόν. «Εμμανουήλ», τ’ όνομα του πατέρα του και το δικό του, για να τιμήσουν τη μνήμη του. «Στη γλώσσα του Χριστού, θα πει ο θεός μαζί σας, παιδί μου», του ‘λεγε η μάνα του, χωρίς πολλά λόγια, χωρίς εξηγήσεις, μνήμες, θυμό, μίσος.

Δεν είχε τελειώσει το Δημοτικό, όταν έπιασε δουλειά στις αλυκές. Εκεί μ’ ένα τσιγάρο στο χέρι, που από τότε, ποτέ δεν έσβησε, χανόταν στο λευκό και το ασημί του αλατιού και ρούφαγε την αλμύρα του. Ρουφηξιές ήταν η ζωή του, ως τα βάθη της ψυχής του, αχόρταγες. Δεν το ‘θελε. Ήταν η φτιαξιά του τέτοια, ο ίδιος του εαυτός τον κυνηγούσε, αυτός νόμιζε πως ξέφευγε, παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι.

Στα δεκαοχτώ μπάρκαρε στα καράβια, με την ελπίδα της λύτρωσης στα πέλαγα. Λίγο πριν φουντάρει στον ωκεανό τον μάζεψαν, πέταξε την κουβέρτα που τον σκέπασαν, ζήτησε τσιγάρο.

Στα είκοσι, αγάπησε και κλέφτηκε κι όλοι έπεσαν πάνω του, αφού δουλειά δεν είχε, «τι τις ήθελε τις παντρειές». Σ’ ένα υπόγειο αυτός, η αγάπη του κι ένα παιδί, που η γειτονιά έλεγε πως δεν ήταν δικό του, κοντά στο τσιγάρο, έμαθε και το ποτό.

Όταν όλοι κι όλα τον εγκατέλειψαν, γύριζε εδώ κι εκεί και με δουλειές του ποδαριού και θελήματα πάλευε να επιβιώσει. Έξι σκαλοπάτια κάτω από τη γη, έβλεπε τις σόλες από τα παπούτσια των περαστικών και μάζευε τ’ αποτσίγαρα που πετούσαν. Τικ τακ ρυθμικό κάθε βράδυ ο ήχος των τακουνιών, που έμπλεκε με τη βροχή όταν χειμώνιαζε, κυλούσε αργά κι έσβηνε στο τέλος του δρόμου, παίρνοντας μαζί του και το τελευταίο ίχνος ανθρώπινης παρουσίας.

Τις ώρες εκείνες που ήχοι και ανθρώπινες ανάσες έσβηναν, ονειρευόταν τη ζωή, τη στρωμένη, καλή, τακτοποιημένη ζωή, που το ψιλόβροχο βρίσκει τους περισσότερους, καθισμένους σε αναπαυτικούς καναπέδες, μπροστά σε μεγάλα παράθυρα, να ρεμβάζουν χαμογελώντας με ικανοποίηση για τις ομορφιές της φύσης, σχολιάζοντας -δήθεν μ’ ενδιαφέρον, στην ουσία αδιάφορα- για τις ξαφνικές αλλαγές του καιρού! Απότομα και νευρικά τις σκέψεις αυτές ακολουθούσε ένα τίναγμα στον ώμο, σαν να ήθελε να διώξει από πάνω του την σκόνη κι απ’ το μυαλό του τις ζωές των άλλων.

Το τριμμένο του πανωφόρι, συντροφιά στις περιπλανήσεις της ερημιάς, όταν χειμώνιαζε. Σερνόταν μαζί του στα πάρκα, στις πλατείες, στους δρόμους, εκεί που οι υπόλοιποι ζούσαν χαρές, λύπες, χαμόγελα, αγκαλιές, χωρισμούς, σμίξιμο. Με τα ξεροκόμματα που μάζευε τάιζε τ’ αδέσποτα, αποζητώντας εκείνο το βλέμμα, το γεμάτο ευγνωμοσύνη και ζεστασιά, να το φυλάξει για τις ώρες που πλάγιαζε μονάχος. Μ’ εκείνο το βλέμμα προσπαθούσε να σβήσει την εικόνα που τριβέλιζε στο μυαλό του, την αρτάνη, το συρματόσχοινο που τότε στα καράβια έδεναν και τραβούσαν τα φορτία, μα τον ήχο της που κροτάλιζε καθώς ανεβοκατέβαινε, δεν κατόρθωνε να τον αποδιώξει. Καθαρός όπως τότε, διαπερνούσε όλο του το κορμί, σέρνοντας τη φωνή του¨ρτρτρτρτρτρτρτρτ¨.

Όταν η σειρήνα της πυροσβεστικής αναστάτωσε τη γειτονιά, λίγο πριν ξημερώσει, πολλοί ήταν αυτοί που αναρωτήθηκαν με έκπληξη «μα καλά, ζούσαν άνθρωποι εκεί κάτω;»

Έξι σκαλοπάτια κάτω από τη ζωή, κουρνιασμένος σε μια γωνιά, με μια τελευταία ρουφηξιά να γέρνει στ’ ακροδάχτυλα, τυλιγμένος με το μισοκαμένο πανωφόρι της μοναξιάς του, δεν αρνιόταν πια τίποτα. Παραδόθηκε.

 

_

γράφει η Μαριάνθη Πλειώνη

Ακολουθήστε μας

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 18 – 19 Ιουλίου 2026

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 18 – 19 Ιουλίου 2026

Real News https://youtu.be/dPDmeCKrFgYΚαθημερινή https://youtu.be/K0ri5qpD7XQ Πρώτο Θέμα Το Βήμα της Κυριακής Τα ΝΕΑ Δώστε μας το email σας και κάθε Παρασκευήθα έχετε στα εισερχόμενά σας τις προσφορές των εφημερίδων (Δεν στέλνουμε ανεπιθύμητη...

Η απαστράπτουσα σιωπηρή λευκότητα της Ζακύνθου

Η απαστράπτουσα σιωπηρή λευκότητα της Ζακύνθου

Κάποτε, όταν ήμουν νέος, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όντας ενήλικας, επισκέφτηκα την Ζάκυνθο. Εκεί, στις μεγάλες υγροτοπικές εκτάσεις των Αλυκών Κατασταρίου, κατέφευγε κράζοντας, σπαραχτικά είναι αλήθεια, ένα μυστήριο πτηνό, η περίφημη Τυτώ, ένα νυκτόβιο...

την είδα…

την είδα…

α)Την είδα καθώς πλησίαζαΞεμύτιζε το καπέλο της τιμονιέρας σαν πολεμιστής-ξεπροβάλλει δειλά μονάχα το κράνος τουπράγμα τόσο ανάξιο, ως και λόγου-Πολεμίστρα της ένα βουνό από δίχτυαΉταν γαλάζια όπως η θάλασσα-σε μεριές βέβαια υπήρχε πεταμένο χρώμα από βότσαλα-Έψαξα...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

την είδα…

την είδα…

α)Την είδα καθώς πλησίαζαΞεμύτιζε το καπέλο της τιμονιέρας σαν πολεμιστής-ξεπροβάλλει δειλά μονάχα το κράνος τουπράγμα τόσο ανάξιο, ως και λόγου-Πολεμίστρα της ένα βουνό από δίχτυαΉταν γαλάζια όπως η θάλασσα-σε μεριές βέβαια υπήρχε πεταμένο χρώμα από βότσαλα-Έψαξα...

Το γρανάζι

Το γρανάζι

Η πεζή και τετριμμένη καθημερινότητα δεν επρόκειτο να διαταραχθεί. Τα ίδια και τα ίδια αδιέξοδα μεταξύ των οποίων ακροβατούσε επιδιώκοντας να βρει την ισορροπία της ζωής. Όμως αυτή δεν ερχόταν. Πώς μπορείς να είσαι σίγουρος σε έναν κόσμο ασταθή; Για να γίνει κάτι...

Ο χορός των καταραμένων

Ο χορός των καταραμένων

Ήταν Σεπτέμβρης. Ένα από τα τελευταία δειλινά του. Όπως πάντα όταν επέστρεφα στο σπίτι, είχα σταματήσει στο πιο όμορφο σημείο της πόλης. Ένα πάρκο στο κέντρο της, στολισμένο με μια μικρή λίμνη, στην άκρη της οποίας δέσποζε μια παλιά εκκλησία. Η λίμνη της φωτιάς, την...

3 σχόλια

3 Σχόλια

  1. Γιάννης Καλαϊτζάκης

    περιγραφικότατη και γεμάτη από εικόνες συγκίνησης …. συγχαρτήρια για την πέννα σου … )

    Απάντηση
  2. Νίκος Γιαννακάκης

    Ολοζώντανη περιγραφή, εικόνα, συναίσθημα. Ματιά τέχνης για τους “Εμμανουήλ” της ζωής και για τον “Εμμανουήλ” ‘ως μέρος της ζωής, του εαυτού όλων μας.

    Απάντηση
  3. Niki Syrpa

    Εκπληκτικό κείμενο δοσμένο αριστουργηματικά από μία συγγραφέα με ιδιαίτερες ευαισθησίες.Με συγκινήσατε βαθειά.Συγχαρητήρια!!!!

    Απάντηση

Υποβάλετε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *