Κι όπως ανοίγεις το παραθύρι μου τη νύχτα,
σε χιλιοπαιγμένη, οδυνηρή φαντασίωση,
στην άκρη τραβάω το σεντόνι, σε σιωπηλή πρόσκληση,
με πόδια τρεμάμενα, καρδιά συγκλονισμένη.
Η ομορφιά σου είναι πόνος, αιχμηρός, εξαίσιος – δεν την αντέχω.
Τα χέρια μου διάτρητα, από τριαντάφυλλα που μάζεψα να σου προσφέρω,
και περιμένοντάς σε, μαραθήκανε.
Μα η μυρωδιά παρέμεινε, απόηχος λαχτάρας.
Κι αν στο χάδι υποκύψεις, για πάντα το πέρασμά σου θα θυμίζει τριαντάφυλλο.
Πριν ξημερώσει, χάρισέ μου φως να σ’ αντικρίζω,
πριν ξημερώσει, πάρ’ το πίσω.
Γιατί, ως φαίνεται, στα τόσα χρόνια,
άλλη ομορφιά σ’ αυτόν τον κόσμο δε με συγκινεί.
_
γράφει η Χρύσα Παναγιώτου








0 Σχόλια