Η γραμματέας (Μέρος Β)

Η γραμματέας (Μέρος Β)

(Διαβάστε εδώ το Μέρος Α)

white-paper_b

ΔΙΗΓΗΜΑ

τίτλος: «Σ’ ΑΓΑΠΩ»

Όλος ο όροφος της 8όροφης πολυκατοικίας ήταν τα γραφεία των επιχειρήσεων Δημητρέα. Ένας στενόμακρος όροφος όλο τζαμαρία που τον έλουζε άπλετο φως και μια θέα πανοραμική της Αθήνας που έπιανε πέρα από την Ακρόπολη (και φόντο της, μια υπόνοια Καστέλας), μέχρι τον Λυκαβηττό.
Φυτά ολόφρεσκα και καταπράσινα παντού.
Η ατμόσφαιρα μυρωδάτη, με ένα απαλό άρωμα για το οποίο φρόντιζε ο επιφορτισμένος γι’ αυτή τη δουλειά υπάλληλος κάθε πρωί με το άνοιγμα των γραφείων αλλά και κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Ο κάθε υπάλληλος και το γραφείο του καινούρια πάνω σ’ αυτό ένα μπουκετάκι ολόφρεσκα λουλούδια. Ποτέ δεν είδε κανείς λουλούδια μαραμένα, φρόντιζε και γι’ αυτό ο ίδιος ο υπάλληλος απαρέγκλιτα, βρέξει χιονίσει.
Υπόνοια σκόνης πουθενά. Οι καθαρίστριες είχαν κάνει καλή δουλειά τη νύχτα.
Τα μάρμαρα στο πάτωμα τόσο γυαλισμένα που να δεις και το πρόσωπό σου πάνω τους.
Πολυτέλεια, όχι κραυγαλέα μεν, αλλά και οικείο περιβάλλον δε.
Η δουλειά σ’ αυτόν τον ναό του χρήματος τόσο ευχάριστη που δεν σου έκανε καρδιά να φύγεις. Θαλπωρή από την ατμόσφαιρα αλλά και από τη γλυκιά ματιά του boss, ιδιοκτήτη της Επιχείρησης, με την οποία αγκάλιαζε τους ανθρώπους που είχε στη δούλεψή του.
Νέος σχετικά, σαράντα ετών πάνω κάτω (φαινόταν πολύ πιο νέος), είχε κληρονομήσει μια μέτρια επιχείρηση από τον πατέρα του και την εξέλιξε σε κολοσσό. Άξιος γιος υπέροχων γονιών.
Του Φοίβου του άρεσε που αναγνώριζαν όλοι την εξέλιξη της Εταιρείας αλλά ήταν και ένας τύπος ανθρώπου που τον χαρακτήριζε μια ταπεινοφροσύνη όχι δήθεν, αλλά εκ χαρακτήρος, εκ πεποιθήσεως, Ο άνθρωπος έτσι ήταν φτιαγμένος και δεν έπαιζε το “ταπεινό και καλό παιδί”. Γι’ αυτό και όταν άκουγε υπερβολές θαυμασμού και επαίνων, ενοχλούνταν πραγματικά.
Όσον αφορά τη λατρεία που του είχαν τα κορίτσια, συνήθιζε να λέει: «Το φαινόμενο δεν είναι καινούριο. Πάντοτε ένας νέος άντρας επιτυχημένος επαγγελματικά αποτελούσε και θα αποτελεί έναν πόλο έλξης των κοριτσιών. Ήθελα να ήξερα εάν ήμουν ένας απλός υπάλληλος θα μου έδιναν σημασία; Που σημαίνει ότι, ναι μεν κάπως κολακεύομαι αλλά όχι, δεν συγκινούμαι ιδιαίτερα….» Αυτή ήταν η στερεότυπη απάντησή του στους φίλους του που τον μακάριζαν, φροντίζοντας να τον πληροφορήσουν για τους ερωτικούς κραδασμούς που ήταν διάχυτοι στην ατμόσφαιρα των γραφείων.

Μία νεοπροσληφθείσα υπάλληλος ήταν η μόνη, σίγουρα, που παρέμενε σοκαριστικά αδιάφορη στη γοητεία του Γενικού Διευθυντή. Η Λήδα.
Όμορφη, έξυπνη, μορφωμένη, αποδοτική, με ένα χιούμορ σπιρτόζικο, έξυπνο και άμεσο, με ατάκες που γίνονταν σλόγκαν στο στόμα των συναδέλφων της. Κοντολογίς, ένας τύπος ευχάριστος και πολλά υποσχόμενος στη δουλειά. Στη θέα όμως του Διευθυντή της, παγερά αδιάφορη, ασυγκίνητη ως προς τα εξωτερικά του χαρίσματα. Και οι αξιότιμοι καλοθελητές φίλοι του κυρίου διευθυντή, που φρόντιζαν να τον πληροφορούν για τα πάντα, δεν παρέλειψαν να του κάνουν γνωστή αυτήν της την αδιαφορία, Ήταν δυνατόν να κρατήσουν την έκπληξή τους για τον εαυτό τους και μόνον; Δεν έπαιζε…
Όμως η απάντηση του Φοίβου, ήταν αυτή που θα περίμενε κανείς από το στόμα ενός μοντέρνου, πλην σοβαρού επιχειρηματία: «Να και μια σωστή κοπέλα». Ήταν το μόνο που τους είπε σαν απάντηση στα σχόλιά τους. Αυτό όμως υπήρξε αφορμή και να την ξεχωρίσει από τις υπόλοιπες υπαλλήλους του.
Και όταν το Σύμπαν θέλει να σκαρώσει τις δικές του συνωμοσίες, το κάνει χωρίς να ρωτήσει βέβαια κανέναν. Έτσι τα έφερε η τύχη και η ιδιαιτέρα του Δημητρέα, η Μάρω, να μείνει έγκυος αρραβωνιασμένη ούσα, να επισπευστεί ο γάμος και, επειδή είχε αρκετά δύσκολη εγκυμοσύνη, αναγκάστηκε να πάρει μια πολύμηνη άδεια την οποία της έδωσε το αφεντικό, με αποδοχές παρακαλώ. Έτσι, η νεοπροσληφθείσα υπάλληλος της εταιρείας, με επιπλέον προσόντα έναντι των άλλων συναδέλφων της σύμφωνα με το βιογραφικό της plus την αδιαφορία της για το πρόσωπο του διευθυντή της, κρίθηκε ως η πλέον κατάλληλη να αντικαταστήσει τη Μάρω, όσο τουλάχιστον εκείνη θα ήταν εκτός. Που σημαίνει, όχι μονιμότητες.
Κανέναν δεν εξέπληξε το γεγονός, μα και καμιά κοπέλα δεν ζήλεψε. Δεν την θεωρούσαν αντίζηλο. Ήξεραν ότι το αντικείμενο του πόθου όλων τους ήταν εκτός της σφαίρας των ενδιαφερόντων της.
Η Λήδα όπως είπαμε είχε πολλά προσόντα: Τελειόφοιτος του Οικονομικού Τμήματος της Νομικής, Αγγλικά, Γαλλικά, πιάνο και χορό. Όμορφη, έξυπνη. Απορία ψάλτου: Πότε θα κατάφερνε να διαβάσει για να πάρει το έρμο το πτυχίο της; Επίσης πότε είχε χρόνο για προσωπική ζωή; Μια απορία στην οποία κανείς δεν είχε απάντηση γιατί, ναι μεν το κορίτσι ήταν ευχάριστο και έξω καρδιά, μα στα προσωπικά της από τα πιο απλά μέχρι τα πιο σοβαρά, σφίγγα, terra ignota η ζωή της. Το αποτέλεσμα ήταν να την ακολουθεί ένα μυστήριο σαν πέπλο, αν όχι σκοτεινό τουλάχιστον όμως συννεφιασμένο.
Τι έκρυβε το κορίτσι; Τι του συνέβαινε; Κάποιο ανομολόγητο μεμπτό μυστικό; Προς τα κει έκλειναν οι ψίθυροι, γιατί αν ήταν κάτι το όμορφο και κρυστάλλινο γιατί να θέλεις να το κρύψεις; Και τα κατάφερε έτσι η Λήδα, που ενώ ήταν αγαπητή και αποδεκτή από τις συναδέλφους της, να βλέπουν συγχρόνως στο πρόσωπό της μια γυναίκα διαφορετική από αυτές τις ίδιες. Εκείνες, γνώριζαν η μία τα μυστικά της άλλης καλύτερα από τον όποιον εξομολόγο, ενώ γι’ αυτήν υπήρχαν κόκκινες απαραβίαστες γραμμές και συρματοπλέγματα.
Το μυστήριο της κοπέλας ήταν αρκετό για να δώσει στην ατμόσφαιρα και την ρουτίνα της καθημερινότητας τροφή για συζητήσεις, όχι απαραίτητα κακόβουλες. Κάτι σαν το πιπεράκι και το αλατάκι στο φαγητό της ημέρας τους. Και βέβαια, όλα αυτά μεταφέρονταν στον Φοίβο τον Δημητρέα, ο οποίος και θύμωνε μαζί τους:
«Γιατί βρε παιδιά; Πρέπει ντε και καλά να γνωρίζουμε την προσωπική ζωή της κοπέλας; Αφορά αυτό την Εταιρεία μας;»
«Την εταιρεία όχι, εμάς όμως που είμαστε ελεύθερα παιδιά, μας ενδιαφέρει. Όμορφη, έξυπνη, τσαχπίνα, ευχάριστη…»
«Καλά καλά, Αρκετά…»
«Εκτός…»
«Εκτός τι;»
«Εκτός χμ, εκτός εάν της συμβαίνει κάτι άλλο…»
«Σαν τι άλλο δηλαδή;»
«Να μην της αρέσουν οι άντρες.» (σημ. η εύκολη εξήγηση για τα αρσενικά όταν φάνε πόρτα!)
«Πρέπει να καλπάζει η νοσηρή σας φαντασία φίλοι μου, άντε μην αγριέψω. Καθίστε φρόνημα. Το κορίτσι είναι υπό την προστασία μου.»
«Υπό τη προστασία σου μπορεί Φοίβο, υπό τα σεντόνια σου όμως; Εκεί σε θέλουμε…»
Και η κουβέντα σταματούσε εδώ, υπό το απειλητικό βλέμμα του Φοίβου. Ο οποίος Φοίβος ήταν βέβαια και αυτός άντρας και εξ ενστίκτου κυνηγός, μα δεσμευμένος απ’ ό,τι έβλεπαν ή νόμιζαν όλοι. Όμως άρχισε να τον απασχολεί η ιδιαιτέρα του. Ο εργοδότης και η υπάλληλός του. Και αποφάσισε να μάθει τι το σοβαρό απασχολούσε το κορίτσι και αν μπορούσε να το βοηθήσει να το λύσει. Αυτό δεν επιτάσσει η ανθρωπιά;
Άρχισε να την πλησιάζει λίγο περισσότερο. Ένα φλερτ διακριτικό, γοητευτικό και απίστευτα τρυφερό.
Ήταν δυνατόν να κρύβεται τέτοια τρυφερότητα σε έναν σοβαρό επιχειρηματία;
Ήταν και παρά ήταν, Λήδα. Άσχετα αν εσύ δεν το έβλεπες ακόμη…

Και ένα πρωινό, βλέπουν να καταφθάνει στην Εταιρεία το κορίτσι του αφεντικού. Κατευθύνθηκε προς το γραφείο του, απευθύνοντας πάνω από τον ώμο της μια ψυχρή “καλημέρα” στο προσωπικό του Δημητρέα και αγέρωχη και στητή, χωρίς να περιμένει είτε να την αναγγείλουν είτε απάντηση στον χαιρετισμό της, εισβάλλει σ’ αυτό.
«Καλημέρα, Φοίβο», είπε στον έκπληκτο φίλο της, πετώντας την τσάντα της σε μια πολυθρόνα και ξαπλώνοντας σε μιαν άλλη, μη δίνοντας την παραμικρή σημασία στην Λήδα.
«Καλημέρα Μυρτώ, πώς από δω; Δεν σε περίμενα».
«Ενοχλώ αγάπη μου; Αν ναι, να μου το πεις και φεύγω αμέσως.»
Η Λήδα, σηκώθηκε από τη θέση της λέγοντας: «Με συγχωρείτε κύριε, θα λείψω πέντε λεπτά μπορώ;»
«Ναι κορίτσι μου μπορείς, με την ησυχία σου, άλλωστε είναι η ώρα του breakfast.»
Έτσι, λύθηκε η αμηχανία που κατέλαβε και τους τρεις, τον καθένα για τον δικό του λόγο.
Όταν η Λήδα βγήκε από το πολυτελέστατο γραφείο του Δημητρέα, αυτός εξακολουθώντας να είναι έκπληκτος μα και ενοχλημένος από την αγενή συμπεριφορά της Μυρτώς απέναντι κυρίως στη Λήδα, είπε:
«Μυρτώ, μένω κατάπληκτος μαζί σου. Τι σημαίνει αυτή η αγενής σου συμπεριφορά απέναντι στην ιδιαιτέρα μου; Συμβαίνει κάτι το έκτατο;»
«Δεν συμβαίνει κάτι Φοίβο, συμβαίνουν πολλά.»
«Ναι ε; Όπως Μυρτώ μου;»
«Μυρτώ “σου”; Είμαι ακόμη “σου”, Δημητρέα;»
«Α, για να σου πω κορίτσι μου, απαιτώ να μου δώσεις εξηγήσεις για την αχαρακτήριστη συμπεριφορά σου- για να μην την χαρακτηρίσω αλλιώς. Τι έπαθες; Δεν με έχεις συνηθίσει σε τόση αγένεια, το ομολογώ. Και με αφήνεις εκτός από κατάπληκτο, απίστευτα απογοητευμένο και ανεπανόρθωτα ενοχλημένο. Θα μου πεις τι στην ευχή σου συμβαίνει;»
«Αυτή είναι λοιπόν;»
«Η ποια, Μυρτώ;»
Και η Μυρτώ, ανοίγοντας με φούρια την τσάντα της, βγάζει από μέσα ένα γράμμα και του το δίνει.
«Τι είναι αυτό;»
«Διάβασε.»

“Καλά να το τρως το κέρατο, μα και επί 20ώρου βάσεως, χωνεύεται; Δεν χωνεύεται.”

«Και τι θέλει να μας πει ο όποιος ποιητής;»
«Εγώ θα πρέπει να ρωτήσω. Με ποιαν είσαι συνεχώς, από το πρωί μέχρι το άλλο πρωί τις πιο πολλές φορές;»
«Με καμιά. Το μόνο σίγουρο.»
«“Καμιά” τη λένε την κουκλίτσα που είναι θρονιασμένη απέναντί σου όλη την ημέρα;»
«Για τη Λήδα λες;»
«Λήδα τη λένε; Ωραίο ακούγεται, οφείλω να πω.»
«Αν κατάλαβα καλά, μου κάνεις σκηνή ζηλοτυπίας, κορίτσι μου; Είναι δυνατόν να μην ξέρεις ότι τέτοιες σκηνές ούτε τις δέχομαι ούτε τις συγχωρώ, όπως και τους υπαινιγμούς και τις ειρωνείες; Και τώρα, αν δεν σε πειράζει, πνίγομαι στη δουλειά. Το βράδυ, αν συμφωνείς κι εσύ, περνάω από το σπίτι σου και συνεχίζουμε την ωραία αυτή κουβέντα. Ή μάλλον όχι. Καλύτερα κατ’ ευθείαν ραντεβού στο γνωστό μας εστιατόριο. Κατά τις δέκα. Καλά;»
«Με διώχνεις Φοίβο;»
«Όχι. Ζητώ την κατανόησή σου να μ’ αφήσεις να εργαστώ καλή μου. Είναι πολύ αυτό που ζητώ; Το βράδυ, στη διάθεσή σου.»
«Υπό άλλες συνθήκες θα μου έλεγες: “και το βράδυ δικός σου αγάπη μου”. Τι άλλαξε Φοίβο; Να ανησυχώ;»
«Δεν ξέρω παιδί μου. Εκείνο όμως που ξέρω και ξέρεις είναι, ότι είμαι πολέμιος της γκρίνιας, των σκηνών γενικώς, είτε ζηλοτυπίας, καχυποψίας και ειρωνείας είτε…»
«Φοίβο μ’ αγαπάς;» τον διέκοψε η Μυρτώ.
«Μεγάλη κουβέντα αυτή κορίτσι μου και δεν θυμάμαι να σου την έχω ποτέ πει και όχι ειδικά μόνο σε σένα αλλά και σε καμιά άλλη κοπέλα. Ας μη σοβαρέψουμε λοιπόν τη συζήτηση. Εκείνο που μπορώ να σε βεβαιώσω είναι ότι μου αρέσεις και σε θέλω, σε θέλω πολύ. Σου αρκεί;»
«Όχι. Μα και τι μπορώ να κάνω;»
«Τίποτα. Μπράβο το καλό κορίτσι. Τα λέμε Μυρτώ το βράδυ όπως είπαμε κατά τις 10.»
Και η Μυρτώ τι να κάνει, τα μάζεψε, πήρε την τσάντα της, την τσαντίλα της, τον υποβόσκοντα θυμό της και την πληγωμένη της αξιοπρέπεια και ξεκίνησε να φύγει, την ώρα που η Λήδα χτυπούσε την πόρτα για να μπει.
“Κοίταξε θράσος το τσουλάκι, ήρθε εμού παρούσας ακόμη. Καλά και θα σου δείξω εγώ” σκέφτηκε αφρίζουσα η Μυρτώ, εξαγριωμένη στο έπακρον. Το αλάνθαστο ένστικτο της γυναίκας την προειδοποιούσε ότι μπροστά της ξανοιγόταν ένα love story που δεν ήταν σε θέση να προβλέψει και την έκβασή του. Μέσα της, το καμπανάκι χτυπούσε δαιμονισμένα, προμηνύοντας δύσκολες μέρες και απογοητεύσεις καθώς και σκηνές, όχι σαν αυτές που έλαβαν χώρα λίγο πριν αλλά άλλες απείρου κάλλους, που θα έβαζαν τον θεμέλιο λίθο του αναθέματος, της διάλυσης δηλαδή του επεισοδιακού δεσμού αυτής και του αξιότιμου κυρίου διευθυντή, του Δημητρέα.
Τι σκληρός που είναι ο έρωτας όταν δεν συνυπάρχει η αγάπη! Αφού πρώτα κάρφωσε τα βέλη του ένα-ένα με τη φορά που ήθελε εκείνος, είτε βαθέως είτε επιφανειακά, ήρθε και μια στιγμή να τα τραβήξει χωρίς να νοιάζεται αν μαζί ξεκολλάει και σάρκα, γι’ αυτό και ο πόνος πολύς. Τι να τον νοιάξει εκείνον; Εκείνος είναι θεός, τι ξέρει από ανθρώπινο πόνο, τι θα πει πεθαίνω από αγάπη, υποφέρω, και από πάνω βάζει αυτόν από το ζευγάρι που υποφέρει λιγότερο να λέει τα πιο τρυφερά λόγια, για να χρυσώσει πιθανόν το χάπι του χωρισμού, να γλυκάνει κάπως την πίκρα. Και αυτή είναι η μόνη παραχώρηση που κάνει, μα και αυτή, αν το θέλει. Θεός είναι, ό,τι θέλει κάνει. Και καλά να μην υπάρχει αγάπη. Γιατί αν συμβαίνει αυτό, ναι μεν την σέβεται, αλλά ουδόλως νοιάζεται τι σκέφτεται εκείνη γι’ αυτόν. Δρα κατά μόνας, εγωιστικά, υποσχόμενος, ξεϋποσχόμενος, και τα γνωστά. Ναι μεν ο ωραιότερος των θεών, ο αιώνια νέος, ο τσαχπίνης, αυτός που δίνει νόημα για να κινείται η ζωή μας που όμως είναι και εξίσου σκληρός και άδικος. Μοιρασμένος στα δύο, όχι όμως σε ίσα μέρη, αλλά κατά πώς τον συμφέρει την κάθε φορά.
Γιατί τα λέμε όλα αυτά; Μα γιατί η ιστορία της Μυρτώς και του Φοίβου, βρισκόταν σ’ αυτό ακριβώς το σημείο του “ξεκαρφώματος” των βελών. Και ο πόνος μεγάλος για τον έναν. Για τον άλλο ένα απλό ξεβόλεμα και έτερον ουδέν.
Δεν το είπαμε; Ο κόσμος φτιάχτηκε για τον άντρα. Από κει άρχισαν και οι φυλετικές διακρίσεις! Και λίγοι είναι αυτοί που θα ισχυριστούν το αντίθετο.
Και ρωτάμε: Γιατί ο έρωτας κάνει αυτή τη διάκριση; Τη μεν γυναίκα να την σκοπεύει κατευθείαν στην καρδιά και το μυαλό, ενώ τον άντρα στο… μόριό του; Αυτό δεν θα το μάθουμε ποτέ. Και να πεις ότι είναι ο ίδιος αρσενικό και αγαπάει τον άντρα από συντροφικότητα; Μα αφού είναι άφυλος. Ένας άγγελος είναι, τότε; Δεν έχουμε απάντηση. Όταν τον συναντήσουμε, ίσως μας επιτρέψει την ερώτηση που θα του κάνουμε.
Πολύ φοβόμαστε ότι θα μας πει ότι εκείνος δεν φταίει. Ότι ο άνθρωπος είναι εκείνος που μόνος του βάζει τα χεράκια του και βγάζει τα ματάκια του κι ενώ το ξέρει, εν τούτοις δεν κάνει τίποτα για να αποφύγει την τύφλωση.
Έλα όμως που ενώ το γνωρίζει αυτό, δεν μπορεί να τιθασεύσει τα συναισθήματα τα αρνητικά του, όπως είναι π.χ. η ζήλια του, αυτή που θέλει την καταστροφή του. Γιατί, ας μας πει κανείς, ποιος είναι εκείνος που ωφελήθηκε ποτέ από εκρήξεις σκηνών ζηλοτυπίας; Eκτός του ότι θυμώνεις τον άλλο, τον κάνεις και προσεκτικότερο για να κρύβεται πιο έντεχνα και να σε διαβολοστέλνει ενδόμυχα. Η ζήλια, σου ροκανίζει την ψυχή, σε μειώνει σαν άνθρωπο, εσύ λες-λες ξεθυμαίνεις και όσο ξεθυμαίνεις τόσο χάνεις τον άνθρωπό σου, μέχρι που φτάνει το οριστικό τέλος. Και μένεις μόνος με την απώλεια, όχι μόνον του άλλου, αλλά και της αξιοπρέπειάς σου και του αυτοσεβασμού σου.
Αυτό δηλαδή που συνέβη και τώρα με τον Φοίβο και τη Μυρτώ, η οποία εκτός του ότι του άρεσε και τον κολάκευε σαν αρσενικό το να έχει στο πλευρό του μια τέτοια καλλονή, εκτός του ότι πάντα την ήθελε πολύ και ποτέ δεν την χόρταινε που λένε, εκτός όλων αυτών και άλλων τόσων, την εκτιμούσε κιόλας. Μα απόψε η αποκαθήλωση, η πλήρης απομυθοποίηση, το ξεκατίνιασμα, η ανατροπή, μαζί με την απογοήτευση και ακόμη κάτι…
Η περιέργειά του να κοιτάξει τώρα τη Λήδα με άλλο μάτι, κάτι που τουλάχιστον δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι επιθυμούσε να κάνει.
Τι λέγαμε λίγο πριν; Ανατράπηκε η τάξη πραγμάτων με τη Μυρτώ και αμέσως η ισορροπία με τη γένεση καινούριων οριζόντων…
Άντρες, άντρες!
Μα αν θέλουμε να είμαστε ακριβοδίκαιοι ας ρωτήσουμε και κάτι ουσιώδες:
Όταν είναι οι άντρες εκείνοι που ζηλεύουν, γιατί κανείς δεν διανοείται να τους αποκαλέσει “Κατίνες” αλλά το θεωρούν σαν ένδειξη αγάπης; Είναι Δημοκρατία αυτή; Είναι Δικαιοσύνη στις ανθρώπινες σχέσεις;
Και ακούμε χωρίς να εκπλαγούμε, τον αξιότιμο κύριο Δημητρέα, που μόλις τελείωσε το καθημερινό ωράριο να ρωτάει απόλυτα φυσικά τη Λήδα: «Δεσποινίς μου, κερνάω φαγητό, πηγαίνουμε; Πεθαίνω της πείνας» για να εισπράξει μιαν απάντηση που ποτέ δεν περίμενε και που ποτέ μέχρι τώρα δεν είχε ξανά ακούσει:
«Φοβάμαι κύριε διευθυντά πως δεν θα ήμουνα καθόλου καλή παρέα για να απολαύσετε το φαγητό σας. Έχω έναν φρικτό πονοκέφαλο που και μόνο στην ιδέα φαγητού δυναμώνει. Δεν θέλω να σας προσβάλλω, αλλά αν τελειώσαμε θα ήθελα να φύγω, να πάω για ύπνο ίσως…»
«Ναι, ναι πώς. Να πας Λήδα μου, να πας. Πώς και δεν μου το είπες και πιο νωρίς κορίτσι μου;»
Η κοπέλα καληνύχτισε τον διευθυντή της και έφυγε. Και μόνον τότε εκείνος θυμήθηκε ότι είχε υποσχεθεί στη Μυρτώ ότι θα πήγαιναν για φαγητό απόψε στις 10.
“Ευλογημένη να είσαι Λήδα μου που αυτή τη φορά αρνήθηκες. Δεν πειράζει. Η ζωή είναι μπροστά μας κι εγώ ας φροντίσω να είμαι προσεκτικότερος στα ραντεβού που κλείνω και μετά τα ξεχνώ” μονολόγησε σιγανά… 

[...]

 

-

γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Ελένη - Χριστίνα Γκαμπούρα

Φοιτήτρια, ανερχόμενη οικονομολόγος και «πτυχιούχος» αναγνώστρια. Διαβάζει, γράφει και ξαναδιαβάζει. Υποστηρίζει ότι ο κόσμος των βιβλίων είναι πολύ πιο όμορφος από τον πραγματικό και συνήθως κατοικεί εκεί. Όσο ζει θα διαβάζει κι όταν πεθάνει θέλει να (ξανα)γίνει αστερόσκονη.

9 Σχόλια

  1. sofia25164

    Ομορφογραμένο και με μεγάλο ενδιαφέρον το κείμενο σου Λένα μου αναμένω εναγωνίως τη συνέχεια !!!!!!!

    Απάντηση
  2. Lena Mavroudi Mouliou

    Η συνέχεια είναι πολύ ενδιαφέρουσα ειλικρινά Σοφία και στο υπογράφω ,

    Απάντηση
  3. Ασημινα Λεοντη

    Η αληθεια ειναι..οτι εμεις οι γυναικες καπου εκει χανουμε τη μπαλα..η υπερβολικη ζηλεια…που σημαινει και οχι πραγματικη αγαπη….
    Εξοχη γραφη !!!!!!!!!!!!!!
    Αναμενουμε….για την συνεχεια

    Απάντηση
  4. Lena Mavroudi Mouliou

    Όπως είπα και σε άλλες φίλες μου , η συνέχεια είναι ενδιαφέρουσα Το υπογράφω.
    Ευχαριστώ Μίνα που διαβάζεις τα κείμενά μου .

    Απάντηση
  5. Lena Mavroudi Mouliou

    Να ρωτήσω όμως κάτι. Γιατί όταν ζηλεύει μια γυναίκα την κατακρίνουμε ενώ όταν ζηλεύει ο άντρας το απολαμβάνουμε και υπερηφανευόμαστε κιόλας;;;;

    Απάντηση
  6. Χριστίνα Σουλελέ

    Λένα περιμένουμε… έχει ενδιαφέρον η ιστορία.

    Απάντηση
  7. Lena Mavroudi Mouliou

    Δεν λέω πολλά αλλά ναι, θα έχει ενδιαφέρον η συνέχεια Χριστίνα μου. Καλή σου εβδομάδα

    Απάντηση
  8. Άννα Ρουμελιωτη

    Να περιμένουμε ανατροπές το λοιπον. Καλή εβδομάδα Λενα!!!

    Απάντηση
    • Lena Mavroudi Mouliou

      Χάθηκε η απάντηση . Έλεγα λοιπόν ότι πολλά να περιμένετε στη συνέχεια Μα κι’ εγώ περιμένω τα όποια σας σχόλια όχι απαραίτητα καλά.
      Τι κάνεις Άννα; Γρήγορα με βλέπω να ακολουθώ το παράδειγμά σου με το fb.
      Καλή σου εβδομάδα και καλό Φθινόπωρο…

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος