Η γραμματέας (Μέρος Γ)

Η γραμματέας (Μέρος Γ)

(Διαβάστε εδώ το Μέρος Α)

(Διαβάστε εδώ το Μέρος Β)

white-paper_b

Και το κυνήγι της αλεπούς, συγγνώμη της Λήδας θέλαμε να πούμε, άρχισε από την αμέσως επόμενη ημέρα.
«Αν δεν μου ήσουν τόσο πολύτιμη συνεργάτης Λήδα καλή μου, θα σου ζητούσα να μην έρθεις καθόλου στη δουλειά σου σήμερα. Πώς είναι ο πονοκέφαλός σου;» την ρώτησε με ένα ενδιαφέρον που δεν ήταν καθόλου προσποιητό.
«Καλοσύνη σας που με ρωτάτε, κύριε. Είμαι αρκετά καλύτερα, μάλλον καμιά ψύξη θα ήταν. Θα σας πείραζε να χαμηλώναμε λίγο το air condition;»
«Μα και βέβαια, καλή μου, και βέβαια. Ό,τι πεις.» απάντησε και έσπευσε να κλείσει το κλιματιστικό εντελώς. Ήταν η πρώτη υποχώρηση της ζωής του. Έμελλαν να ακολουθήσουν δεκάδες άλλες, πράγμα που το έκανε ευχαρίστως, με απώτερο σκοπό να ευχαριστήσει το κορίτσι αυτό που του έστειλε η μοίρα και είχε βάσιμες υπόνοιες να πιστεύει ότι ήταν η γυναίκα της ζωής του. Οι υποχωρήσεις του δεν είχαν βέβαια τη μορφή δουλοπρεπούς φλερτ αλλά αληθινού ενδιαφέροντος που δεν θα άφηνε καμιά γυναίκα ασυγκίνητη.
Μα η Λήδα δεν ανταποκρινόταν. Θαρρείς και κάτι της απαγόρευε να αφεθεί στη γοητεία αυτού του άντρα, του τόσο αξιόλογου από πάσης πλευράς. Θα ήταν το πριγκιπόπουλο του παραμυθιού για την κάθε κοπέλα. Τι συνέβαινε λοιπόν με τη Λήδα; Γιατί, ότι κάτι συνέβαινε ήταν πασιφανές. Έτσι, ο Φοίβος το έβαλε σκοπό της ζωής του να το βρει, όντας σίγουρος ότι εάν έβρισκε την αιτία, αυτή θα ήταν και το πασπαρτού με το οποίο θα άνοιγε την καρδιά της την κλειδαμπαρωμένη. Και η σκέψη αυτή του έγινε έμμονη ιδέα, νύχτα και μέρα.
Κοντολογίς ο άνθρωπος βρέθηκε να είναι ερωτευμένος τόσο, όσο ποτέ άλλοτε στη ζωή του. Η ίδια του η Μοίρα ήταν εκεί, καθισμένη απέναντί του και αν δεν πάσχιζε να κρατήσει τα προσχήματα θα καθόταν στο γραφείο του να την κοιτάζει μόνο, χωρίς να κάνει απολύτως τίποτα άλλο.
Ήταν φορές που νόμιζε ότι ήταν 20 χρόνων. Ο έρωτας αυτός του έφερε θαρρείς πίσω τη νιότη του, που ναι μεν δεν ήταν και τόσο μακρινή, μα πώς να το κάνουμε, ήταν πια ημερολογιακά έστω, ένας ώριμος άντρας. Ανέπνεε τη δροσιά της, την οσμίζονταν και αυτό δεν οφείλονταν στην δική της ημερολογιακή ηλικία. Ήταν σίγουρος ότι και 40, και 50 και 60 χρόνων, πάλι την ίδια δροσιά θα απέπνεε. Επρόκειτο για ένα θαύμα στ’ αλήθεια και αν δεν υπήρχε εκείνο το μαύρο σύννεφο που κατά καιρούς σκίαζε το ολοκάθαρο βλέμμα της, θα έλεγε ότι εκεί απέναντί του ήρθε και κάθισε η ίδια η Άνοιξη.
Και το έβαλε σκοπό της ζωής του αυτήν την Άνοιξη να την απαλλάξει από τη μαύρη απειλή που δεν ήξερε από ποιας θάλασσας, ποιας λίμνης και ποταμού τους υδρατμούς είχε σχηματιστεί. Η Επιχείρηση, η δουλειά του γενικώς, ήρθε σε δεύτερη μοίρα. Η Λήδα ήταν πλέον η πρώτη του προτεραιότητα. Και δεν γινόταν πια να φυλάει φυλακισμένα τα αισθήματά του, τον έρωτα που πυρπολούσε το είναι του για το κορίτσι αυτό, το τόσο αλλιώτικο, με την διαφορά έστω την αρκετά μεγάλη, της ηλικίας τους.
Εάν τον απέρριπτε, θα την καταλάβαινε μεν, μα θα προσπαθούσε να την πείσει ότι υπάρχουν 40άρηδες νεαροί, όπως και νεαροί που αισθάνονταν 50άρηδες, μεσήλικες. Αυτός ήταν κάτι ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο κατηγορίες.
Να μη μακρηγορούμε, ο Φοίβος αυτόν τον έρωτα ήθελε να τον ζήσει και ας κρατούσε λιγότερο απ’ ό,τι το επιθυμούσε και που τον ονειρευόταν να κρατήσει για μια ζωή.
Άρχισε να κάνει τολμηρότερα σχέδια προσέγγισης.
Μα αν και τεχνίτης του είδους, οι προσπάθειές του όλες προσέκρουαν σε έναν αδιαπέραστο τοίχο. Μυστήριο…
Για να μην της αρέσουν οι άντρες, αποκλείεται. Ο Φοίβος εκ της μαεστρίας του της ερωτικής ορμώμενος, το ένιωθε. Και δεν ένιωθε μόνον αυτό αλλά και ότι η κοπέλα ήταν σίγουρα ερωτικός τύπος. Απέπνεε έναν ερωτισμό που τον τρέλαινε.
Κι όμως…

Μα ένα μεσημέρι, δεν άντεξε άλλο.
«Λήδα, πρέπει οπωσδήποτε να σου πω κάτι που δεν παίρνει αναβολή και δεν λέγεται εδώ μέσα. Θα πάμε για φαγητό, και σε παρακαλώ μην μου πεις “όχι”. Εκ των προτέρων σε πληροφορώ ότι δεν έχει να κάνει με τη δουλειά, μα με ένα θέμα τελείως προσωπικό. Σε μια ώρα φεύγουμε. Παίρνω να κλείσω τραπέζι. Θα βγούμε λίγο έξω από την Αθήνα.»
«Που σημαίνει μάταιος ο κόπος να σας αρνηθώ;»
«Απολύτως.»
«Μάλιστα κύριε ό,τι πείτε.»
«Αχ Λήδα, σταμάτησε πια αυτό το κύριε. Με κάνεις να αισθάνομαι γέρος. Αλήθεια. Για πες μου κορίτσι μου, έτσι με βλέπεις; Σαν έναν σεβάσμιο κύριο που είναι το αφεντικό σου;»
«Μα τι λέτε; Αν κάποιος από τους δύο μας είναι ο ηλικιωμένος, αυτός είμαι εγώ. Έχω γεράσει Φοίβο, χωρίς και να έχω ζήσει.» (Ουπς. Να η ευκαιρία που τόσον καιρό περίμενε ο Χριστιανός. Του ήρθε λοιπόν απρόσμενα η θεία στιγμή που θα μάθαινε επιτέλους από πού αντλεί αυτό το σύννεφο των ματιών της τους υδρατμούς του και τα σκοτεινιάζει.)

 

Πήγαν στο Φάληρο, στη μαρίνα του Φλοίσβου. Κάπου εκεί ήταν αραγμένο και το φανταστικό κότερο του αξιότιμου κυρίου διευθυντή για το οποίο και δεν της ανέφερε τίποτα. Γιατί να το κάνει; Επίδειξη πλούτου για δέλεαρ; Η Λήδα δεν ήταν αυτής της κατηγορίας γυναικών που θα τη συγκινούσαν τα πλεούμενα, έστω και αν ήταν πολυτελή. Όσο απίστευτο και αν φαντάζει, υπάρχουν ακόμη και τέτοιοι τύποι κοριτσιών.
Για να ζεσταθεί κάπως η ατμόσφαιρα και να λυθούν οι γλώσσες αρχίζοντας τις εκμυστηρεύσεις, ο Φοίβος παρήγγειλε ουζάκια με ψητές καραβίδες και ένα φιλέτο λεμονάτου αστακού που και μόνον σαν σκέψη μια σιελόρροια δεν την συγκρατούσες όσο συνηθισμένος και να ήταν ο ουρανίσκος σου σε τέτοιες λιχουδιές.
Και η Λήδα, χωρίς εκείνος να της το ζητήσει, άρχισε να του διηγείται μια απίστευτη εμπειρία που βίωσε και που κατά πώς φαίνεται σημάδεψε τη ζωή της:
«Είναι η πρώτη φορά που εδώ και τέσσερα χρόνια αντικρίζω θάλασσα χωρίς να σοκάρομαι.»
«Πες μου τα όλα κορίτσι μου. Δεν πρόκειται να σε διακόψω, παρά τη μεγάλη έκπληξη που αισθάνομαι μ’ αυτό που τώρα μόλις είπες…»
«Ήταν τέλος Μάη, μα έκανε τέτοια ζέστη, ζέστη Καλοκαιριού. Είπαμε το αγόρι μου κι’ εγώ, να πάμε για μπάνιο έστω και αν η θάλασσα ίσως ήταν ακόμη κρύα. Είχαμε μόλις δώσει το τελευταίο μας μάθημα στο Πανεπιστήμιο, στο Τμήμα της Νομικής, και η βουτιά που λέγαμε να κάνουμε είχε μια σημειολογία ανάλογη. Ήταν σαν να λέγαμε ότι το δροσερό αλατόνερο της γαλάζιας απλωσιάς θα ξέπλενε από πάνω μας τη μιζέρια, τη μούχλα, την κλεισούρα του δωματίου μας, με ακόμη και τα παράθυρά του κλειστά για να μην αποσπούν οι εξωτερικοί θόρυβοι το μυαλό μας από τα βαρετά βιβλία μας. Λαχταρούσαμε λοιπόν βουτιές ανανέωσης και βουτιά στη ζωή που ξανοιγόταν ευοίωνα μπροστά μας. Η ιδέα του μπάνιου δική μου. Και δεν πρόκειται ποτέ όσο ζω να συγχωρήσω τον εαυτό μου γι’ αυτό.»
Όσο το κορίτσι μιλούσε απλωνόταν στο όμορφο πρόσωπό της μια χλομάδα και ένα ελαφρό τρέμουλο στην άκρη των χειλιών της πρόδιδε την τρικυμία της ψυχής της. Και συνέχισε, χωρίς ο Φοίβος να την διακόψει όπως της είχε υποσχεθεί.
«Πήγαμε μέχρι τη Βάρκιζα με το καινούριο αυτοκινητάκι που μου έκανε δώρο ο πατέρας μου για το τέλειωμα της Σχολής. Παρ’ όλο που ακόμη η καλοκαιρινή περίοδος δεν είχε αρχίσει, λόγω της αφύσικης ζέστης υπήρχε πολύς κόσμος στην παραλία. Η άμμος έκαιγε να σκεφτείς.» (Στο σημείο αυτό ο Φοίβος πρόσεξε τον ενικό της και του ερχόταν να την αγκαλιάσει και να φιλήσει τα ολόδροσα χειλάκια της.)
«Πεινούσαμε σαν λύκοι μα στον τομέα αυτόν ήμουνα πολύ προσεκτική. Ποτέ στο νερό φαγωμένη, ποτέ. Είχα ένα παιδικό τραύμα από μια ιστορία της παιδικής μου ηλικίας. Ήταν θυμάμαι πάλι Μάης και ο νεαρόκοσμος της γειτονιάς, στριμωγμένοι στην καρότσα ενός φορτηγού “εκτελούνται Μεταφοραί” πήγαν για μπάνιο στο Καβούρι… Φωνές, τραγούδια, τους άκουγε όλη η Ποσειδώνος. Και ξαφνικά στη γειτονιά μας μέσα στην μεσημεριάτικη σιέστα ακούγονται ξεφωνητά, κλάματα και οδυρμοί. Πετάχτηκε ο κόσμος έξω τρομαγμένος να δει τι συνέβαινε μεσημεριάτικα. Είχε φτάσει η είδηση ότι ένα από τα παλικάρια της εκδρομικής παρέας έκανε την αποκοτιά να αψηφήσει το γεγονός ότι ήταν φαγωμένος και τίγκα στη ρετσίνα και να πέσει για κολύμπι. Σαν είσαι νέος, γερός και δυνατός και επιπλέον άσσος στο κολύμπι, τι έχεις να φοβηθείς; Έτσι θα σκέφτηκε ο νεαρός. Με τη θάλασσα όμως δεν παίζουνε ούτε και με τους πιο απλούς κανόνες του παιχνιδιού. Έπαθε ανακοπή και άφησε γονείς και αδέρφια μα και τη γειτονιά μας βουτηγμένη στα μαύρα… Πέθανε ο νεαρός εκείνον το Μάη, πάνω στο τέλος της Άνοιξης της Φύσης μα και την αρχή της Άνοιξης της δικής του!
Τραυματίστηκε η παιδική μου ψυχή από κείνο το δυστύχημα, και μου έγινε μάθημα ποτέ να μην πέφτω στη θάλασσα με γεμάτο στομάχι… Αυτό συμβούλευα τους φίλους μου, μα και τους άμυαλους πολλές φορές μεγάλους. Δεν ξέχασα ποτέ εκείνη τη μάνα και τον θρήνο της και όταν κάποτε είδα στην Επίδαυρο τη Συνοδινού συνέκρινα τον θρήνο της άξιας ηθοποιού στην Αρχαία Τραγωδία, μ’εκείνον της δόλιας της μάνας και ναι, παρά το μεγάλο ταλέντο της Συνοδινού, τον βρήκα Λίγο. Με τις σκέψεις αυτές στο μυαλό μου είπα στον Κωστή να κάνουμε λίγη υπομονή και πέσαμε στο νερό με ξεφωνητά από το πάγωμα που αισθανθήκαμε. Αυτό δεν ήταν κολύμπι, δεν ήταν απλώς “ένα νερό κυρά Βαγγελιώ, ένα νερό κρύο νερό”, ήταν η επιτομή της παγωνιάς του Βόρειου Πόλου και των παγόβουνων της Ανταρκτικής. Βγήκα αμέσως έξω τουρτουρίζοντας, τυλίχτηκα με την πετσέτα μου και βλέποντας τον Κωστή να είναι ανάσκελα και να μην νοιάζεται που αν έμενε κι άλλο, σε λίγο θα ήταν σαν κατεψυγμένη συναγρίδα, του φώναξα να βγει. Μα εκείνος δεν μου έδωσε σημασία. Δεν καταλάβαινα τι ευχαρίστηση μπορούσε να βρίσκει σ’ αυτήν την παγωνιέρα. Με τα δόντια μου να χτυπούν σαν σπανιόλικες καστανιέτες, δεν θυμόμουν ποτέ άλλοτε να είχα αισθανθεί τέτοιο κρύο, και πάπλωμα να μου έβαζαν, με έναν ήλιο να τσουρουφλίζει, θα το δεχόμουνα ευχαρίστως.
“Έλα Κωστή να πάμε μέχρι το μπαρ να πιούμε κανένα κονιάκ να στανιάρουμε” του φώναξα. Μα εκείνος τίποτα. Ξάπλωσα να κάνω ηλιοθεραπεία, να καώ από τον ήλιο, να τσουρουφλιστώ, να πάθω εγκαύματα όποιου βαθμού και αν ήθελε, αρκεί να ζεσταινόμουν. Ανησύχησα με την αδιαφορία του Κωστή και όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί και ο καιρός εν τω μεταξύ είχε αλλάξει, σηκώνοντας και ένα κυματάκι και έτσι όπως φαινόταν να τον έχει πάρει ο ύπνος, ξέρω κι εγώ, θάλασσα είναι αυτή, δεν παίζουν μαζί της, φοβήθηκα. Μα δεν ήταν ο καιρός που είχε αλλάξει. Καθώς φαίνεται δύο μεγάλα πλοία που περνούσαν μπροστά μας στ’ ανοιχτά σήκωναν απόνερα που έρχονταν και έσκαγαν στην ακτή κοντά μας.
“Κωστή αν δεν βγεις αμέσως εγώ φεύγω. Έλα να με βρεις στο μπαρ πάω να φάω και να πιω κάτι.”
Καμία απάντηση. Κάτι νεαροί κορτάκηδες εκεί γύρω, ακούγοντάς με να φωνάζω χωρίς να εισακούγομαι, έβαλαν τα γέλια και άρχισαν την γνωστή καζούρα νευριάζοντάς με ακόμη περισσότερο.
“Είδες χαρακτήρα που κρατάει ο Κωστής; Μωρέ μπράβο του” είπε ένας από δαύτους, ενώ ένας άλλος είπε πιο χαμηλόφωνα: “Ρε λες να έπαθε τίποτα ο άνθρωπος;”
Στη μνήμη μου ζωντάνεψε με μιας το μακρινό εκείνο καλοκαίρι των παιδικών μου χρόνων και πετώντας το μπουρνούζι πέφτω στο νερό πλησιάζοντας το αγόρι μου που το κύμα τον είχε φέρει αρκετά κοντά αν και άπατα ακόμα. Τον βλέπω να κοιτάζει με μάτια ορθάνοιχτα ως εάν να έβλεπε κάτι το παράξενο εκεί πάνω στην άλλη γαλάζια απλωσιά, αυτήν του ουρανού, με τη διαφορά ότι ναι μεν τα μάτια του ήταν ανοιχτά αλλά το βλέμμα τους σβησμένο και απλανές… Και βέβαια κατάλαβα ότι για τον Κωστή είχαν όλα τελειώσει. Ξεφώνισα: “Bοήθεια”, έτρεξαν οι πάντες, μα κανείς δεν μπορούσε να κάνει πλέον κάτι γι’ αυτόν. Η ψυχή του είχε πάει να ανταμώσει την Άνοιξη που μας αποχαιρετούσε, αφήνοντας στην θέση της το πολλά υποσχόμενο Καλοκαίρι μαζί με το άψυχο κορμί του Κωστή.
Να ’τος και πάλι ο ίδιος εφιάλτης.
Μα ο Κωστής ήταν θεονήστικος που λένε. Τότε;
Όπως αποδείχτηκε στη νεκροψία, ο θάνατος οφείλονταν σε ανακοπή, από την απότομη αλλαγή της θερμοκρασίας, από την πολλή ζέστη στην απόλυτη παγωνιά και ίσως κάποιο μικροπρόβλημα που είχε η καρδιά του χωρίς να το ξέρει και ο ίδιος, υπέστη το shock και δεν το άντεξε.
Τον έβγαλα, Φοίβο, από τη θάλασσα με την βοήθεια των νεαρών, νεκρό. Καταλαβαίνεις πώς ένιωθα;
Έπαθα ισχυρό κλονισμό που για να συνέλθω κάπως, χρειάστηκε να νοσηλευτώ σχεδόν ένα μήνα σε νοσοκομείο, πότε σε καταστολή στην Μ.Ε.Θ., πότε σε ειδικό δωμάτιο.
Για χρόνια όπως σου προείπα είχα να δω θάλασσα, αλλά και για αρκετό καιρό, άκουσον άκουσον, δεν μπορούσα να δω ούτε νερό. Την υγιεινή του κορμιού μου την είχαν αναλάβει ειδικευμένες νοσηλεύτριες, ενώ ούτε νερό έπινα με την φυσική του μορφή, γιατί αμέσως το έκανα εμετό. Μόνο πορτοκαλάδες, λεμονάδες και το μπουκάλι με τον ορό ακόμα, ήταν καλυμμένο με χρωματιστό πανί! Μιλάμε για τέτοιες καταστάσεις.
Είπα ότι η ζωή μου τελείωσε. Και το είπα εγώ που την αγαπούσα τη ζωή τόσο. Μα δεν την ήθελα πια. Όχι, αυτοκτονικές τάσεις δεν είχα. Ήμουν φαίνεται πολύ δειλή να αφαιρέσω τη ζωή μου μόνη μου. Μα πια ήμουνα ένα ρομπότ, αδιάφορο για τα πάντα και για ό,τι συνέβαινε γύρω μου.
Οι γιατροί είπαν ότι ο μόνος ίσως τρόπος θεραπείας μου, ήταν αυτός της εργασιοθεραπείας. Η υπευθυνότητα της δουλειάς θα αποσπούσε την προσοχή μου από τις μαύρες σκέψεις. Το δέχτηκα. Απέτυχα. Ξανά νοσοκομεία.
Δοκίμασα το γράψιμο, μα τα γραφτά μου ήταν ή κατέληγαν να είναι, μαύρα, σε σημείο που κι εγώ η ίδια να φοβάμαι, να σκιάζομαι που τα έγραφα, πόσο μάλλον ένας αναγνώστης. Τι είχε να ωφεληθεί από αυτά; Δεν έφθανε το έρεβος που έπεσε επί των κεφαλών των ανθρώπων χρόνια τώρα, να είχαν από πάνω καπάκι και ιστορίες γκραν γκινιόλ; Το Δρομοκαΐτειο εξασφαλισμένο. Και άντε να βρεις χρήματα για γιατρούς και φάρμακα τα οποία κανένα Ταμείο δεν γράφει στους ασφαλισμένους. Έτσι, το έρεβος που λέγαμε, πυκνό. Η αρρώστια της ψυχής, αρρώστια πολυτελείας, και είναι η χειρότερη. Οργανικά είναι κάποιος γερός. Μα ένας τερμίτης ροκανίζει την ψυχή του και με τη σειρά του κι αυτός ροκανίζει τις αντοχές των δικών του ανθρώπων. Κόλαση. Και φως από πουθενά.
Η δουλειά στην δική σου επιχείρηση μου έκανε καλό. Από την αρχή ένιωσα ότι κάτι άλλαζε, κάτι καλό θα γινόταν. Μέχρι που ήρθε η μνηστή σου.»
«Η ποια; Η μνηστή μου; Τι λες κορίτσι μου; Κάνεις λάθος μεγάλο. Εγώ μνηστή δεν έχω, εκτός και θελήσεις εσύ να γίνεις.»
«Μου αρέσει το χιούμορ σου Φοίβο. Λυπάμαι που δεν μπορώ ούτε να το παρακολουθήσω, ούτε να το ανταποδώσω, ούτε να το μιμηθώ αν και νομίζω ότι κατά βάθος έχω sense of humor.»
«Λήδα, επίτρεψέ μου να σου πω ότι κάνεις λάθος εκτίμηση. Εγώ σε θέματα τέτοια δεν αστειεύομαι καθόλου. Ντρέπομαι να γονατίσω μπροστά σου με τόσο κόσμο γύρω μας, δέξου την ελαφρά υπόκλισή μου μαζί με ένα ερώτημα από την απάντηση του οποίου θα εξαρτηθούν πολλά: Λήδα, καλή μου, θέλεις να με παντρευτείς;»
«Φοίβο συγγνώμη, αλλά δεν είναι αστεία αυτά. Δεν φοβάσαι μήπως και τα πάρω στα σοβαρά;»
«Μα αυτό είναι που σου ζητάω μωρό μου. Άκου: δεν είμαι κοντά στην ηλικία τη δική σου, δεν είμαι ένας νέος Κωστής για να έχω το ελαφρυντικό της υπερβολής και της επιπολαιότητας χαριτωμένα δικαιολογημένης λόγω ηλικίας. Θα σου πω κάτι που όσο και αν σου φανεί περίεργο, δεν το έχω πει ξανά με όλη την πραγματική αλήθεια του. Λήδα σ’ αγαπώ, κορίτσι μου και σε ικετεύω να το εισπράξεις όσο σοβαρότερα μπορείς. Σκέψου το. Αν νομίζεις ότι τα χρόνια που μας χωρίζουν -πόσα είναι αλήθεια; Είμαι 40 χρόνων εγώ- δεν είναι ένα σοβαρότατο εμπόδιο, θα μπορούσαμε να χτίσουμε μια γερή και όμορφη οικογένεια. Τι λες;»
«Λέω ότι τα έχω χαμένα. Είναι το μόνο που δεν περίμενα να ακούσω και με βρίσκεις αμήχανη μεν, συγκινημένη δε. Εντυπωσιασμένη επίσης. Εσύ, ένας τόσο σημαντικός άνθρωπος, τι βρήκες να αγαπήσεις πάνω μου; Είμαι 25 Μαΐων -λέω την ηλικία μου παρ’ όλο που είθισται μια γυναίκα να το αποφεύγει αυτό- και το κάνω όχι για κανέναν άλλον λόγο, αλλά γιατί δίνω την εσφαλμένη εντύπωση της μικρούλας, ενώ μέσα μου έχω γεράσει. Η καρδιά μου δεν συμβαδίζει με την ημερολογιακή μου ηλικία, άρα δεν υπάρχει τέτοιο εμπόδιο και άρα δέχομαι….»
Ο Φοίβος, όπως την άκουγε μαγεμένος στην αρχή δεν κατάλαβε τι εννοούσε η κοπέλα μ’ εκείνο το “δέχομαι” και έμεινε να την κοιτάζει σοβαρά.
«Τι συμβαίνει Φοίβο; Μετάνιωσες κιόλας με την πρόταση που μου έκανες; Την παίρνεις πίσω; Αν το κάνεις δεν θα σου ρίξω κανένα άδικο.»
«Λήδα μου τι λες; Ή μάλλον, τι είπες πριν λίγα δευτερόλεπτα; Είπες δέχομαι; Δέχεσαι καρδιά μου να με παντρευτείς; Κατάλαβα καλά;»
«Μα ναι. Αυτό ακριβώς. Με ρώτησες. Σου απάντησα.»
Το αίμα στο πρόσωπο του Φοίβου το έβαψε κόκκινο σε σημείο που το κορίτσι να φοβηθεί μη της πάθει και αυτός τίποτα. Άρεσε στην Μοίρα της να παίζει παιχνίδια μαζί της. Του έδωσε ένα ποτήρι δροσερό νεράκι από το μπουκάλι που ήταν στην παγωνιέρα τυλιγμένο με μια πάλλευκη πετσέτα. Και εκείνος της είπε κοιτώντας την βαθιά στα μάτια: «Λήδα, αυτή είναι η σημαντικότερη στιγμή της ζωής μου. Εύχομαι η ευτυχία που αυτή την στιγμή με κερνάς να κρατήσει όσο γίνεται περισσότερο.»
Και κάλεσε τον σεφ να τους φέρει την καλύτερη σαμπάνια για να γιορτάσουν την ανεπανάληπτη στιγμή του αρραβώνα τους.
Τελικά έχουν δίκιο οι άνθρωποι όταν λένε ότι τα καλύτερα πράγματα έρχονται όταν δεν τα περιμένεις.

 

Το μονόπετρο αντίκα που έσπευσε να της περάσει στο δάχτυλό της το ίδιο εκείνο απόγευμα, δαχτυλίδι που του είχε δώσει η μάνα του γι’ αυτόν τον σκοπό όταν κάποτε θα ερχόταν η στιγμή, επισφράγισε τον αρραβώνα τους.
Η οποία μητέρα του, μια αρχοντογυναίκα, αγάπησε το κορίτσι του γιου της με την πρώτη ματιά. Η πείρα της, παρέα με το γυναικείο και μητρικό της ένστικτο την πληροφόρησε με μιας ότι ο γιος της έκανε την τύχη του που λένε μ’ αυτό το κορίτσι. Και άρχισε η ηλικιωμένη να ελπίζει ότι επιτέλους θα αγκάλιαζε σύντομα εγγόνια. Η μητέρα αυτή, ναι μεν μοντέρνα και κοσμική με τις παρέες της, τα θέατρά της, τις εξόδους της και το χαρτάκι της, πολύ πρόθυμα θα θυσίαζε όλα αυτά προκειμένου να αναλάβει την φροντίδα των εγγονών της, τη φροντίδα της γιαγιάς με τη βοήθεια μιας νταντάς.
Η κυρία Αρχοντούλα (όνομα και πράγμα) είπε στην Λήδα ότι θα επιθυμούσε να την θεωρεί φίλη της και όχι απλά πεθερά. «Υπάρχουν φιλίες πολύ πιο ουσιώδεις και ανυστερόβουλες που γεννιούνται παρά την τεράστια διαφορά της ηλικίας μεταξύ δύο ατόμων. Βασίσου σε μένα για τα πάντα. Έχω ευήκοα ώτα και ανοικτό μυαλό. Η δε αγκαλιά μου απέραντη για σένα. Επιπλέον της φιλίας που καταθέτω στα πόδια σου, δηλώνω τη χαρά μου που αξιώθηκα να αποκτήσω την κόρη που δεν είχα ποτέ στη ζωή μου. Να είσαι καλά παιδί μου. Να είσαι καλά.»
Η Λήδα ερωτεύτηκε αυτή την θαυμάσια γυναίκα και ήταν σίγουρη ότι όντως θα γινόταν η φίλη στην οποία θα μπορούσε να εκμυστηρευτεί τα πάντα, πράγματα που ούτε στη ίδια της τη μάνα δεν μπορούσε να πει. Και ένιωσε μια ζεστασιά να απλώνεται στην ψυχή της, μια ζεστασιά αλλιώτικη απ’ αυτή που προσφέρει ο έρωτας, αυτήν την θαλπωρή που μόνο μια φιλία αληθινή σου προσφέρει. Μέσα της αισθάνθηκε για πρώτη φορά ευλογημένη, τυχερή. Ίσως η Μοίρα θέλησε να την κάνει να ξεχάσει, αν όχι τελείως, σε μεγάλο βαθμό πάντως, τις δυστυχίες που πέρασε και να την πείσει ότι όντως η ζωή που αγαπούσε, ήταν ωραία. Πολύ ωραία. 

[...]

 

-

γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Ελένη - Χριστίνα Γκαμπούρα

Φοιτήτρια, ανερχόμενη οικονομολόγος και «πτυχιούχος» αναγνώστρια. Διαβάζει, γράφει και ξαναδιαβάζει. Υποστηρίζει ότι ο κόσμος των βιβλίων είναι πολύ πιο όμορφος από τον πραγματικό και συνήθως κατοικεί εκεί. Όσο ζει θα διαβάζει κι όταν πεθάνει θέλει να (ξανα)γίνει αστερόσκονη.

2 Σχόλια

  1. sofia25164

    Όμορφη η συνέχεια της ιστορίας σου Λένα μου…μαγικό και το πέρασμα από τον μεγάλο πόνο στην μεγάλη χαρά!!!!!!! Να είσαι πάντα καλά και να μας συναρπάζεις με τις μοιρασιές σου!!!!!!Καλό Σ.Κ!!!!!!!!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος