Ο Πάνος κι η Μαρία

Ο Πάνος κι η Μαρία

old-couple_b

Αληθινή ιστορία που έλαβε χώρα στα χωριά του Ασπροποτάμου στα Τρίκαλα Θεσσαλίας

Στα χρόνια εκείνα τα παλιά, κάπου στη Θεσσαλία
δυό νέοι αγαπηθήκανε με θέρμη και λατρεία.
Ο Πάνος ως αντίκρυσε τη νια στο πανηγύρι
αρνήθηκε τα “έχει” του για ’κείνης το χατήρι.
Ξημέρωνε και νύχτωνε και πάντα καρτερούσε
να πάρει χάδι και φιλί που τόσο αυτός ποθούσε.
Για τη Μαρία ήτανε ο πρώτος έρωτάς της
και λαχταρούσε η αγκάλη της τον νιο αυτό κοντά της.
Είχεν αδέλφια και γονείς, μα όλα τ’ αψηφούσε
κι ήθελε έναν λόγο του κι απής ας ξεψυχούσε.
Περνούσαν μέρες και καιροί κι οι χρόνοι εκυλούσαν
κι ο εις τ’ άλλου τα χάδια του με πάθος λαχταρούσαν.
“Έλα μια μέρα, Πάνο μου, στο σπίτι του κυρού μου
να με ζητήσεις, φρόντισε, πριν χάσω μπλιό το νου μου.
Να γίνει αυτό που θέλουμε και χρόνια λαχταρούμε
στην εκκλησιά της Παναγιάς γοργά να παντρευτούμε.”
“Κάνε, Μαριώ μου, υπομονή, μα δε θα λησμονήσω
μια μέρα από τον κύρη σου θα ’ρθω να σε ζητήσω.
Μα έχω έξι αδελφές, πρέπει να τις παντρέψω
κι απόης εις τον κύρη σου τα προξενιά θα πέμψω.”
Κι έτσι διαβαίναν οι καιροί, μα από γαμπρούς νισάφι
κι οι έξι αδελφάδες του εμένανε στο ράφι.
Τα τροφαντά τα νιάτα της τα έκλαιγ’ η Μαρία
κι αντάμωνε τον Παναγή μέσα στη γαλαρία.
Στεφάνι ελαχτάρησε στην κεφαλή να βάλει
την αναπνιά του να χαρεί σιμά στο προσκεφάλι.
“Ακου, του λέει, Πάνο μου κι ανάλογα στοχάσου
σχέδιο έχω έξυπνο να γίνω εγώ δικιά σου.
Ταχιά πριν το ξημέρωμα θα φύγουμε κι οι δυο μας
και θα αλλάξει ριζικά το μαύρο ριζικό μας.
Θ’ αποχυθούμε, μάτια μου, θα φύγουμε αλλάργο
μήπως και γίνει όμορφο το μέλλον μας το μαύρο.
Είμαι δικιά σου, ξέρεις το, κι εσύ μόνο δικός μου
γι’ αυτό ετούτη τη χαρά παρακαλώ σε δως μου.
Οι έξι αδερφάδες σου θα βρουν το τυχερό τους
και θα χαρούν με τη χαρά και για τον αδελφό τους.”
“Σώπα, Μαρία, σώπασε κι εγώ σε αγαπάω
μα δεν μπορώ για χάρη σου αντίθετα να πάω.
Αν δεν παντρέψω τσ’ αδερφές μαγκούφης θα πεθάνω.
Το όνομα θα το τιμώ στον κόσμο τον απάνω.”
Αυτά είπεν ο Παναγής κι έσκυψε να φιλήσει
τα μάτια που τον πλάνεψαν και τόσο είχ’ αγαπήσει.
Μα ως έσκυψεν ο καψερός, φωτιά του καίει το μπέτη
κι έπεσε χάμες εκεί δα από παλιό μπερέτι.
Το σκηνικό του έρωτα εβάφτηκε στο αίμα
και της Μαριώς η αγκαλιά κοκκάλωσε στο γέρμα.
Έτσι κι αυτή ’ποχύθηκε κι έκοψε τη ζωή της
δίπλα σ’ αυτόν π’ αγάπησε αυτή και μοναχή της.

-

γράφει η Χρυσούλα Πλοκαμάκη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Ελένη - Χριστίνα Γκαμπούρα

Φοιτήτρια, ανερχόμενη οικονομολόγος και «πτυχιούχος» αναγνώστρια. Διαβάζει, γράφει και ξαναδιαβάζει. Υποστηρίζει ότι ο κόσμος των βιβλίων είναι πολύ πιο όμορφος από τον πραγματικό και συνήθως κατοικεί εκεί. Όσο ζει θα διαβάζει κι όταν πεθάνει θέλει να (ξανα)γίνει αστερόσκονη.

2 Σχόλια

  1. sofia25164

    Υπέροχο!!!!!! Ένα ποίημα μια ολόκληρη ιστορία γεμάτη έρωτα!!!!!!! Με μαγεύει η ανεξάντλητη δύναμη της πένας σου Χρυσούλα μου!!!!!! Να είσαι πάντα καλά και να έχεις μια όμορφη εβδομάδα!!!!!!!!!

    Απάντηση
    • Ανώνυμος

      Σε ευχαριστώ πολύ
      πολυαγαπημένη μου Σοφία!
      Να είσαι καλά!
      Καλή επιτυχία παντού!
      Αγαπώ σε κι εκτιμώ σε!

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος