Κοίτα στα μάγουλα τα ρόδα, ανθίσανε
τα πότισαν χρόνια και χρόνια σταγόνες αγωνίας και η απουσία.
Τα μάτια πέλαγα να ταξιδεύεις αλαργινά του νου
και να σε ταξιδεύουν τα όνειρα.
Αλύγιστη, είπες στην πρώτη επιθυμία
αυτό έμεινα… αμετανόητη και αλύγιστη
για να σε αισθάνομαι αυτοεξόριστο της Αιωνιότητας
εκεί στις όχθες του Αχέροντα που ξέχασες τον εαυτό σου.
Μουδιασμένα χέρια, βροχή δυνατή
δίχως φεγγάρι, κυλούν οι ήχοι στην υδρορροή
ένα κουβάρι μπερδεμένο φως και σκιές,
πολύωρη μυσταγωγία ανάμεσα στις αναμνήσεις και την αθωότητα
ανυπεράσπιστη στον περιφρονημένο καστρότοιχο η πρώτη ανεμώνη.
Ρωτούσες αν έχει αντικλείδι η ζωή
και ξαγρυπνούσες στεφανώνοντας μενεξέδες τα μαλλιά μου την αυγή
τώρα ξέρεις πόσα λάθη στη σπατάλη του πάθους
ονόμασες ζωή.
Ξέρεις ακόμη πως κι εγώ ξοδεύτηκα ευλαβικά
από τιμή στο ύψος της θυσίας.
Μιλούσες για φλόγες και ζεστασιά και αγάπη,
αλήθεια πόσο αναπάντεχες λέξεις
όντας τόση ημιδιάφανη παγωνιά στην καρδιά.
Ξεστρατίζει η ψυχή από την υγρασία της νύχτας
παλεύουν οι βαριές σταγόνες στα σκουριασμένα κάγκελα
να διώξουν το ξεφάντωμα της μοναξιάς, μάταια.
Κλαίνε οι ορίζοντες όταν ακούνε προσευχές
και ντύνουν παλιοκαιρισμένα σύννεφα τον ουρανό
κάπως έτσι επιστρέφει το παρελθόν
πάντα τις νύχτες,
όταν τα παραθυρόφυλλα χτυπούν
δίχως να κρέμεται ο χρόνος στο φεγγίτη
τις νύχτες,
όταν μεταλαβαίνει η μοναξιά τ’ αψέντι στο ποτήρι σου
φέγγει η ψυχή,
στο ραγισμένο κάτοπτρο του έρωτα να μη σκοντάψεις πάλι.
_
γράφει η Ζωή Δικταίου








Πολύ όμορφο!!!
Ελένη, πόσο αυτά τα θαυμαστικά σου, θαυμαστικά αθωότητας και καλοσύνης, σκορπούν σπίθες και φωτίζουν την ψυχή μου.
κάπως έτσι επιστρέφει το παρελθόν πάντα τις νύχτες,
όταν τα παραθυρόφυλλα χτυπούν ….δίχως να κρέμεται ο χρόνος στο φεγγίτη
Ναι κάπως έτσι επιστρέφει γυμνό από το χρόνο…και πάντα τις νύχτες…
Στην παλίρροια του νου, πάντα με ένα αίσθημα δέους αλλά και αγωνίας να με οδηγεί, να νιώθω το μεγαλείο της φύσης, να προσεγγίζω το θείο μέσα από το ανήσυχο βουητό της θάλασσας, σε μια άλλη μύηση να θυμάμαι Μάχη…