Στα δρώμενα των ουρανών χωρίς εμένα
τα χείλη σφραγίζουν το τελευταίο αντίο
κλειστά μυστικά φιλντισένιες στιγμές
μενεξέδες στολίζεται ο ορίζοντας το δειλινό
φοράς τα μωβ του φθινοπώρου
την ώρα που η στερνή αχτίδα του ήλιου τρυπώνει απ’ το φεγγίτη
η μελαγχολία κυματίζει μεσίστια στις κόγχες των ματιών.
Υγρή η νοσταλγία της αφής δοξάζει και πάλι τα χέρια
το λαχουρένιο μαντήλι στο μισάνοικτο μπαούλο με τα ενθύμια
το κεχριμπαρένιο κομπολόι κρεμασμένο στο τζάκι
και η πένα γερμένη πάνω στο κιτρινισμένο χαρτί.
Πως γίνεται η πόρτα να ξεκλειδώνει μονάχη της αθόρυβα
ίσκιοι κλέφτες στοιχειώνουν μάταια στο σκοτάδι
παρέα με το τικ – τακ του παλιού ρολογιού
για να υψώνεται η μοναξιά καταργώντας τις αισθήσεις.
Ποιά μυστηριώδης μαγική δύναμη
οδηγεί την καρδιά στην άβυσσο.
Ανοίγεις ένα μαγικό κουτί παραμυθένιο γεμάτο χαρτάκια με λέξεις
λέξεις θρυμματισμένες και χρησμούς σαν αυτούς που ορίζουν το Αύριο.
Αλήθεια, τον είδα να έρχεται τυλιγμένος το μαύρο μανδύα
ή μήπως ήταν αλχημιστική μεταμόρφωση.
“Να βρεις αυτή που υφαίνει τα πεπρωμένα” είπε, φωνή βραχνή
κι ύστερα χαμηλόφωνα… “σε πόθησα πολύ”.
Φοβήθηκα; Ο άνεμος απόψε κυβερνά τη μνήμη.
Ο μίτος της ελευθερίας ανάμεσα σε αλαργινές
θύμησες της νιότης και φευγαλέες μοιραίες έλξεις.
Επιμένεις να είσαι αδικαιολόγητα απών.
Κεντημένο τ’ όνειρο λευκά γιασεμιά
λινό σεντόνι στην απλώστρα φουσκώνει καταφρόνεση
κι αντίδραση στο παρελθόν.
Νομίζεις πως δεν υπάρχουν πια σύνορα για να κατακτηθούν
κι ακόμη πως το φως μας προσπέρασε
μην αλλάξεις, άφησε τους άλλους να ντύνονται τη στολή της αγέλης.
Μένω πεισματικά αφοσιωμένη στην παρούσα στιγμή
τολμώ να σηκώσω τα μάτια απ’ το χώμα
η ευτυχία θέλει να φτάσει πριν τη μεταμόρφωση της μοίρας
πριν το λυκόφως των θεών ξεψυχήσει
σβήνοντας τους ιερούς δεσμούς Της Αγάπης
πριν το καινούριο πεπρωμένο απρόσκλητο
χαράξει τα σημάδια του σε άλλο μακρινότερο ορίζοντα.
_
γράφει η Ζωή Δικταίου








[…]Μένω πεισματικά αφοσιωμένη στην παρούσα στιγμή
τολμώ να σηκώσω τα μάτια απ’ το χώμα[…]
και πόση τόλμη διαθέτει κανείς για να το κάνει αυτό!
Καλημέρα…
Tάξε λοιπόν, πως κρατάς ένα ματσάκι λεμονανθούς κι αν πρέπει να τo χαρίσεις και να γυρίσεις την πλάτη σε ότι σε πληγώνει, μη διστάσεις, μη φοβηθείς να ανοίξεις πιο βαθειά την πληγή. Kάτω απ’ το αίμα, μάτια μου θα βρεις τον αιώνιο ολόλευκο ανθό της Αγάπης και θα μείνει για πάντα ρόδο αμάραντο δικό σου. Έχοντας διανύσει το πλέον της ζωής μου, καλή μου Μάχη, θαρρώ πως κάποιες φορές ανταποκρίνομαι στην επιταγή της ψυχής και τα καταφέρνω να τολμώ. Την αγάπη μου.