Μπλέξαμε σε συμπληγάδες αφανείς.
Σε δίχτυα κεντημένα απ’ της αράχνης τον ιστό.
Εκεί στα πέρατα της συμφοράς,
της ομιχλώδους κι ασαφούς ανηφοριάς,
γονάτισαν τα σκέλη μας και κάματος μας βρήκε.
Μας συνεπήρε έπαρσης γιγάντια αστραπή.
Μας τύφλωσε εμβρόντητα της λαίλαπας η ορμή.
Κι ακροβατούσαμε σε μια κλωστή,
λεπτή μα ζωντανή,
που τη ζωή στηρίζει.
Ξαφρίζει όνειρα και τα καταποντίζει.
Τα ρίπτει μέσα στο κενό που απλώνεται κει κάτω.
Κει κάτω που θα πέσουμε σαν χάσουμε την μάζα.
Αυτή που την πνοή βαστά, προτού να τη σκορπίσει.
Μα εμείς μες στην αμφίβολη τροπή,
την άδικη, τη σκοτεινή,
αγώνα ξεκινάμε…
Κι ας έρθει κάποια Κυριακή,
μορφή αλλόκοτη, τρελή,
το τέλος να σημάνει.
Το γυρισμό να υφάνει, στον τόπο που μας γέννησε.
Στο άστρο που μας ανέστησε και τώρα μας ρουφάει.
_
γράφει ο Αλέξιος Πολυχρονόπουλος








0 Σχόλια