Τα κύμβαλα της Γερονήσου

Τα κύμβαλα της Γερονήσου

 

Με πόδια και χέρια κομμένα κολύμπησα από το απέναντι του Γεωργίου ξωκλήσι
στη Γερόνησο, που αφημένη, ακόμη, στις ανασκαφές
κρύβει τα ιερά των ειδωλολατρών τάματα βαθιά στα σπλάχνα της.
Υπήρχε κάποτε ξωκλήσι λένε εδώ.
Κτίστηκε τότε που ο Απόλλωνας μετοίκησε για πάντα στο άρμα του Φαέθωνα.
Ήρθαν οι ξένοι και φύτεψαν τον Άγιο του μαρτυρίου Σταυρό.
Ένας του Διονύσου ταύρος κουβαλούσε τις πέτρες αναμένοντας κι αυτός
το χυμένο δικό του αίμα.
Δεν είχα χέρια ούτε κερί να ανάψω, μα ούτε και κόλυβα να σκορπίσω
για του Απόλλωνα τους ιερωμένους.
Βράχια που έκοβαν σαν λεπίδα, όπως τα ανθρώπινα λόγια,
πετσόκοψαν τις ακρωτηριασμένες φτέρνες μου.
Είδα τις πέτρες, τα αλμυρά βράχια με τους αφρούς της επιληψίας των λησμονημένων άστρων
να βαφτίζονται στη θάλασσα που χωνόταν μέσα μου
για να ξεπλύνει τη ζωή που απέμεινε.
Έψαξα για τη λύρα, για τα κύμβαλα που έκρουαν κάθε βράδυ.
Τι ενοχλητικά τα κύμβαλα. Πόσο μας έχουν κουράσει.
Κάθε βράδυ τα ίδια και τα ίδια.
Ξάγρυπνοι να κοιτάμε τους Αποστόλους να κολυμπάνε από τη Γερόνησο
στης Αφροδίτης το βράχο με τους φαλλούς τους ευνουχισμένους
από των Ιουδαίων την κατάρα που φώλιασε στη νήσο μας.
Κι από το ξωκλήσι του Αγίου να κοιτάμε τον αιλουροειδή Θεό
να συνοδεύει άδοντας τους χειρώνακτες κωπηλάτες που πυρπόλησαν τη Βηθλεέμ
καθώς αυτοί κυνηγάνε τη σάρκα της πόρνης του Ευαγγελίου
που πλάνεψε τον Ιωάννη στον ιερό βράχο.
Κανένας δεν τον προστάτεψε Παχώμιος.
Αυτός φονεύθηκε από της Άρτεμης τα βέλη
ένα βράδυ που κυνηγούσε τις θηλυκές νυχτερίδες
έχοντας τα αυτιά του κλειστά στους συριγμούς του σκότους.

Τι ενοχλητικά που είναι τα κύμβαλα.
Γιατί δεν σταματάνε; Καθρεφτίζουν στους ήχους τους τόση θλίψη.
Τι ωραία που θα ήταν η δωδέκατη της νύχτας ώρα αν έπαυαν να ακούγονται.
Κι εμείς όλοι παραδομένοι στον στείρο ύπνο θα πεθαίναμε μια ώρα αρχύτερα.

Κανείς τους, όμως, δεν ξέρει ότι τα κύμβαλα αυτά
τα δικά μου συνοδεύουν βήματα εδώ σε τούτην την ξεχασμένη ιερή νήσο.
Λεπρός καθώς είμαι αφέθηκα στο ιερό του Απόλλωνα γιατρειά να βρω
απ’ αυτήν την κατάρα που τρώει τα πετσιά μου.
Δεν μπορούσα στου Ασκληπιού να μεταβώ τη νήσο.
Τα τάλαντά μου μέχρι τη Γερόνησο έφταναν.
Δεν είχα πόδια αλλά ακολούθησα τα κύμβαλα,
όταν χαράματα τάραζαν τον ισχνό ύπνο μου
και τρόμαζαν τον Μορφέα.
Μα εγώ τον αδελφό του, τον Θάνατο, αγαπούσα.
Μαζί του ήθελα στο χώμα να πλαγιάσω.
Αυτόν μού φύτεψαν στην ψυχή τότε που είδα το φως της καλοκαιρινής μεσημβρίας.
Από το πόδι μια μαία με κράτησε ψηλά
και με μια αιχμηρή φαλτσέτα μού ξεκοίλιασε τα όνειρα.
Σύρθηκα στο ερειπωμένο ιερό.
Δεν ξέρω αν του Απόλλωνα ήταν ή σε κάποιο της Ιουδαίας Άγιο αφιερωμένο κι αυτό.

Ανάμεσα στις σιωπηλές πέτρες που κουβάλησε η θάλασσα
είδα ένα παιδί να αφαιρεί από τα κόκκαλα το άτριχο δέρμα του.
Λεπρό κι αυτό δεν ξέρω.
Είναι λένε η Γερόνησος των λεπρών ο τόπος.
Πάνω στα βράχια της δέρματα των ανθρώπων θα βρεις πολλά.
Μόνο τα όνειρα έχουν φύγει για τον Άδη.
Σαν τα κοράκια κρώζουν από το χωμάτινο ουρανό που κρύβουν τα έγκατα της γης.
Μα, όμως, ετούτο το παιδί εγώ το ήξερα.
Συνήθιζε να αγκαλιάζει τους κύνες και τις γάτες.
Να μιλάει με ερπετά και ποικιλόχρωμες όρνιθες.
Μα κάθε που άκουγε ανθρώπου φωνή κρυβόταν στη Γερόνησο
και ξεπέτσιαζε τη σάρκα του.
Ιερωμένοι του μίλησαν για έναν άλλο κόσμο
για ένα του Μίδα κλουβί.
Το χρυσάφι του είπαν θα σε γιατρέψει, θα κλείσει τις πληγές
που σαν ψάρι σε κάνουν να τινάζεσαι όταν κλείνεις τα βλέφαρα.
Μια ανάσα μακριά του εγώ, και οι λεπρές του πληγές
βρωμάνε χολή και ξίδι.
Την ίδια χολή και το ίδιο ξίδι που πότισαν τον Σατανά
τότε που σταυρώθηκε στη σελήνη
με τα ανοιχτά του χέρια να αγκαλιάζουν ολάκερη την οικουμένη.

Μη φοβάσαι. Δώσε μου το χέρι σου.
Μαζί θα κουβαλήσουμε τα σαρκία μας σε άλλη γη.
Μακριά από την καταραμένη αυτή Γερόνησο.
Το δέρμα σου κράτα σφικτά επάνω στη σάρκα.
Ο χειμώνας είναι μακρύς εκεί κάτω.
Τα καζάνια των Ιουδαίων δεν έχουν πίσσα.
Μόνο παγωμένη μια γη προσμένει όλους εμάς που οι αμαρτίες που κουβαλάμε
στο μαρτύριο του Σίσυφου που μας όρισαν
κονιορτοποιούν τη ζωή που χάσαμε.
Μη φοβάσαι. Δώσε μου το χέρι σου.
Δεν μπορώ να σε γιατρέψω, το ξέρω.
Αλλά μπορώ στον μακρύ του Άδη δρόμο
μέχρι τέλους να σε συντροφέψω.

-

γράφει ο Αντρέας Πολυκάρπου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Ελένη - Χριστίνα Γκαμπούρα

Φοιτήτρια, ανερχόμενη οικονομολόγος και «πτυχιούχος» αναγνώστρια. Διαβάζει, γράφει και ξαναδιαβάζει. Υποστηρίζει ότι ο κόσμος των βιβλίων είναι πολύ πιο όμορφος από τον πραγματικό και συνήθως κατοικεί εκεί. Όσο ζει θα διαβάζει κι όταν πεθάνει θέλει να (ξανα)γίνει αστερόσκονη.

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος