Της ψυχής τα κρατημένα

Της ψυχής τα κρατημένα

Στο πέρασμα του χρόνου, ανάμνηση και μοναδική μου παρηγοριά ήταν η ιστορία που είχα σκαρφιστεί για να γυρίσω πίσω τον μονάκριβό μου και ακριβοσήμαντό μου θησαυρό.

Ακόμα και τώρα που το σκέφτομαι, λέω απαιτούσε μαγκιά και τόλμη να προβώ σε εκείνο το δήθεν διάβημα διαμαρτυρίας απέναντι στον άνθρωπο που ναι, θα ’κανε τα πάντα για να μην αφήσει την ευκαιρία, έστω και στο τέλος.
Ήθελα πάντα, όταν φυσικά μπορούσα να επηρεάσω τις εξελίξεις, να μην τα αφήνω όλα στην τύχη, μα και εγώ να αποτελώ σημαντικό παράγοντα και προτεραιότητα για τις τυχόν κινήσεις που έπρεπε να κάνω ή να γίνουν.

Το ταξίδι του ήταν προγραμματισμένο, αφού οι πτήσεις του προκαθορίζονταν από την προηγούμενη εβδομάδα για την επόμενη.
Δεν ξέρω τι με είχε πιάσει, μα εκείνος ο καυγάς έχει μείνει ακόμα μέχρι τώρα αξέχαστος.

Μα σαν θέλει να συνομοτήσει το σύμπαν που λέγεται θέληση, δύναμη και αγάπη μα, κυρίως, συνειδητοποίηση, κανείς και τίποτα δεν είναι ικανό να στερήσει από τον καθένα μας ακόμα και τη δεύτερη ευκαιρία, που είτε μας αξίζει είτε όχι.

Ένα έχει σημασία, το αν θέλει ο καθένας να προχωρήσει τη ζωή του ή θέλει να την αφήσει σε εκείνο το σημείο μα να την προχωρήσει με άλλο ταίρι.

Ποτέ δεν πέρναγε από το μυαλό μου να συμβεί αυτό, μα και δεν ήθελα να φανώ στα μάτια του η μίζερη κακόμοιρη νοικοκυρούλα που δεχόταν τα πάντα και συγχωρούσε πάλι τα πάντα.

Εεε όχι είπα, ή ταν ή επί τας.
Έτσι είσαι κύριε; Τώρα ήρθε η στιγμή να δεις και την άλλη όψη του φεγγαριού.
Όχι τη σκοτεινή, μα την πιο καθοριστική και αποτελεσματική για όλους.

Μα ήταν τόσο πετυχημένο όλο το σχέδιο όπως το είχα καταστρώσει, που κανείς δεν μπορούσε να αμφισβητήσει τυχόν μηδαμινή μου ή ελάχιστη παράλειψή μου.

Ναι, η ώρα που θα πετούσε ο καλός μου είχε φτάσει και το σχέδιο έπρεπε ήδη να δρομολογηθεί και να αποτελέσει το κίνητρο και το εφαλτήριο για μια αρχή, που ή τώρα ή ποτέ θα ’πρεπε να ’χει δοθεί αυτή η επίτιμή της έναρξη.

Αυτό και έγινε. Πριν καλά καλά προλάβει να απογειωθεί, μεταφέροντας του μέσω ασυρμάτου ένα μήνυμα δήθεν από ένα οικείο του πρόσωπο και αφού είχα και το συννένοχο σύμμαχο μου και μετέπειτα κουμπάρο μας μαζί μου ώστε να αναλάβει αυτός το πιλοτάρισμα του αεροπλάνου, ε να μην εκτεθούμε και παραπέρα, σκεφτόμουν με αγωνία, καρτερικότητα και ένα βρόγχο λες και ήθελε να με πνίξει ώστε να μην καταφέρω να αποτυπώσω για την ύστατη αυτή τη στιγμή τα συναισθήματά μου, τη συγγνώμη μου, ακόμα και το συμβιβασμό μου.

Εγώ που δε σήκωνα μύγα στο σπαθί μου και δε δεχόμουν την παραμικρή αμφισβήτηση για το κάθε τι που πίστευα και υπερασπιζόμουνα με νύχια και με δόντια.

Είχα κρυφτεί σε μια γωνιά του τεράστιου αεροδρομίου, απ’ όπου θα εκτελούσε την πτήση Ελλάδα-Αυστραλία για μια ακόμη επαναλαμβανόμενη φορά, τύπου ρουτίνας και καθημερινότητας, τα τελευταία πια χρόνια.

Γύριζε σαστισμένος, χωρίς να μπορεί να καταλάβει τι γινόταν.
Δεν με έπαιρνε άλλο το χρονικό περιθώριο και έτσι αποφάσισα να εμφανιστώ σαν ένας φαντομάς που είχε εξαφανιστεί από το προσκήνιο της σχέσης μας τον τελευταίο μήνα, αφού ήθελα να βάλω τις σκέψεις μου σε τάξη και να υποτάξω το αγέρωχο και εγωιστικό περίβλημα του καλοσυντηρημένου και κακομαθημένου εαυτού μου.

Κανείς δεν τολμούσε να μου το πει κατάμουτρα, αλλά εγώ όπως όλοι μας ξέρουμε τα καλά και τα τρωτά μας σημεία και πώς και κατά ποιον τροπο μπορούμε αρκεί να το θέλουμε να τα μεταλλάξουμε προς το καλό και το πιο ωφέλιμο για μας και τους άλλους με αλήθεια και σεμνότητα ψυχής και καρδιάς και απόλυτη συννειδητοποίηση της λογικής και εύλογης σκέψης και απόφασης.

Έτσι, πετάχτηκα και χώθηκα στην αγκαλιά του, ήθελα να χαθώ για πάντα εκεί, να έμενα μέχρι να με έδιωχνε εκείνος.
Το μόνο που κατάφερε να πει ήταν: Τι θα κάνω εγώ με εσένα βρε χαζούλι μου;

Κι αυθόρμητα και δίχως να χάσω το παραμικρό δευτερόλεπτο είπα: Την προσευχή σου αγάπη μου, να ’μαστε γεροί και μαζί για πάντα.

Αυτό ήταν, όλα τα άλλα ήρθαν από μόνα τους, χωρίς να βεβιάσουμε καταστάσεις ή γεγονότα.
Τώρα πια είμαστε μαζί.
Ζούμε τους δικούς μας μήνες του μέλιτος, αφού πιστεύουμε και παλεύουμε να γευόμαστε μόνο το μέλι στη σχέση μας και να αφήνουμε το φαρμάκι απλά να συντηρεί τον πάτο.

-

γράφει η Άννα Ζανιδάκη

Επιμέλεια κειμένου

Ελένη - Χριστίνα Γκαμπούρα

Φοιτήτρια, ανερχόμενη οικονομολόγος και «πτυχιούχος» αναγνώστρια. Διαβάζει, γράφει και ξαναδιαβάζει. Υποστηρίζει ότι ο κόσμος των βιβλίων είναι πολύ πιο όμορφος από τον πραγματικό και συνήθως κατοικεί εκεί. Όσο ζει θα διαβάζει κι όταν πεθάνει θέλει να (ξανα)γίνει αστερόσκονη.

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος