Η σκιά σου, χλωμή μέσα στο ημίφως του διαδρόμου,
δρασκελίζει υπόκωφα απ’ τη μια γωνιά στην άλλη.
Κι εσύ ντυμένος στα σκοτάδια της ψυχής σου,
αψηφάς το αύριο και προχωράς.
Φτιάχνεις στο νου σου όνειρα ντυμένα με το νέκταρ των θεών.
Περιμαζεύεις στην καρδιά σου το τραγούδι των πουλιών.
Και προχωράς.
Με βλέμμα καρφωμένο μπρος στ’ αυλάκια τ’ ουρανού,
περνάς εμπόδια από αγκάθια των καιρών.
Τις άτακτες διχάλες προσπερνάς,
τα δισεπίλυτα αινίγματα που αυτές βάζουν.
Απλώνεις στο άγνωστο τα χέρια που διστάζουν,
μια θεϊκή βουλή ζητώντας να τ’ αγγίξει.
Κι ήσυχος πια στην κούρνια σου λουφάζεις,
όνειρα περιμένοντας δυσεύρετων εικόνων ποθητών.
Αλλοτινών στιγμών που απ’ τα κατάβαθα γεννιούνται,
κι ατέρμονα σε ντύνουν με του φέγγους το μανδύα
κι όλων των άστρων το πολύτιμο υλικό.
_
γράφει ο Αλέξιος Πολυχρονόπουλος








0 Σχόλια