Το τίποτα φοβάμαι

Το τίποτα φοβάμαι

Τα πάντα στη ζωή καταλήγουν στον θάνατο.
Το μόνο βέβαιο και σίγουρο, το μόνο αναπόφευκτο και φυσικά απροειδοποίητο και ανεξέλεγκτο.

Πολλές φορές λένε πολλοί: Έλα βρε μήπως θα καταλάβουμε και τίποτα; Όλα γίνονται ακαριαία, απροσδόκητα και αναπόφευκτα για τον καθένα, τι να καθόμαστε και να στεναχωριόμαστε;

Όντως δεν έχουν και άδικο, τίποτα δεν μπορούμε να κάνουμε, ούτε να επέμβουμε κατά κάποιο τρόπο, ούτε να δωροδοκήσουμε κανέναν.
Άλλωστε, αν μπορούσαμε γι αυτό, ο Άγιος Πέτρος θα ’ταν κροίσος… Μα όσο και να θέλω να το διακωμωδήσω όλο αυτό, τόσο πιο πολλή μελαγχολία με πιάνει και τόσο πιο πολύς κρύος ιδρώτας λούζει τα χρυσαφένια μαλλιά, που θα μοιάζουν στο τέλος σαν τις στημένες από το νερό λουρίδες της σφουγγαρίστρας και μάλιστα της πιο απορροφητικής.

Αυτά λέω και παρηγορώ τον εαυτό μου όταν κάθομαι τα βραδάκια στο μπαλκονάκι μου, αν και μεγάλο εγώ ’χω στην καρδιά μου και στο μυαλό μου το λιμανάκι μου, που εκεί ρίχνω άγκυρα και στην καρέκλα από την τραπεζαρία του περνώ λεπτά, ώρες κι αν μ’ αφήνανε οι δύσμοιρες υποχρεώσεις που κάποια στιγμή πρέπει να περατώσω, θα ’μενα με τις μέρες.

Σ’ αυτή τη μεριά πλέον του σπιτιού μοιράζομαι τη λύπη μου, τη χαρά μου, τα όνειρά μου, τα σχέδιά μου, τις ελπίδες μου και τις απογοητεύσεις μου.

Ποιος να μου το ’λεγε πως θα ερχόταν ώρες, στιγμές που εγώ η ίδια θα επέλεγα να αποφασίσω να μη βγω έξω, να μην πάω για έναν καφέ με τις φίλες μου, παρά να κάτσω να παραδοθώ στη μέθεξη των στιγμών, τον οργασμό των εμπνεύσεων, ώστε να μην καταπατήσω καμιά υπεύθυνη για αναγέννηση και δημιουργία αποτελέσματος σε κάθε υποτιθέμενη για μένα ενασχόλησή μου με το αρμόδιο αντικείμενο.

Αυτό και αποφάσισα να κάνω.
Μια απόδραση από τα καθιερωμένα και τακτά διαστήματα που είχα επιλέξει να αφοσιωθώ και να ενασχοληθώ με τα δικά μου, όπως τα έλεγα και συνεχίζω να τα λέω, κομμάτια ζωής.

Τίποτα, τίποτα, αυτό μου τριβέλλιζε το μυαλό, τη σκέψη, τα πάντα.
Πώς τίποτα; Τόσο απλό είναι να μη σκέφτομαι να μην περνάνε από το μυαλό μου σκέψεις μαύρες, καταπνικτικές και απαισιόδοξες νομίζετε;

Είμαι άνθρωπος με αδυναμίες, οφθαλμοφανείς και ορατές με γυμνό χρόνια οφθαλμό.
Όπως μου λένε άτομα που είναι στο φιλικό μου περίγυρο, ένα ανοιχτό βιβλίο.

Μα καμιά φορά επιλέγω εγώ και μόνο εγώ τις σελίδες που θέλω ο άλλος να διαβάσει και να ανταποκριθεί στη δική μου επιλογή και απόφαση.

Άραγε πού θα πάμε; Πώς θα είμαστε; Θα μας αναγνωρίσουν οι δικοί μας; Και χίλια δυο άλλα αναπάντητα μέχρι τώρα ερωτήματα και από άλλους θνητούς, αδύναμους χαρακτήρες.

Το μετά το θάνατον, το μετά το κάλυμα του νεκρού από κείνο το απαίσιο ψυχρό μάρμαρο, που κι αν γυαλιστερό για να αποδείξουμε τις τιμές και την αξία προς το πρόσωπο του θανόντος ή της θανούσης, προσδοκούμε και ζητούμε να ’ναι τόσο αστραφτερό, όσο μάλλον και η ζωή που είχε κάνει και του άξιζαν ακόμα περισσότερα πράγματα και τιμές.

Κι όμως όλα αυτά δε με συγκίνησαν ποτέ. Δεν μ’ άγγιξαν ουδόλου και ουδεμία φορά.
Προτιμώ τα χρήματα, όσον αφορά τα επιδεικτικά και μόνο απόδωσης τιμών και αξιών προς το νεκρό ή τη νεκρή, να δίδονται σε οικογένειες που τα ’χουν απαραιτήτως ανάγκη, ώστε να ικανοποιήσουμε και τα δικά μας ανθρώπινα κίνητρα για μια ζωή όχι βουτηγμένη σε πάθη, λάθη και αδυναμίες, αλλά να καταφύγουμε και να προσφύγουμε σε πράξεις αληθινές, ανθρώπινες, που ίσως κατά ελάχιστο να συντελέσουν και στον εξαγνισμό της ψυχής μας και των αμαρτιών που ο καθένας μας κουβαλάει, είτε όχι.

Ναι, το τίποτα φοβάμαι, το τίποτα που διέπεται από άγνωστα στοιχεία, κενές δηλώσεις μα κυριότερα κατευθύνεται από ανύπαρκτα ή υπαρκτά ερωτήματα που δεν έχουν βρει ακόμα τις απαντήσεις τους και χάνονται στα βάθη των χρόνων, κουβαλώντας τις δικές μας ερμηνείες, παρερμηνεύσεις, χωρίς να καθίσταται προσβάσιμο και επιτρεπτό το βήμα προς ανάλυση, εξήγηση και καθησυχασμό των δικών μας ανήσυχων και ακούραστων πνευμάτων.

Πολλά τίποτα μαζευτήκανε βρε παιδιά και δεν μπορώ να τα κουμαντάρω.
Νομίζω πως όλα θα εξεγερθούν εναντίον μου και θα μου ζητούν το λόγο, γιατί τα παραθέτω, τα καταθέτω ως ανησυχίες, ως προβληματισμούς και φυσικά ως αιτιολογημένα ή μη ερωτήματα που πάντα θα ζητούν να βρουν τις απαντήσεις τους ανάμεσα σε κάθε τι που προκύπτει ή επιβάλλεται για δική μας κάλυψη,προστασία ή ακόμα και ασφάλεια.

Δύσκολα και απότομα όλα αυτά τα μονοπάτια που έχω κληθεί να βρω εξωνυχιστικές απαντήσεις και να διαλύσω μια και καλή απορίες γεγονότων διαδραματισθέντων σε χώρο οικείο του μυαλού μου, της αυθυποβολής μου, ακόμα και των ανεξήγητων και ανεξέλεγκτων πανικοβαλλόμενων τρόπων απόδειξης και καταγραφής αυτού του άγχους μου.

Το άγχος που άλλοι λένε “Έλα καλέ, τι αγχώνεσαι, να φας δεν έχεις ή να πιεις;”
Παθητικά αποδεκτά ερωτήματα που έχουν και τις αποδεκτές απαντήσεις και αιτιολογήσιες τους, φυσικά και επόμενα.

Δεν τίθεται θέμα επιβίωσης, δόξα το Μεγαλοδύναμο, τα καταφέρνουμε παλεύοντας όπως όλοι, οι περισσότεροι από μας, για τον επιούσιον το μηνιαίον καθώς και για τα ετήσια καλυπτόμενα ή μη έξοδα ζωής, καθημερινότητας ή ακόμα και ρουτίνας δικής μας.

Το θέμα είναι ότι αντέχουμε, ανεχόμαστε, παλεύουμε, προσπαθούμε, μαχόμαστε, αλλά τι γίνεται στο τέλος; Τίποτα. Ε, αυτό το τίποτα φοβάμαι.

Τρείς συλλαβές, έξι γράμματα, μα περικλύεται όλη η ζωή μας, τα άγχη μας, οι καταβαλλόμενες ως κάποιο μέγιστο θα ήθελα να διατυπώσω βαθμό προσπάθειές μας αλλά κυρίως, μέσα σε αυτό το τίποτα, ενδείκνυται η απαλλαγή ή μη των ευθυνών μας, των μεριδίων τους καθώς και της αποδοχής ή αποτροπής μας από καταστάσεις συνδεόμενες με το είναι μας, τα θέλω μας, τα πρέπει μας και τα αναπάντητα μέχρι τώρα γιατί μας και διότι μας.

Αυτό το τίποτα που έμελλε να στοχοποιήσει τις ζωές μας, τις κινήσεις μας, μα πιο πολύ να αποσυντονίσει και να απελπίσει τα παιδιά μας, τις νέες γεννιές, που ορμώμενες από τις εντάσεις και τις δράσεις της αδρεναλίνης τους αντί να επιδρούν καταιγιστικά και αποτελεσματικά, δρούνε αποτρεπτικά, μη ανατρεπτικά και αποκαρδιωτικά.

Θέλω να πιστεύω πως η κατάσταση αυτή του τίποτα, που αν και τη φοβάμαι σαν το διάολο το λιβάνι, δε θα δράσει υποτονικά, απαθή και μη αναστρέψιμα.

Μόνο τα νιάτα μας
τα μη υποταγμένα
θα φτιάξουν μιαν Ελλάδα
στα μέτρα τα απολύτως
επάξια ενδεδειγμένα.

-

γράφει η Άννα Ζανιδάκη

Επιμέλεια κειμένου

Ελένη - Χριστίνα Γκαμπούρα

Φοιτήτρια, ανερχόμενη οικονομολόγος και «πτυχιούχος» αναγνώστρια. Διαβάζει, γράφει και ξαναδιαβάζει. Υποστηρίζει ότι ο κόσμος των βιβλίων είναι πολύ πιο όμορφος από τον πραγματικό και συνήθως κατοικεί εκεί. Όσο ζει θα διαβάζει κι όταν πεθάνει θέλει να (ξανα)γίνει αστερόσκονη.

1 σχόλιο

Υποβολή σχολίου

Υποβολή συμμετοχής!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αρχείο

Είσοδος