
_
γράφει ο Νίκος Πουλικίδης
_
Η προσωπική του ανέλιξη ήταν ο αυτοσκοπός της ζωής του. Δε λογάριαζε τις ζωές άλλων ανθρώπων. Έπρεπε να πατήσει ακόμα και επί πτωμάτων προκειμένου να εξελιχθεί επαγγελματικά. Ο κυνισμός του στη λήψη αποφάσεων ήταν παροιμιώδης, απαραίτητο εχέγγυο για τις εταιρίες που τον προσλάμβαναν. Στην εποχή της ευημερίας των αριθμών τέτοιοι άνθρωποι θεωρούνταν ικανοί και τέτοια προσόντα θεωρούνταν προτερήματα. Μα, πού πήγανε τα συναισθήματα; «Όχι εμείς θέλουμε ρομπότ».
Ο προϋπολογισμός της χρονιάς αυτής δεν έβγαινε με τίποτα. Η λύση; Τα γνωστά. Μείωση προσωπικού, μείωση μισθών, αύξηση απλήρωτων υπερωριών. Βάσει νόμου είχε το ελευθέρας να πράξει κατά βούληση. Να δώσει τη λύση που έμοιαζε στα υπο-λογιστικά του μάτια ευκολότερη. Άνθρωποι βουρκωμένοι βγαίνανε από το γραφείο του, έχοντας πλέον μια ζωή μπροστά τους διαλυμένη, όχι απλά στο μηδέν, αλλά υπό του μηδενός. Αυτός ακάθεκτος.
Κάπως έτσι οδηγήθηκε μια μέρα σε θέση εξουσίας. Ένας… «άριστος» τεχνοκράτης! Χωρίς να επηρεάζεται από τίποτα λάμβανε τις αποφάσεις δίχως ίχνος ανθρωπιάς. Μα… «οι άνθρωποι ήταν πλέον αριθμοί». Επομένως, δεν υπήρχε τίποτα ανώτερο ως σκοπός από την «ευδαιμονία των αριθμών». Μια μέρα υπήρξε ένα μαζικό συλλαλητήριο έξω από τα γραφεία του. Ήρεμος και ατάραχος κοιτούσε από ψηλά το πλήθος να απομακρύνεται από τις αστυνομικές δυνάμεις.
Μα δεν έφταιγε αυτός, πίστευε. Από μικρό παιδί τού εμφύσησαν αυτές τις αξίες. «Κοίτα τον εαυτό σου, μην κοιτάς τους άλλους». Ατομικισμός. Παθητικότητα. Απουσία ενσυναίσθησης και αλληλεγγύης. Έκανε πολλές θυσίες για να φτάσει ως εδώ. Το κυριότερο όμως; Θυσίασε τα όνειρα, θυσίασε την ανθρωπιά. Μικρός ήθελε να γίνει ζωγράφος, μα τι δουλειά έχει η τέχνη σε ένα «περιβάλλον αριθμών»; Πολυτέλειες για ένα τέτοιο σύστημα.
«Μα πόσο πετυχημένο μπορεί να είναι ένα σύστημα που βλέπει μόνο αριθμούς και παραμερίζει τους ανθρώπους;» είχε αναρωτηθεί κάποτε. Αυτοί οι εφηβικοί του στοχασμοί ήταν ανοησίες πίστευε. Άλλωστε η απάντηση είχε δοθεί πολλάκις από τους μεγαλύτερους σε ηλικία: «Μα έτσι είναι ο κόσμος. Δεν μπορείς να κάνεις κάτι». Όλα τα «γιατί» πάντα συναντούσαν τον τοίχο του «γιατί έτσι».
Αριθμοί, αριθμοί, αριθμοί… Αυτήν θεωρούσε την απάντηση σε όλα. Πυξίδα ζωής αυτή η σκέψη και έτσι υλοποιούσε για άλλη μια φορά πολιτικές αδιέξοδες, οι οποίες απαιτούσαν ακόμα περισσότερο αίμα, ήταν όλο και πιο βάρβαρες για έναν λαό που αλλεπάλληλα χειμαζόταν εδώ και μια δεκαετία. Εκείνος όμως εκεί, ακάθεκτος!
Ένα ακόμη πρωινό πήγαινε ρομποτικά πλέον στο γραφείο του προς τέρψη των «αριθμών». Στο δρόμο για τη δουλειά του πληροφορήθηκε ένα συμβάν που συντάραξε συθέμελα την κοσμοθεωρία του. Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων προκειμένου να ζεσταθεί άναψε τη σόμπα το προηγούμενο βράδυ. Το πρωινό της επόμενης μέρας ο γιος τους τούς βρήκε νεκρούς από αναθυμιάσεις. «Μα τι κάνουμε;» ομολόγησε την αποτυχία του.
Την ίδια μέρα είχε ήδη υποβάλει την παραίτησή του, ενώ απευθυνόμενος στον λαό ζήτησε μια τεράστια συγγνώμη. Η συνείδηση του εφήβου, που είχε θάψει, ένεκα του τεχνοκρατικού πνεύματος της εποχής, είχε κάνει την επανάστασή της! Μαζί και τα όνειρά του, τα οποία ξεκίνησε κιόλας να υλοποιεί, κάνοντας στροφή στην τέχνη, το πραγματικό βάλσαμο για την εξιλέωση της ψυχής του.
Οι άνθρωποι δεν ήταν απλώς αριθμοί. Το είχε συνειδητοποιήσει πλέον. Ήταν κάτι πολύ περισσότερο. Την θολωμένη του κρίση την είχε ξεδιαλύνει μια ρήση του Αντρέ Μπρετόν, την οποία δεν αντιλαμβανόταν ποτέ πλήρως στα τεχνοκρατικά του μάτια: «Ο Άνθρωπος είναι η απάντηση όποια κι αν είναι η ερώτηση».








0 Σχόλια