Kύπρος… στο αδικαίωτο φως

24.02.2016

Ογρή είναι ακόμη η γη
απ' τις θαλασσαρμύρες των ματιών
κι από αίματα αθώων. Ογρή.
Ανάβρυσμα στο χώμα ετούτο ο βαθύς καημός
ο σπαραγμός, οι θύμησες.
Ο πόνος μέστωσε με τον καιρό μες στις καρδιές
η πίκρα στέριωσε στ' απανωχείλι
βδέλλα να καταπίνει το χαμόγελο αχόρταγη.
Καράβι οι μνήμες
θαλασσοπούλια μ’ ανοιγμένα φτερά
στα βλέφαρα της τρικυμίας
φεύγουν – έρχονται.
Φουρτουνιασμένο πέλαγος ο νους
ζυγίζει τα άδικα
στο σκλαβωμένο φως ξορκίζει δαίμονες
αγρίεψαν τα μάτια
θολωμένα ματώνουν μέσα στις αλήθειες τους.
Δίπλωσε τα φτερά σου αρχάγγελε
δεν υπάρχει κίνδυνος να λησμονήσω
το φωτοστέφανο άφησε
να πέσει καταγής στο αγνοημένο χώμα
έλα να ανοίξουμε μαζί τις περγαμηνές του καιρού
στο καθρέφτισμα της θύμησης.
Έλα αντίκρυ απλά
με όλες τις αισθήσεις, έλα με τα δώρα τ’ ουρανού
μαζί να νιώσουμε, το αχ που υψώνεται απ’ τα έγκατα
για να θρηνήσει την αθέλητη άβυσσο
πάνω από τη γη του μαρτυρίου.
Έλα με πανσέδες ένα λιόγερμα
όταν ο ήλιος μακριά θα βυθίζεται στο αρχιπέλαγος
όταν οι ορίζοντες θα υπόσχονται, Αύριο
όταν η θύμηση φαντάζει προσευχή
άλλες, κι άλλες χαρές κρυμμένες πίσω απ' τον καιρό
αιωνιότητες, χρωματιστές κορδέλες
του παρελθόντος, του παρόντος, του μέλλοντος
σε χρόνο αδιαίρετο εντός
έλα κυλά η απόσταση σαν το νερό. Φοβάμαι.
Πονώ, σε κάθε ανάβλεμμα πονώ
ένα σκουριασμένο παλιομάχαιρο σκαλίζει την πληγή βαθιά
στοχάζομαι όσα πίσω άφησα, όλα,
στην εξορία του νου
εκεί με καλούν οι φωνές.
Μερόνυχτα κρατώ τον ύπνο έξω απ' τα ματόφυλλα
τα όνειρα στοιχειά της ερημιάς
μέσα απ' τις χαραμάδες ξεπετάγονται
τον ψίθυρο η καρδιά αφουγκράζεται,
κάτω απ' το βάρος της μοναξιάς σωπαίνοντας
πάνω απ' το δίκιο ξάγρυπνη στενάζει
ενάντιος ήχος στο συμβιβασμό
ανυπότακτος χτύπος.
Με τη φωνή του ανέμου σκίζεις τα πέπλα της λήθης
“Κύπρος πολύπαθη, μαρτυρική κι αγαπημένη
Κύπρος, φως ο τόπος μου”.
Ρωτώ, δίχως να παίρνω απόκριση…
γιατί θεέ άφησες και ρήμαξαν τις στράτες σου...
Κλαίω τις κουρσεμένες πεθυμιές της νιότης
όνειρα ανέγγιχτα ντυμένα πένθιμα
ίσκιοι θολοί σε ξένη πατρίδα με καλωσορίζουν
και πως μου φαίνεται κάθε φορά
σα να τελειώνει εδώ ο κόσμος.
Κι η αγάπη μου, που πήγε
κάτω απ' το χώμα, χώμα πια,
ανθός μιας πένθιμης Παρασκευής
κάτω απ' τα κυπαρίσσια
κοιμάται άραγε;
Άγγελε, τι έγινε το χνούδι αυτό το ρόδινο
που είχε ο Έρωτας στα μάγουλα.
Ένας θρήνος της γης είμαι
λειψές οι ώρες βαθαίνουν περισσότερο την απουσία
ανάμεσα στα ερείπια μια παπαρούνα αντιστέκεται.
Θαρρώ κλειστά έχουν μείνει τα παραθυρόφυλλα
κάτω απ' το φεγγάρι να λιτανεύουν την ερημιά.
Τρώει το χρώμα η αρμύρα
ο θάνατος κρατά τις πύρινες φλόγες
περνά ο καιρός ξυστά μέσα απ' τις γρίλιες
και φέρνει τα σημάδια στο φως.
Σκουριές που κράτησαν το αίμα
όλα γύρω βουβά
να καρτερούν μιαν Άνοιξη ακριβή
αγιοσύνη μυρίζει η σταυρανάσταση.
Μια σαϊτιά ασήμι διαγράφει τον ορίζοντα
ασπροφτέρουγο περιστεριού χαράζει την αλήθεια
στο χάρτη της συνείδησης.
Τις νύχτες χαμηλώνουν τα κλεμμένα άστρα
πάνω από γκρεμισμένα σπίτια
και πάνω από αφύλακτες ψυχές.
Τις νύχτες ξεπλένω τις πληγές στο ακρογιάλι.
Τις νύχτες μένω απρόθυμη να παραδεχτώ
πως όσα έζησα δεν θα γυρίσουν.
Τις νύχτες οι φωνές ακόμη πολεμούν, φοβερίζοντας
και η δική μου.
Τούτο το χρόνο θριάμβευσε η νοσταλγία
οι ακίνητοι λογισμοί θα βρουν ανάστημα
ν' ακουστούν αλλιώς τα λόγια
όρθιες ψυχές πειθαρχημένες
δε γονατίζουν, δεν παρακαλούν.
Σημαδεύουν οι αναμνήσεις.
Ζωή, εκείνη που μας άρπαξαν και δεν προλάβαμε να ζήσουμε
ανέβηκε η ψυχή τον ανήφορο του ήλιου
κι αρνιέται να συμβιβαστεί με τα επίφοβα τοπία και τα σχέδια.
Ορκίζομαι στη μυστική αγρύπνια του σύμπαντος
στο ρόχθο του Αιγαίου ν' αφουγκράζομαι το χρέος
της λησμονιάς σειρήνες μακριά.
Αύριο, ένα τριαντάφυλλο και μια ηλιοδαχτυλιά ξανθή
θέλω να σου χαρίσω στην Αφάντεια
μέσα στα στάχυα μετά την πρωινή βροχή
να δεις τρέχει αίμα η ρυτίδα πλάι στο μέτωπο
και το σημάδι κάτω απ' το πουκάμισο κρατώ.
Πάλι για εσένα το τραγούδι θ' ανεβεί στα χείλη
και θα χορέψω με λυτά μαλλιά στον κάμπο.
Ξάγρυπνη μένω ώρες πολλές
κρατώντας σφαλιστά τα ματοτσίνορα
μα πίσω τους μορφές πολλές
μένουν μαζί μου μέχρι να χαράξει η αυγή.
Μάχεται η νύχτα να καταπιεί τον άνεμο
κι εγώ να προσπεράσω τον καιρό.
Οι θύμησες καίνε, οι εικόνες τρέχουν
ένα παιδί, άδειο βλέμμα πίσω απ' τα συρματοπλέγματα
χέρια υψωμένα στον ουρανό
χείλη μισάνοιχτα μελανιασμένα από φόβο
τρεμάμενα μέλη καθηλωμένα στο έδαφος
ρημαγμένα σπίτια, χέρσα χωράφια, έρημες κορφές.
Κρατάς την περηφάνια αντίδωρο.
Δε σου μιλώ για εκδίκηση. Μη βιάζεσαι.
Για να ξεχωρίζουμε το δίκιο απ' τ' άδικο συζητάμε
και μιλούμε τη γλώσσα της καρδιάς
ανάμεσα σε χιλιάδες της δικαιοσύνης αναλφάβητους.
Ήμουν παιδί ανέμελο κάποτε
φορούσα την αθωότητα κατάσαρκα
με ασπροκέντημα στο στήθος.
Ξυπόλητη έτρεχα στην άμμο
ώχρες χρυσές απλωμένες στον ήλιο
βήματα για να κατακτήσω με μια φλόγα τη ζωή ανθόσπαρτη.
Κι ύστερα στο ξάφνιασμα του Έρωτα
μ' έβρισκε μες τα μελισσόχορτα το λιόγερμα
μετρούσα με σπίθες αστεριών τα όνειρα
και σε περίμενα.
Έδενα κόμπο το καρδιοχτύπι στο μαντήλι μου
και το κρατούσα φυλακτό
ώρες που ο αποσπερίτης στερεωνόταν πάνω από το φάρο.
Απρόσμενα ήρθε ο χαλασμός
η αυγή με ματωμένα ρόδα χάραξε
κι απότομα έπρεπε να μεγαλώσω στο χαμό.
Με σιντεφένια δάχτυλα κορφολογώ σιωπές
βαραίνει το φορτίο.
Αγγίζω τον ξεριζωμό των ζωντανών
νεκροί ανασταίνονται, φωνές
η μνήμη με καινούριο αίμα δε σβήνει.
Ένα πελώριο κόκκινο φεγγάρι
ανατέλλει πάνω απ' την Αμμόχωστο.
Δεν υπάρχουν χαμένες πατρίδες.
Αύριο, στη γέφυρα του νου
ψυχανεμίσματα και βήματα βαριά
χτυπούν τα πέταλα του αλόγου στο καλντερίμι.
Αύριο, παρακάμπτοντας τη μοίρα
από την ίδια τη μοίρα η ζωή πιο δυνατή.
Aύριο, έλα να σκάψουμε τις ρίζες της αθανασίας
σε εκείνο το χρόνο που δεν κοστίζει
αλλά είναι πάντα πολύτιμος.
Εκεί επιστρέφω στην Αφάντεια,
να εξοφλήσω το χρέος
κινώντας προς τα πίσω απ' την αρχή.

 

_

γράφει η Ζωή Δικταίου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Του πεπρωμένου σκάλες

Του πεπρωμένου σκάλες

Ανηφοριές, κατηφοριές έχει η ζωή μεγάλες κύκλους διαγράφουν οι στιγμές όμορφες, γκρίζες κι άλλες του πεπρωμένου σκάλες . Όταν η λύπη σου χτυπά απρόσκλητη την πόρτα δοκιμασία που ζητά υπομονής την νότα . Πολλών σου στόχων το βουνό απότομο κι οδυνηρό θα το ανεβείς...

Βερούκης

Βερούκης

ΒΕΡΟΥΚΗΣ Ο μάστορας Βερούκης, συνεργείο ονομαστό,  μόνος ήρθε απ’ το χωριό, 17 στα 18, έφτυσε αίμα, να το ανοίξει, δούλευε σαν το σκυλί, μα η ζωή καλή μαζί του, έγινε κάποιος και αυτός, έχει πια 6 υπαλλήλους, χρειάζεται και έβδομο, του προτείνανε παιδί, πατριώτη, απ’...

πλάκες – συγγράμματα

πλάκες – συγγράμματα

  Στην ακατάστατη μάντρα των αζήτητων αναμνήσεων θα βρεις τις πλάκες με τα συγγράμματα, τα ρητά  που ανακατεμένα πια δε βγάζουν νόημα. Μόνο σε μπερδεύουν, το μηδέν και το άγαν, το τίποτα με το άπαν, η δόξα συναντά τη λόξα και οι προσευχές τις κατάρες. Τα ονόματα...

Στην ερημιά της ελπίδας

Στην ερημιά της ελπίδας

Η μέρα τελειώνει, το φως χαμηλώνει η δύση αρπάζει φωτιά και ματώνει ο ήλιος βαθιά στον ορίζοντα γέρνει στην μοναξιά της ελπίδας μια αχτίδα του στέλνει   Η νύχτα που φέρνει μια μπόρα θυμώνει η αγάπη μονάχη στο κρύο παγώνει της βροχής οι ριπές αντηχούν στο περβάζι...

Οι μικροί γαλαξίες – Νικηφόρος Βρεττάκος

Οι μικροί γαλαξίες – Νικηφόρος Βρεττάκος

γράφει η Άντια Αδαμίδου - Οι μικροί γαλαξίες Του Νικηφόρου Βρεττάκου Πᾶνε κι ἔρχονται οἱ ἄνθρωποι πάνω στὴ γῆ. Σταματᾶνε γιὰ λίγο, στέκονται ὁ ἕνας ἀντίκρυ στὸν ἄλλο, μιλοῦν μεταξύ τους. Ἔπειτα φεύγουν, διασταυρώνονται, μοιάζουν σὰν πέτρες ποὺ βλέπονται. Ὅμως, ἐσύ, δὲ...

Διαβάστε κι αυτά

Οι μικροί γαλαξίες – Νικηφόρος Βρεττάκος

Οι μικροί γαλαξίες – Νικηφόρος Βρεττάκος

γράφει η Άντια Αδαμίδου - Οι μικροί γαλαξίες Του Νικηφόρου Βρεττάκου Πᾶνε κι ἔρχονται οἱ ἄνθρωποι πάνω στὴ γῆ. Σταματᾶνε γιὰ λίγο, στέκονται ὁ ἕνας ἀντίκρυ στὸν ἄλλο, μιλοῦν μεταξύ τους. Ἔπειτα φεύγουν, διασταυρώνονται, μοιάζουν σὰν πέτρες ποὺ βλέπονται. Ὅμως, ἐσύ, δὲ...

Απογραφή

Απογραφή

Απόψε είχαμε απογραφή. Με επισκέφθηκαν όλες μου απελπισίες μαζεμένες.  Εγώ δεν είχα ιδέα – ποτέ δεν με ενημέρωσε καμία πριν έρθει. Με έπιασαν απροετοίμαστο. Πώς επισκέπτεσαι τον άλλο τέτοια ώρα κυρά μου; Είχα τροχιοδρομήσει να ζήσω μια ευτυχία – στον ύπνο μου....

Ρότα τ’ αγνώστου

Ρότα τ’ αγνώστου

Με τ’ ανοιξιάτικο αεράκι ένα πρωί, πανιά θ’ ανοίξω πάλι στο γαλάζιο, παίρνοντας μια βαθειά αναπνοή, της θάλασσας τις στράτες σαν διαβάζω. Η βάρκα μου ένα όμορφο σκαρί, σε ταρσανά χτισμένο με μεράκι, να σκίζει τα νερά και να ‘ν’ γερή, με μένα καπετάνιο στο δοιάκι. Ο...

4 σχόλια

4 Σχόλια

  1. Μάχη Τζουγανάκη

    “Ορκίζομαι στη μυστική αγρύπνια του σύμπαντος
    στο ρόχθο του Αιγαίου ν’ αφουγκράζομαι το χρέος
    της λησμονιάς σειρήνες μακριά.”

    Ορκίζομαι μαζί σου Ζωή.. Αυτό είναι το Χρέος.

    “Δε σου μιλώ για εκδίκηση. Μη βιάζεσαι.
    Για να ξεχωρίζουμε το δίκιο απ’ τ’ άδικο συζητάμε
    και μιλούμε τη γλώσσα της καρδιάς
    ανάμεσα σε χιλιάδες της δικαιοσύνης αναλφάβητους ”

    Και μιλάω και εγώ μαζί σου την ίδια γλώσσα. Αυτή είναι η Γλώσσα μας.

    Σε ευχαριστώ για την συγκίνηση. Υποκλίνομαι στο ταλέντο της ψυχής σου. Ξεγυμνώνεις τις σκέψεις σου με τρόπο μοναδικό σκορπώντας σεβασμό στους τόπους και στην Ιστορία τους κι αυτό γιατί έχεις μάθει να Αγαπάς.

    (πληθυντικός κομμένος όπως θα κατάλαβες. Δε μου ταιριάζει είπαμε…)

    Καλη σου μέρα!

    Απάντηση
    • Ζωή Δικταίου

      Μάχη, απόψε με τα μάτια γεμάτα θαλασσαρμύρα από τη συγκίνηση, αναγνωρίζω την κοινή μνήμη τ’ ουρανού που μας ενώνει. Είσαι τόσο κοντά στην ψυχή μου… έλα λοιπόν να ορκιζόμαστε μαζί στη γλώσσα που αισθανόμαστε, για την αλήθεια και το φως, έλα να ξεθάψουμε όση αγάπη μπορούμε.

      Απάντηση
  2. Σοφία Ντούπη

    Τι να πει κάνεις μπροστά στο χείμαρρο του λόγου και της ψυχής; Πώς να ανταμώσει τις εικόνες και να μην σφραγίσει τα βλέφαρα απ’ τον πόνο ή να μην επαναστατήσει η καρδιά του σαν θα δει το ¨πελώριο κόκκινο φεγγάρι¨; Δεν έχω λόγια… τα είπατε όλα εσείς!!!

    Απάντηση
    • Ζωή Δικταίου

      Στο δρόμο της Αγάπης, πορεύεσαι σίγουρα με δυσκολία, τουλάχιστον στην αρχή. Μετά συναντάς συνοδοιπόρους στο καραβάνι για το δικαιότερο φως και δε σε νοιάζει, όσο πιο πολύ ξοδεύεσαι τόσο πιο κοντά φτάνεις, μα πάντα με το εμείς…

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου