Select Page

Reunion

Reunion

Περπατούσα αμέριμνος στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, όταν σταμάτησα για δυο λεπτά να κοιτάξω κάτι παπούτσια σε μια βιτρίνα. Δίπλα μου, μία κυρία στην ηλικία μου έκανε το ίδιο πράγμα. Λογικά θα ήθελε να διαλέξει κάποιο δώρο για τον άνδρα της. Αυθόρμητα πέφτει το μάτι μου πάνω της και την παρατηρώ με περιφερειακή όραση. Αδύνατον! Δεν μπορώ να το πιστέψω! Η Κλειώ δεν είναι αυτή; Η παλιά μου συμμαθήτρια. Την σκουντάω ευγενικά. Εκείνη γυρίζει προς το μέρος μου. Επιβεβαιώνω τις σκέψεις μου.

-Κλειώ, εσύ δεν είσαι; τη ρωτάω.

-Γιάννη… πες μου πως είσαι εσύ. Δεν το πιστεύω! μου απαντά και πέφτει στην αγκαλιά μου, μαζί με όλο το μπούγιο τσάντες που κρατά.

Αποφασίζουμε να συνεχίσουμε την κουβέντα μας σε ένα καφέ. Ξάφνου τα παπούτσια δεν ενδιέφεραν κανέναν από τους δυο μας. Καθόμαστε στην πρώτη καφετέρια που βρίσκουμε μπροστά μας. Η Κλειώ δεν έχει πολύ χρόνο στη διάθεσή της και πρέπει να βιαστούμε. Από ό,τι μου λέει, ο Γιώργος, ο άνδρας της, την περιμένει στο σπίτι για φαγητό. Τα λέμε στα γρήγορα. Στα χρόνια που πέρασαν από τότε που τελειώσαμε το σχολείο εκείνη ξεκίνησε δουλειά ως μοδίστρα και έκανε δύο παιδιά. Της λέω και τα δικά μου. Πληρώνουμε βιαστικά, ενώ ανταλλάσσουμε τηλέφωνα. Υποσχόμαστε ο ένας στον άλλο πως θα τα πούμε σύντομα. Κλισέ! σκέφτομαι.

Επιστρέφω σπίτι. Ανοίγω το ίντερνετ και παίρνω στο skype τη Βάσω. Της λέω για την συνάντηση μου με την Κλειώ και ενθουσιάζεται. Βάζει σχεδόν τα κλάματα. Οι δυο τους ήταν κολλητές μέχρι την Τρίτη λυκείου. Κι εγώ ήμουν κολλητός με τη Βάσω. Όμως εκείνη έφυγε στο Λονδίνο αμέσως μετά το σχολείο και χαθήκαμε κάπως. Προσπαθήσαμε να κρατήσουμε επαφές από το ίντερνετ όμως. Την χαιρετάω και κλείνω. Πρέπει να πάρω τα παιδιά από το σχολείο σήμερα. Είναι Παρασκευή και θα μείνουν σε μένα το Σαββατοκύριακο.

Έρχεται το βράδυ. Δεν με παίρνει ο ύπνος. Έχω μία υπερένταση. Σηκώνομαι και πηγαίνω στο σαλόνι. Εκεί βρίσκεται μόνο ο παππούλης, το γέρικο σκυλάκι μου. Τα παιδιά κοιμούνται μέσα! Φτιάχνω έναν καφέ και ανοίγω την τηλεόραση. Ξαναμπαίνω στο ίντερνετ. Νέο μήνυμα από τη Βάσω και διαβάζοντας το, κάτι που δεν περιμένω! Επιστρέφει, μου γράφει. Επιστρέφει στην Ελλάδα μετά από είκοσι χρόνια. Απαντάω στα γρήγορα ενώ έχω ήδη αρχίσει να σκέφτομαι την επόμενή μου κίνηση. Αναζητώ την Κλειώ στο facebοok. Την βρίσκω και της κάνω αίτημα. Και τώρα; Τι γίνεται τώρα; Αυτό που έχω στο μυαλό μου δεν μπορεί να γίνει με τρία μονάχα άτομα. Δεν είμαστε μόνο αυτοί στην τάξη τότε. Κοιτάζω το πατάρι από πάνω μου. Είναι αργά να ψάξω απόψε. Είναι δώδεκα η ώρα περίπου και ίσως ξυπνήσω τα παιδιά, αν κάνω φασαρία. Πίνω λίγο από τον καφέ μου. Σηκώνομαι και φέρνω από την αποθήκη την σκάλα.

Ανεβαίνω στο πατάρι και κατεβάζω γρήγορα  τις κούτες με τα παλιά μου άλμπουμ. Εκεί έχω όλες τις φωτογραφίες από το λύκειο. Εκεί όλα τα ονόματα των συμμαθητών μου. Και τα τηλέφωνα τους. Λες να έχουν ακόμα τον ίδιο αριθμό;

Ανοίγω το φάκελο με τα ονόματα όλων: Άννα, Αντώνης, Ζαχαρίας, Καλλιόπη… Όλων. Ξεκινάω σιγά σιγά να τους ψάχνω στο facebook.  Βρίσκω κάποιους και τους κάνω φίλους. Κοιτάζω την ώρα. Κοντεύει πέντε τώρα και πρέπει να ξαπλώσω. Αύριο θα πάμε από νωρίς με τα παιδιά στο πάρκο που θέλουν να παίξουν στις κούνιες. Ας μη τους το χαλάσω, θα πρέπει να σηκωθώ! Κλείνω τα άλμπουμ. Πρέπει να περιμένουν ως αύριο.

Ξημερώνει. Βρίσκομαι στο πάρκο με τα μικρά, τα οποία τρέχουν κυνηγώντας κάτι γάτες. Τους έχω αγοράσει ποπ κορν και γλειφιτζούρια. Σκέφτομαι ακόμα αυτό που έχω στο μυαλό μου από χθες. Χτυπάει το κινητό μου. Είναι η Βάσω. Απαντάω κατευθείαν και με ενημερώνει πως φτάνει στην Αθήνα το επόμενο βράδυ. Πετάω από τη χαρά μου τώρα. Σηκώνομαι και τρέχω μαζί με τα παιδιά. Νιώθω κι εγώ παιδί ξαφνικά.

Επιστρέφουμε σπίτι και τρώμε στα γρήγορα. Τα παιδιά πάνε για διάβασμα. Έχουν τεστ για τη Δευτέρα και πρέπει να διαβάσουν πολλά. Παίρνω τα άλμπουμ και βγαίνω στη βεράντα. Ανοίγω εκείνο της πρώτης λυκείου και το ξεφυλλίζω όλο. Δάκρυα τρέχουν από τα μάτια μου.

-Μπαμπάκα, γιατί κλαίς; ακούω τη Λένια να με ρωτά.

-Κοιτάζω κάτι φωτογραφίες από το σχολείο μου. Από όταν ήμουν κι εγώ μικρούλης και συγκινήθηκα, της απαντάω.

-Και γιατί κλαις, μπαμπάκα; Δε σου αρέσει που δεν πας σχολείο;

-Όχι, αγάπη μου! Κάποιες φορές δε μου αρέσει, της απαντάω και την αγκαλιάζω.

Φτάνει το βράδυ και μας βρίσκει και τους τρεις να βλέπουμε μια ταινία. Μας παίρνει ο ύπνος στον καναπέ. Ο τέταρτος της παρέας, ο παππούλης, μας ξυπνάει το επόμενο πρωί. Έχει ξεκινήσει να βρέχει και πρέπει να μαζέψω τα ρούχα. Βγαίνω φορώντας μια ζακέτα και βάζω μέσα τα απλωμένα. Μαγειρεύω κάτι στα γρήγορα. Κυριακή σήμερα και θα έρθει η γιαγιά και ο παππούς να φάμε όλοι μαζί! Πετυχαίνω για ακόμη μια φορά την μακαρονάδα και όλοι μένουν ενθουσιασμένοι. Το απόγευμα χαιρετάω τη Λένια και τον Σπύρο, οι γονείς μου θα τους πάνε στη Χριστίνα.

Κάθομαι για λίγο στον καναπέ. Θυμάμαι πως σήμερα έρχεται η Βάσω και θέλω να την πάρω από το αεροδρόμιο. Εγώ θα τη φιλοξενήσω, εξάλλου. Έχω αγωνία που θα τη δω. Έχουμε να βρεθούμε είκοσι χρόνια. Φτάνω στο Ελευθέριος Βενιζέλος κάπως καθυστερημένα. Την βλέπω από μακριά να κάθεται σε μία καρέκλα. Θεέ μου! Είναι ίδια! Δεν έχει αλλάξει καθόλου. Την πλησιάζω και χωρίς να πούμε λέξη πέφτει στην αγκαλιά μου κλαίγοντας.

Φτάνουμε σπίτι. Έχουμε πει πολλά στο δρόμο, αλλά τώρα έχουμε να πούμε περισσότερα. Της δείχνω τα άλμπουμ με τις παλιές φωτογραφίες και συγκινείται. Την αγκαλιάζω και της λέω για το reunion που έχω σκεφτεί να οργανώσω. Πετάει από τη χαρά της. Η αρχή έχει γίνει με την Κλειώ. Τώρα μένουν οι υπόλοιποι.

Τους βάζουμε όλους κάτω. Πόσοι είναι; Δώδεκα ή δεκατρείς; Ψάχνουμε στις φωτογραφίες που μας είχαν βγάλει έναν προς έναν. Δώδεκα είμαστε. Τους πέντε τους έχω βρει ήδη στο facebook. Ένα μήνυμα θα στείλω μόνο και είμαστε μια χαρά. Στέλνω και στους πέντε και απαντούν σχετικά γρήγορα. Ξαφνικά μας πιάνει μια λιγούρα. Έχει περισσέψει μακαρονάδα, αλλά θέλουμε κάτι απ’ έξω. Ετοιμαζόμαστε και φεύγουμε για Νίκαια. Εκεί είχε σουβλατζίδικο ο πατέρας του Στάθη, του ενός από τους δώδεκα. Εκεί, απέναντι από το σχολείο.

Φτάνουμε και μπαίνουμε στο μαγαζί. Τρώμε βιαστικά και ζητάμε το αφεντικό. Μίλτο τον λέγανε τον πατέρα του Στάθη ή Θανάση; Δε θυμάμαι. Δεν έρχεται αυτός όμως. Αυτός που βρίσκεται μπροστά μας είναι ο ίδιος ο Στάθης, με ένα τεράστιο μουστάκι και τα μαλλιά του λιγάκι πιο γκρίζα. Μας καταλαβαίνει αμέσως και πέφτει στην αγκαλιά μας. Του εξηγούμε σχετικά με αυτό που θέλουμε να κάνουμε και τον ρωτάμε αν έχει ακόμα επαφές με κάποιον από την τάξη. Ναι, μας λέει και ανακουφίζομαι. Με τον Προκόπη, την Άννα και τον Αντώνη κάνει ακόμη παρέα. Δε θα του είναι δύσκολο να επικοινωνήσει μαζί τους και να τους ενημερώσει για το reunion.

Γυρνάμε σπίτι. Οι επτά από τους δώδεκα έχουν μαζευτεί. Οι άλλοι πέντε όμως πώς θα βρεθούν; Πιο εύκολα από όσο περίμενα. Ξαφνικά θυμάμαι πως η Καλλιόπη και ο Φραγκίσκος είχαν δεσμό κάπου μεταξύ δευτέρας και τρίτης λυκείου. Έμεναν και οι δύο κοντά στην πλατεία Κουμουνδούρου. Ξεκινάω το ίδιο απόγευμα για το σπίτι της Καλλιόπης, με στόχο να βρω τους γονείς της. Έτσι και γίνεται. Το σπίτι το βρίσκω εύκολα, θυμάμαι ακόμα εκείνη τη περίεργη στροφή όπου είναι χτισμένο. Οι γονείς της Καλλιόπης με ενημερώνουν πως η κόρη τους ζει μόνιμα στην Κυψέλη με τον άνδρα της τον Φραγκίσκο. Καλά θυμόμουν πως κάτι έτρεχε με αυτούς τους δύο.

Παίρνω τηλέφωνο τη Βάσω και την ενημερώνω. Πάω από το σπίτι να την πάρω και πάμε μαζί στην Κυψέλη. Φτάνουμε στο σπίτι των παιδιών. Η Καλλιόπη μας ανοίγει φοβισμένη. Δε μας έχει καταλάβει ακόμη. Από πίσω της εμφανίζεται ο Φραγκίσκος κρατώντας ένα μωρό, ενώ δίπλα του στέκεται ένα μικρό κοριτσάκι. Του χαμογελάω και με καταλαβαίνει απευθείας. Εξηγεί στη γυναίκα του που δεν πιστεύει στα μάτια της.

Μπαίνουμε μέσα και καθόμαστε μέχρι αργά το βράδυ. Η κουβέντα δε λέει να σταματήσει. Από τον Φραγκίσκο μαθαίνουμε πως θα είναι εύκολο να βρούμε και τον Μάριο, αφού εκείνος ήταν ο κουμπάρος τους αλλά και την ξαδέρφη του Μάριου, την Έλενα, όπου έμεναν και οι δύο πλέον μόνιμα στην Αίγινα με τις οικογένειες τους. Στις δύο φεύγουμε. Τα παιδιά πρέπει να κοιμηθούν. Ευτυχώς εμείς δεν έχουμε τέτοιες ευθύνες. Τα δικά μου βρίσκονται με τη Χριστίνα και ο γιος της Βάσως είναι με τον πατέρα του και πρώην σύζυγο της στο Λονδίνο.

Το επόμενο πρωί η Καλλιόπη μου τηλεφωνεί και με ενημερώνει πως επικοινώνησαν με την Έλενα και τον Μάριο και πως κι εκείνοι είναι σύμφωνοι για το reunion τους. Είναι μάλιστα και ανυπόμονοι!

Ανοίγω ένα άλμπουμ που βρίσκω στην κούτα. Βλέπω εμένα και τρία αγόρια δίπλα μου. Αυτός είναι ο Μάριος, ο άλλος δίπλα του ο Φραγκίσκος και από την άλλη ποιος είναι; Δεν μπορώ να θυμηθώ. Α, ναι. Ο Ζαχαρίας. Εκείνος που τρελαινόταν για τις μηχανές και τα γρήγορα αυτοκίνητα. Είναι ο μόνος που δεν έχουμε βρει. Προσπαθώ να θυμηθώ το που είχε περάσει από τις πανελλήνιες. Στον Πειραιά. Εκεί είχε περάσει και είχε εγκατασταθεί μόνιμα. Το θυμάμαι αυτό. Θυμάμαι μάλιστα και ένα μπαράκι στο οποίο έπιασε δουλειά εκείνη την εποχή. Η Βάσω κοιμάται στο μέσα δωμάτιο, ας μην την ξυπνήσω. Βάζω το μπουφάν μου και ξεκινάω.

Φτάνω στο μαγαζί. Ευτυχώς δεν έχει αλλάξει όνομα και καταλαβαίνω αμέσως ποιο είναι. Μπαίνω μέσα και εννοείται πως δεν βρίσκω εκεί τον Ζαχαρία. Δεν περίμενα να τον βρω. Μπορεί να είχε πάρει το πτυχίο του και να δούλευε σε κάποια εταιρεία τώρα. Πλησιάζω έναν σερβιτόρο και ζητάω το αφεντικό. Λες να έρθει ο Ζαχαρίας αυτή τη φορά, όπως έγινε και με τον Στάθη; σκέφτομαι και γελάω μόνος μου. Λίγο μετά όμως μου κόβεται η χαρά. Το αφεντικό του μαγαζιού μου φέρνει τα δυσάρεστα.

-Πώς; τον ρωτάω μόνο.

-Με μηχανάκι φίλε μου, μου απαντάει. Το κεφάλι του έσκασε στο πεζοδρόμιο αμέσως. Πάνε δεκαπέντε χρόνια…

Βγαίνω μουδιασμένος. Έχω πάθει σοκ από την είδηση. Μπορεί να έχουμε χαθεί, μα ήταν ένας από τους συμμαθητές μου και είναι δυσάρεστο να ξέρεις πως δεν είναι στη ζωή. Με μηχανάκι, λέει. Κοίτα να δεις τελικά. Κάτι που αγαπάς τόσο πολύ μπορεί να σε πεθάνει κιόλας. Σκουπίζω τα μάτια μου και γυρνάω σπίτι.

Τα λέω στη Βάσω. Το κλίμα γίνεται βαρύ. Θέλω να φτιάξω κάπως την ατμόσφαιρα. Της λέω να πάμε μια βόλτα στη Νίκαια, στα παλιά μας στέκια. Το κάνουμε. Και είναι όντως λυτρωτικό. Γυρνάμε σπίτι αργά το βράδυ, μεθυσμένοι και οι δύο. Βάζω ξυπνητήρι στις οκτώ. Το επόμενο πρωί θέλω να πάω στο σχολείο να βρω τον διευθυντή για να μιλήσουμε για την αίθουσα που θέλω να μου παραχωρήσει για ένα βράδυ. Τι ωραίο που ακούγεται! Θέλω να πάω στο σχολείο!

Πραγματοποιώ την επίσκεψή μου την άλλη μέρα όλο χαρά και χαίρομαι ιδιαίτερα που  βρίσκω τον Aρσενίου εκεί. Είκοσι χρόνια μετά ο ίδιος διευθυντής. Χρόνος δεν πέρασε από πάνω του. Του εξηγώ τι ετοιμάζω και του ζητάω τα κλειδιά του σχολείου για το Σάββατο που έρχεται. Μου λέει πως δεν μπορεί να μου τα δώσει, αλλά πως θα βρεθεί κι αυτός μαζί μας για να μας ανοίξει και να κάτσει στο πάρτι. Μα ο διευθυντής στο πάρτι; Δε βαριέσαι;

Γυρνάω στο σπίτι. Η Βάσω πίνει καφέ και μιλάει στο κινητό με τον Φραγκίσκο ο οποίος της λέει πως όλα είναι έτοιμα και με τους άλλους από την Αίγινα. Παίρνω τον Στάθη και μου λέει κι αυτός πως έχει ενημερώσει τους υπόλοιπους. Δεν μένει τίποτα άλλο. Κατεβαίνουμε στα μαγαζιά. Τα ποτά και τα φαγητά πρέπει να είναι πολλά για εκείνο το βράδυ. Και η μουσική της γενιάς μας. Από αυτά που μόνο εμείς ξέρουμε να χορεύουμε καλά.

Από τον Στάθη μαθαίνω το ίδιο βράδυ πως η Άννα έχει χωρίσει πρόσφατα. Κάτι είχε παιχτεί μεταξύ μας στην τρίτη λυκείου, λες να κάτσει φάση και πάλι; Κι ο Αντώνης ακόμα ελεύθερος είναι έμαθα, δεν έχει παιδιά. Ας κάνει κίνηση η Βάσω, όλοι το ξέρουμε πως είχαν σχέση στη δευτέρα.

Το Σάββατο έφτασε. Είμαστε μαζεμένοι όλοι στην αίθουσα του Γ1, στην τελευταία αίθουσα που κάναμε μάθημα σαν λυκειόπαιδα. Χορεύουμε και τραγουδάμε συγκινημένοι. Ο Αρσενίου έχει το ίδιο αυστηρό ύφος. Αρπάζω την Άννα και τη φιλάω. Δέχεται το φιλί μου. Ο Αντώνης λίγο πιο πέρα συζητάει με τη Βάσω. Καλά πάει το πράγμα, σκέφτομαι.

Ο Αρσενίου μας ενημερώνει πως την επόμενη χρονιά θα γίνουν επισκευές στο κτίριο. Κάποιες τάξεις θα γκρεμιστούν. Τον κοιτάζω και μου κάνει νόημα πως το Γ1 δε θα πειραχτεί. Συνεχίζουμε και οι έντεκα τον χορό. Πλησιάζω στο παράθυρο και βλέπω κάτω από μια κολόνα ένα μηχανάκι. Ο Ζαχαρίας είναι μαζί μας στο reunion με έναν δικό του ιδιαίτερο τρόπο!

_

γράφει ο Γιάννης Αδελιανάκης


 

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Χαρούλα Σμαρνάκη

Η αγάπη και το πάθος μου για τη μελέτη της ελληνικής γλώσσας αλλά και της κλασικής γραμματείας με οδήγησαν στη Φιλοσοφική Σχολή τού Πανεπιστημίου Κρήτης, στο Τμήμα Φιλολογίας, με ειδίκευση στον Τομέα Κλασικών Σπουδών. Ωστόσο μου άρεσε πάντοτε να γράφω. Ή πιο συγκεκριμένα, μου άρεσε να γράφω περισσότερο από το να μιλάω. Μάλλον από νωρίς πίστεψα στη δύναμη, τη γοητεία του γραπτού λόγου και στον τρόπο που εκφράζεται η ψυχή και τα συναισθήματά της μέσα από αυτόν. Και κάπως έτσι ξεκίνησα να γράφω άρθρα, κείμενα, ποίηση και παιδικά παραμύθια. Για να βάζω σε κάποια άκρη του μυαλού μου χωριστά τα καλά από τα άσχημα, τα αληθινά από τα ψεύτικα και μέσα από το παιχνίδισμα και το συνταίριασμα των λέξεων να τους αλλάζω θέση και να γίνονται όλα ξανά από την αρχή. Γράφω για να να ξεθυμώνω με τον κόσμο που ζω και για να θυμώνω περισσότερο με όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μου και δεν πολυκαταλαβαίνω. Και για να μπορώ κάθε βράδυ να ονειρεύομαι πως αυτός ο κόσμος ίσως γίνει κάποτε λίγο καλύτερος.

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!