seagull

Χρόνια την περίμενε αυτή τη μέρα. Ίσως και να είχε περάσει τη μισή της ζωή με αυτή την προσδοκία. Να καρτεράει υπομονετικά στο πίσω μέρος του μυαλού της. Οι άνθρωποι κατά τον Φρόιντ, όταν δεν είναι ικανοποιημένοι από τη ζωή τους (και ποιος είναι;) χρησιμοποιούν τις φαντασιώσεις και την ονειροπόληση γενικότερα σαν μηχανισμό άμυνας για να πάνε παρακάτω! Κάπως έτσι λειτουργούσε κι εκείνη εδώ και σαράντα ολόκληρα χρόνια! Ζούσε τη ζωή της δίπλα στους ανθρώπους που αγαπούσε αναλώνοντας κάθε της κύτταρο για αυτούς, τα όνειρα και τις ανάγκες τους, βάζοντας πάντα σε δεύτερη μοίρα τη δική της ζωή, τα δικά της όνειρα και θέλω!

Δεν της είχε ζητηθεί...όχι, όχι ήταν δίκαιος άνθρωπος η Ευτυχία! Δεν ήθελε τώρα στο τέλος να μεταφέρει την ευθύνη για όσα έχασε, για όσα δεν έζησε σε πλάτες άλλων. Δεν ήταν δίκαιο και δεν ήταν δίκαιο ούτε και για την ίδια! Ήταν σαν να μεμψιμοιρούσε και αυτό δεν ταίριαζε στον τόσο δοτικό χαρακτήρα της. Με το ένα όμως και με το άλλο και τη ζωή και την καθημερινότητα να τρέχουν, ορισμένες φόρες, ένιωθε σαν μαραθωνοδρόμος που δεν είχε χρόνο ούτε για τις ανάσες του...

Ήταν Μάης, μα όχι… δεν έφταιγε ούτε η Άνοιξη, για εκείνη άλλωστε είχε περάσει προ πολλού κι ανεπιστρεπτί αυτού του είδους ο καλπασμός που έφερναν στην ψυχή μιας γυναίκας οι εποχές και η νιότη. Η Ευτυχία είχε παντρευτεί στα είκοσι... (έτσι παντρεύονταν τα κορίτσια εκείνα τα χρόνια) Δεν σπούδασε, δεν υπήρχε η δυνατότητα στην οικογένειά της που έτσι κι αλλιώς με το ζόρι έστελναν χρήματα στα δυο μεγαλύτερα αδέλφια της που σπούδαζαν στην συμπρωτεύουσα! Οπότε με το που τελείωσε το εξατάξιο γυμνάσιο άρχισαν να πηγαινοέρχονται τα προξενιά!

Τον άντρα της τον Διαμαντή όμως, δεν της τον προξένεψαν, τον γνώρισε στον αρραβώνα μιας ξαδέρφης της και της άρεσε κιόλας. Και μιας και άρεσε και η ίδια σε εκείνον, σε δύο μήνες αρραβωνιάστηκαν και σε πέντε παντρεύτηκαν. Στο χρόνο επάνω έσκασε μύτη και ο πρώτος απόγονος, τον επόμενο έφτασε και η μικρούλα αδελφή του...και δύο χρόνια αργότερα ήρθε στη ζωή τους και το δεύτερό τους κοριτσάκι! Τα χρόνια κι οι ανάγκες με το πέρασμα τους άλλαξαν(ή τα αλλάξαμε εμείς), προσθέτοντας τόσες καινούργιες προτεραιότητες που έκαναν την Ευτυχία να βγει και έξω από το σπίτι και το νοικοκυριό της. Για να βρει δουλειά και να βοηθάει στον προϋπολογισμό του σπιτιού!

Όλο αυτό φυσικά σήμαινε περισσότερη κούραση, περισσότερες ευθύνες και μοίρασμα και λιγότερος χρόνος για εκείνη (και τις ανάσες της!). Κάπως έτσι τα χρόνια με τους κύκλους που κάνει η ζωή, πέρασαν, τα παιδιά μεγάλωσαν, σπούδασαν, άνοιξαν τα φτερά τους κι έκαναν δικά τους παιδιά και σπιτικά. Μα εκείνη με τον άντρα της πάντα εκεί! Πάντα δίπλα τους, να τους δίνει κάθε της μέρα, κάθε της στιγμή! Κι έφτασαν ως το σήμερα! Ένα σήμερα που το ένιωθε σαν βραχνά, σαν να φόραγε αλυσίδες γύρω από τα πόδια της, σαν να της ψαλίδιζε κάποιος τα φτερά και εκείνη είχε τόση ανάγκη να πετάξει! Όχι... όχι, δεν είχε ανάγκη από ανθρώπινες σχέσεις κι αγάπες. Αγάπη είχε πάρει όλα αυτά τα χρόνια από όλους όσους είχε δίπλα της. Αν… αν γινόταν για μία στιγμή και πάλι παιδί και της έδινε κάποιος χρώματα να ζωγραφίσει τη ζωή της, θα την έκανε όλη ροζ ή απαλό γαλάζιο ή ακόμη κάποιες στιγμές της θα τις έβαφε με γκρι. Κι εκείνη είχε ανάγκη να πάρει έναν ολόκληρο κουβά με χρώμα και να βάψει τον κόσμο γύρω της με κόκκινο! Ναι κόκκινο αυτό το τριανταφυλλί ή κίτρινο κείνο του ήλιου! Είχε ανάγκη ακόμη να πετάξει, να γνωρίσει να ονειρευτεί κι αυτά τα όνειρα (τα τριανταφυλλιά) να είναι μόνο δικά της. Κατάδικα της! Δίχως να έχουν μέσα τους όλους όσους είχε γύρω της, κοντά της! Είχε ανάγκη να ξυπνήσει μια φορά και κείνη στη ζωή της και να μην νοιαστεί για την καθημερινότητα, να μην μαγειρέψει, να μην καθαρίσει, να μην ακούσει τα προβλήματα των παιδιών της, να μην χρειαστεί να τα συμβουλέψει, να μην ζεστάνει τη θερμοφόρα για τα πόδια του άντρα της να μην… να μην… να μην…. Αντίθετα να βγει στο δρόμο και να περπατήσει μπρος τις βιτρίνες χωρίς να βιάζεται. Να καθίσει για καφέ με τη φίλη της τη Σοφία δίχως να κοιτάει το ρολόι της και τέλος να φτάσει ως το βραχάκι και να αγναντέψει την αγαπημένη της εικόνα, τη θάλασσα. Να τη δει να αφρίζει και να χαθεί μαγεμένη, υπνωτισμένη από την εικόνα της. Να την ακούσει να σιγομουρμουρίζει τον αιώνιο σκοπό της και να τον σιγοτραγουδήσει μαζί της και τέλος παρέα με ένα ολόλευκο γλαροπούλι να πετάξει! Και να πετάξει ψηλά και μακριά, μέχρι τη γραμμή του ορίζοντα! Ως εκεί που ανταμώνουν και γίνονται ένα το γαλάζιο του ουρανού, με της θάλασσας!

Ο Διαμαντής θα έλειπε σήμερα, είχε βγει με τα φιλαράκια του για ψαροντούφεκο και θα γύριζε αργά το βράδυ. Η κόρη της η Μαρίνα μόνο, της είχε ζητήσει να είναι stand by[i] γιατί ίσως και να της έφερνε προς το απογευματάκι το Γιαννάκη, το μικρότερό της εγγόνι. Όποτε η μέρα ήταν ό,τι έπρεπε! Δεν θα της τύχαινε άλλη τόσο ήσυχη μέρα σύντομα, για αυτό ήταν ό,τι έπρεπε. Γιατί είχε έρθει επιτέλους η ώρα, να ανταμώσει εκείνο το γλάρο τον ονείρων της!

Έβγαλε τη σκάλα από την αποθήκη και κατέβασε τη μικρή κόκκινη βαλιτσούλα της κόρης της Χριστίνας, (δεν την χρειαζόταν εκείνη πια και της την είχε φέρει για να τη φυλάξει) πέταξε μέσα της κάνα δυο ρουχαλάκια, ντύθηκε όμορφα, πήρε την τσάντα της και βγήκε!

Δεν στάθηκε! Δεν γύρισε να κοιτάξει πίσω της! Αν ξαναγύριζε ποτέ πίσω θα ήταν με τη θέληση της! Κι ίσως τότε...ίσως τότε είχαν και τα βήματα της κάτι από τα φτερά του ολόλευκου γλάρου, που θα αντάμωνε σε τούτο το πέταγμά της!

 

SILVER ALERT
ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΟΥ

ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΕΤΕ;

 

_

γράφει η Σοφία Ντούπη

 

 

[i] Σε ετοιμότητα

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!