Προσθέστε τον δικτυακό τόπο τοβιβλίο.net στην Google

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα της αναζήτησης

             Πόσες ημέρες να έχουν περάσει που η Θεανώ δεν έχει ανταλλάξει δυο ανθρώπινες λέξεις με συνάνθρωπό της; Μια εβδομάδα, δυο;

            “Και να δεις που, έτσι όπως πάει το πράμα, θα ξεχάσω πώς μιλάνε οι άνθρωποι, αφού εισπράττω μόνο ήχους και δεν αποκρίνομαι. Λες; Λες να πάθω κάτι τέτοιο, αν δεν το ’χω πάθει ήδη;

            Μα σε ποιον ζώντα οργανισμό να απευθύνω τον λόγο; Στην γάτα μου τη φρου φρου ή τον σκυλάκο μου τον Στηβ;

            Ας αρχίσουμε από το γατόνι”:

            «Ξέρεις, καλή μου, τι έλλειψη ανθρώπινης επικοινωνίας έχω. Επίτρεψέ μου λοιπόν, σε παρακαλώ, πού και πού να σου κάνω καμιά ερώτηση και βέβαια χωρίς να περιμένω την απάντησή σου».

            «Άκου, λέει. Και βέβαια μπορείς, κυρά μου. Αν δεν το μπορείς εσύ, τότε ποιος;», της απάντησε η φρου φρου σε άψογα ανθρώπινα ελληνικά.

            “Πάει. Ή άρχισα να τα χάνω ή εδώ κάτι παίζει μ’ εμένα και το γατί μου”, σκέφτηκε η καημένη η Θεανώ. “Τώρα δα δεν άκουσα μια ολόκληρη φράση; Δεν μπορεί να το φαντάστηκα, δεν το νομίζω, αλλά και πάλι…

            Ας ξαναδοκιμάσουμε λοιπόν”:

            «Φρου φρου, συγγνώμη για την ερώτηση, μα πες μου πριν το χάσω ολότελα, μόλις πριν λίγο μού μίλησες με ανθρώπινη λαλιά για όχι;»

            «Και βέβαια το έκανα, κυρά μου. Αλλά γιατί η έκπληξή σου; Δεν είναι δα και η πρώτη φορά που ξεφεύγω έτσι, χωρίς εσύ να το σπουδαιολογήσεις. Οπότε κι εγώ ρωτώ, τι έγινε ξαφνικά και προβληματίζεσαι;»

            «Φρου φρου, πάει το ’χασα. Μιλάς σαν άνθρωπος και δύο τινά μπορεί να συμβαίνουν. Είτε με λυπήθηκε ο Θεός, που έπαψα να ομιλώ ελλείψει συντροφιάς και μου έστειλε εσένα, ή λυπήθηκε εσένα και σου έδωσε την περίσσια αυτή ικανότητα, για να απαλύνεις και συ κακόμοιρο τη μοναξιά σου με το να ανταλλάσσουμε δυο κουβέντες, βρε αδερφέ. Μίλησα για μοναξιά, φρου φρου μου. Αλήθεια, τι κακούργα είμαι που σου στέρησα τη φυσική σου παρέα, κακόμοιρο ζωντανό! Δε λέω, σε έχω στα πούπουλα, τίποτα δε σου έλειψε ποτέ, από τίποτα δεν κινδύνεψες ποτέ και ποτέ δεν αγχώθηκες τι μέλλει γενέσθαι με τη συγκατοίκησή μας. Χωρίς υπερβολή ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ η αφέντρα του σπιτιού μου. Μα για όλα αυτά και άλλα τόσα ίσως σου στέρησα την ομορφιά του κεραμιδιού, του ξεπορτίσματος, του έρωτα, του πάθους, τη μητρότητα ακόμη ακόμη. Νόμιζα θα μ’ αγαπούσες. Έκανα λάθος; Εσύ θα πρέπει να με μισείς θανάσιμα. Μιλώ σωστά;»

            «Ολόσωστα. Έτσι ακριβώς έχουν τα πράγματα, μα και τίποτα πια δε γίνεται να αλλάξει. Μη σκιάζεσαι. Εγώ πια συνήθισα σε αυτόν τον τρόπο ζωής, όπως εσύ συνήθισες τη μοναξιά σου. Βρήκε, που λες, ο Θεός, λοιπόν, έναν τρόπο να μοιραζόμαστε τις μοναξιές μας με το να σου μιλώ στη γλώσσα σου που όσο να ’ναι την ξέρεις καλύτερα από τα νιαουρίσματά μου. Και τον ΣΤΗΒ; Αυτόν δεν τον υπολογίζεις;»

            «Για μια στιγμή. ΤΙ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΠΕΙΣ; Ώρες είναι να ακούσω και αυτόν να μού μιλά σαν εσένα…»

            «Γιατί όχι;. Για δοκίμασε. Γούστο θα ’χει».

 

            «Στηβ, θα άκουσες τις χαζομάρες της γάτας μας. Ποια είναι η σκυλίσια σου άποψη επί του σοβαρού τούτου θέματος;»

            «Συμφωνώ απολύτως μετά της χαριτόβρυτης συγκατοίκου μου. Εγώ, γιατί να μη σου ομιλώ δηλαδή; Τόσα χρόνια καθημερινής συνύπαρξης, κάποια λίγα πράγματα τα έμαθα κι εγώ, δεν είμαι δα και ντιπ ντουβάρι».

            Και βέβαια πια η Θεανώ τα είχε τελείως χαμένα. Αν και μέσα της βαθιά γνώριζε ότι αφηνόταν σε μια ψευδαίσθηση, απίστευτα ελπιδοφόρα και γοητευτική, ανησυχούσε όμως για τον ακριβή υπολογισμό του μυαλού της σε δράμια. Σίγουρα κάποια διέλαθαν της προσοχής της και την έκαναν γι’ άλλη γη, γι’ άλλα μέρη…

            “Μα αν πάλι το χάσιμο του μυαλού μου, ακολουθεί τούτην εδώ την ατραπό, χαλάλι η απώλεια και ολίγων εκ των τετρακοσίων της οκάς”, μονολόγησε πικροχαμογελώντας. “Και μακάρι αυτό που μου συμβαίνει τώρα με τα κατοικίδιά μου να είχε συμβεί πιο μπροστά. Τόσος καιρός μας, πήγε χαμένος. Τώρα πια που πέρασα τον Ρουβίκωνα των ογδόντα, μπορώ να το  ομολογήσω.’’

            «Γιατί, βρε αγάπες μου, δε μου μιλούσατε πιο μπροστά;»

            «Μη το λες, μη το λες. Κάθε πράγμα στον καιρό του. Π.χ. τώρα, στην ηλικία σου δικαιολογούνται και ορισμένα πράγματα να θεωρηθούν σαν φυσιολογικά, ανεπίτρεπτα για νεώτερους ανθρώπους, καταλαβαίνεις τι εννοώ».

            «Θέλεις, δηλαδή, να μου πεις ότι εγώ τώρα δεν έχω σαλτάρει για τα καλά, πιάνοντας κανονικά κουβέντα μαζί σας; Στον βαθμό που αναλογεί στο μυαλό που μου έχει απομείνει, όμως, ίσως αρχίζει φευγαλέα να φωτίζεται το τι πραγματικά έχει συμβεί. Μια εγγαστριμυθία ασφαλώς. ΕΣΥ Π.Χ. ΝΙΑΟΥΡΙΖΕΙΣ ΚΑΙ ΕΓΩ ΜΕΤΑΤΡΕΠΩ ΤΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΣΟΥ ΣΕ ΛΕΞΕΙΣ. Που σημαίνει ότι ΕΓΩ ΟΜΙΛΩ ΑΝΤ’ ΕΣΟΥ… Μόνον, που τ’ ορκίζομαι, αυτό έγινε χωρίς και να το καταλάβω, τελείως ακούσια. Άρα, τα δράμια εξακολουθούν να είναι τετρακόσια και ευχαριστώ τον θεό που δεν απώλεσα ούτε ένα. Και αυτό από μόνο του είναι ένα θαύμα για την ηλικία μου.

            «Ευχαριστώ Ύψιστε»…

γράφει Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Το σχόλιό σας είναι επιθυμητό!

Ακολουθήστε μας

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 06 – 07 Ιουνίου 2026

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 06 – 07 Ιουνίου 2026

Real News Καθημερινή Πρώτο Θέμα Το Βήμα της Κυριακής Τα ΝΕΑ Δώστε μας το email σας και κάθε Παρασκευήθα έχετε στα εισερχόμενά σας τις προσφορές των εφημερίδων (Δεν στέλνουμε ανεπιθύμητη αλληλογραφία ενώ μπορείτε να διαγραφείτε με ένα κλικ και...

Το γρανάζι

Το γρανάζι

Η πεζή και τετριμμένη καθημερινότητα δεν επρόκειτο να διαταραχθεί. Τα ίδια και τα ίδια αδιέξοδα μεταξύ των οποίων ακροβατούσε επιδιώκοντας να βρει την ισορροπία της ζωής. Όμως αυτή δεν ερχόταν. Πώς μπορείς να είσαι σίγουρος σε έναν κόσμο ασταθή; Για να γίνει κάτι...

Ο χορός των καταραμένων

Ο χορός των καταραμένων

Ήταν Σεπτέμβρης. Ένα από τα τελευταία δειλινά του. Όπως πάντα όταν επέστρεφα στο σπίτι, είχα σταματήσει στο πιο όμορφο σημείο της πόλης. Ένα πάρκο στο κέντρο της, στολισμένο με μια μικρή λίμνη, στην άκρη της οποίας δέσποζε μια παλιά εκκλησία. Η λίμνη της φωτιάς, την...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Ο χορός των καταραμένων

Ο χορός των καταραμένων

Ήταν Σεπτέμβρης. Ένα από τα τελευταία δειλινά του. Όπως πάντα όταν επέστρεφα στο σπίτι, είχα σταματήσει στο πιο όμορφο σημείο της πόλης. Ένα πάρκο στο κέντρο της, στολισμένο με μια μικρή λίμνη, στην άκρη της οποίας δέσποζε μια παλιά εκκλησία. Η λίμνη της φωτιάς, την...

ο κόσμος της

ο κόσμος της

Ήρθε με μια ρόμπα που δεν ήτανε δική της Γύριζε και ξεγύριζε τα μανίκια Σε περίμενα, της είπα Δεν κοιτούσε, δεν άκουγε Προσπαθούσε να τα βρει με τη ρόμπα της  Και με εκείνο το μαντήλι που έψαχνε κάπου να το βάλει Κάποτε με κοίταξε Εσύ; μου κάνει. Τι γυρεύεις εδώ; Σε...

Νύφη

Νύφη

(Γάμος ήταν που δεν ήτανε να γίνει…) Προσπάθησε πολύ να τον μεταπείσει. Προέβαλε κάθε επιχείρημα. Άλλωστε μια χαρά ζούσαν τη ζωή τους έτσι. Τι τους χρειαζόταν ένας γάμος; Από τη φύση της ήταν πνεύμα ανεξάρτητο. Όσα χρόνια θυμόταν τον εαυτό της, της άρεσε η διασκέδαση,...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβάλετε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *