τοβιβλίο.net

Select Page

Οι φάκελοι

Οι φάκελοι

Ένα μικρό φάκελο, λίγο μεγαλύτερο απ’ αυτόν ενός επισκεπτηρίου, βρήκε την ημέρα εκείνη η Άννα στο γραμματοκιβώτιό της και έτυχε μάλιστα να είναι και ο μοναδικός. Γι’ αυτό και τον άνοιξε αμέσως, πράγμα που δεν το συνήθιζε. Μα, ω! της έκπληξης, ο φάκελος ήταν κενός. «Tς τς τς, αφηρημάδα που την έχει ο κόσμος… Μας παλάβωσε η κρίση και ενώ κάνουμε τόσον κόπο να περιμένουμε τη σειρά μας στο ταχυδρομείο, ξοδεύοντας όχι μόνον τον χρόνο μας αλλά και τον όποιο λόγο σοβαρό ή μη που είχαμε να στείλουμε την επιστολή, ξεχνάμε να την βάλουμε στον φάκελο! Ας ελπίσουμε, ο άγνωστος αποστολέας να επαναλάβει το εγχείρημα αν αντιληφθεί την παράλειψή του», μουρμούρισε μισοαδιάφορα.

Την επομένη ημέρα, ξεχνώντας το περιστατικό του άδειου φακέλου, μηχανικά πηγαίνει να δει για την αλληλογραφία της. Και να, ένας πανομοιότυπος φάκελος χωρίς αποστολέα ήταν πάλι εκεί.

«Μπράβο που αντιλήφθηκε την χθεσινή παράλειψη ο/η αποστολέας που όμως εξακολουθεί να μην γίνεται γνωστός». Ανοίγει περίεργη τον φάκελο. Κενός…

«Α, εδώ είναι που λένε το δις εξαμαρτείν… κτλ, κτλ… Επομένως αγαπητές μου κυρίες και κύριοι, οι άδειοι φάκελοι ήταν σκόπιμα κενοί!! Γιατί όμως;», μουρμούρισε η Άννα προβληματισμένη.          

Να μην μακρηγορούμε, από τότε οι κενοί φάκελοι αποτέλεσαν τον άφατο προβληματισμό της κοπέλας, έτσι καθώς έβαιναν διαρκώς αυξανόμενοι, μη σημειώνοντας μέρας απουσία από το γραμματοκιβώτιο. Ευφάνταστος ο/η αποστολέας. Είχε καταφέρει να κεντρίσει το ενδιαφέρον της παραλήπτριας έτσι όπως ήταν άδειοι οι φάκελοί του, πολύ περισσότερο από το να ήταν… με περιεχόμενο. Άρα αυτό ήταν το κύριο μέλημα του κενού, σίγουρα. Γι’ αυτό το «σίγουρα», ήταν πια απόλυτα… σίγουρη η Άννα! Και έφτασε στο σημείο να περιμένει καθημερινά αυτόν τον άδειο φάκελο, που την έκανε να ταξιδεύει με τη φαντασία της, σε ταξίδια που δεν πραγματοποίησε στη ζωή της, πράγμα για το οποίο είχε πικρά μετανιώσει. Αν κάτι αξίζει σ’ αυτήν τη ζωή είναι τα «ταξίδια» πού να πάρει. Πάρε το τρένο πριν χαθεί στην καμπή του δρόμου. Γιατί άπαξ και το χάσεις, από ‘κει και ύστερα φοράς τις παντούφλες σου και από την πολυθρόνα ή τον καναπέ σου αγκαλιά με τη TV απολαμβάνεις τα ταξίδια των άλλων!

Ξαφνικά, συνειδητοποίησε ότι τούτοι οι κενοί φάκελοι ήταν που την ξαναγύρισαν στην ζωή και φοβήθηκε ότι έτσι και σταματούσαν θα σταματούσε και αυτή να ζει. Έτσι, κάθε πρωί περνούσε αυτή τη μικρή αγωνία μέχρι που να διαπιστώσει ότι ο αγαπημένος φάκελος ήταν εκεί. Από ‘κει και μετά η όλη ημέρα κυλούσε ήρεμα και με ίχνη αισιοδοξίας. Να ‘ταν αυτή και η επιδίωξη του αποστολέα; Ποιος να ξέρει;

Μια μέρα τα Ε.Λ.Τ.Α. κήρυξαν απεργία διαρκείας, αναστατώνοντας τη χώρα. Και βέβαια το γραμματοκιβώτιο, για μέρες και μέρες θλιβερά άδειο σαν τη ζωή της Άννας, σαν την καρδιά της που ήταν γεμάτη απελπισία… Ένιωθε σαν κάποιο πολύ δικό της πρόσωπο να έχει φύγει από τη ζωή και βυθίστηκε σε ένα κενό, χειρότερο από αυτό της προ των φακέλων εποχής. Και άλλο πια δεν ευχόταν παρά να φωτίσει ο Θεός τους απεργούς να λύσουν την απεργία τους, φέρνοντας ξανά στη ζωή της το φως, έστω και αν αυτό, το γλυκερό φως ήταν από ασετιλίνη!

Μα οι μέρες περνούσαν, η μία εβδομάδα μετά την άλλη, και ακόμα να φανεί αυτή η ακτίνα φωτός που θα άρχιζε να σκίζει τα σκοτάδια της ψυχής  της.

Πώς μπορεί, λοιπόν, μία απεργία που γίνεται για να πιέσει τους αρμοδίους να έχουν ευήκοον ους στα αιτήματά σου, να γίνεται αιτία να υποφέρει ένας συνάνθρωπός σου; Και σε ποιον να απευθυνθεί και ποιος να ακούσει το παράπονο και την απελπισία του χωρίς να τον περάσουν για αλλόκοτο ψυχοπαθή, για έναν παλαβό αιθεροβάμονα;

Και η Άννα από εκεί που δεν άκουγε ποτέ ειδήσεις γιατί της προκαλούσαν απέχθεια τα καθημερινά «φέρετρα», αφού αυτά είναι που πουλάνε, τώρα βρισκόταν καρφωμένη, κρεμασμένη από το στόμα του Χατζηνικολάου ή του Ευαγγελάτου, μη και ακούσει μια χαρμόσυνη καμπάνα να κτυπά υπό μορφή ελπίδας. Μα δυστυχώς, η καμπάνα βουβή. Και η Άννα αρρώστησε. Ούτε να φάει, ούτε να κινηθεί και όχι μόνον από το σπίτι έξω να βγει, αλλά ούτε στη βεράντα της, να ποτίσει τα λουλούδια της που τα λάτρευε και που  ξεράθηκαν από την έλλειψη φροντίδας. Ως και η καρδερίνα της σιώπησε για τα καλά και αυτή.

Στα σαράντα της χρόνια δεν θυμόταν και η ίδια να είχε ξαναζήσει μια τέτοια κατάσταση παραίτησης, ούτε ακόμη και όταν διαλύθηκε ο γάμος της, ούτε και όταν ξέφτισε ο μετά τον γάμο ελπιδοφόρος δεσμός της. Είχε διαύγεια πνεύματος μεν και αρκετή εναπομείνασα λογική για να καταλαβαίνει την υπερβολή της, αλλά το θέμα την ξεπερνούσε, αδύνατον να το διαχειριστεί. Και αφέθηκε σε μία επικίνδυνη απάθεια σαν αυτές που προηγούνται του τέλους. Και δεν ήξερε αν το «οξυγόνο» των άδειων φακέλων της ήταν πια απαραίτητο, ή αν ήθελε να ζήσει.

Και μια μέρα, μεσούσης της απεργίας, η Άννα παρακινούμενη από μια παρόρμηση ανεξήγητη και σαν ρομπότ αυτόματα κινούμενο, σηκώνεται από το κρεβάτι της και ξυπόλυτη πηγαίνει στο γραμματοκιβώτιο. Και ω! Θεέ. Βλέπει στα ριζά του κιβωτίου ένα ολόκληρο πακέτο φακέλων σαν τους αγαπημένους γνωστούς της, δεμένους με μία κόκκινη βελούδινη κορδέλα, ενώ στον πρώτο εξ αυτών, στην θέση του αποστολέα, την ασυναίρετη λέξη την πιο λατρευτή των παγκόσμιων λεξικών: «Σ’ ΑΓΑΠΑΩ».

Για στάσου βρε Άννα. Τι είναι αυτό το βουητό που ακούγεται στον εγκέφαλό σου; Μοιάζει με παφλασμό έτσι όπως το αίμα ορμητικό τείνει να διαρρήξει τα τριχοειδή αγγεία του μυαλού σου και να βάψει κατακόκκινο το Σύμπαν.

Μπάστα κορίτσι μας, μπάστα. Τέτοιου είδους μονόλογοι, δεν το ξέρεις ότι βλάπτουν σοβαρά την υγεία; Επιτέλους τι είδες στον φάκελο; Το διάβασες καλά ή το φαντάστηκες μέσα στην ατονία σου; Συμβαίνουν πολλές φορές κάτι τέτοιες παραισθήσεις. Μήπως να τον άνοιγες να δούμε αν υπάρχει κάτι ανάλογο και μέσα; Άντε γιατί τα πήραμε πια στο κρανίο. Αρκετά κράτησε αυτό το κρυφτούλι που ούτε για παιδάκια του νηπιαγωγείου αρμόζει. Θέλαμε να ξέραμε, δεν καταλαβαίνει ο αποστολέας το τι κοσμογονία επέφερε σε ένα αθώο ευαίσθητο πλάσμα; Τι είδους σαδισμός είναι αυτός του σταγονόμετρου, πού να πάρει; Σ’ αγαπάει καθώς λέει ή βάλθηκε να σε στείλει στο ψυχιατρείο;

Και με τρεμάμενα χέρια, ανοίγει τον πρώτο φάκελο και μετά σιγά σιγά και τους υπόλοιπους άδειους, που άδειασαν και ό,τι είχε απομείνει στην καρδιά της μέσα, αφού έβλεπε ότι οι λέξεις δεν γλιστρούσαν να φύγουν, αφού απλά δεν υπήρχαν. Εκτός από το σ’ αγαπάω στην αρχή του πακέτου, άλλο ουδέν.  

Μα πια την Άννα δεν την ένοιαζε η απουσία τους. Αφού υπήρχε εκεί, η μία λέξη που τα έλεγε όλα. Όποιος και αν ήταν ο αποστολέας, σίγουρα είχε λεπτά αισθήματα και γοητευτική ευαισθησία.

Και τον ερωτεύτηκε βαθιά, ολοκληρωτικά και για πάντα. Έτσι αισθανόταν ακόμη και όταν οι φάκελοι σταμάτησαν να έρχονται.

Εκείνο το υπέροχο «Σ’ ΑΓΑΠΑΩ» τους, αιωρείτο στην ατμόσφαιρα και γέμιζε τις απουσίες. Είχε τέτοιο εκτόπισμα, που κατάφερνε να δίνει ζωή στην ανυπαρξία και τίποτα δεν στάθηκε ικανό να το αλλάξει αυτό, μέχρι τα βαθιά της γεράματα.

Κάποιος την είχε αγαπήσει όπως εκείνη αυτόν, και αγάπες σαν αυτήν δεν τελειώνουν με το πέρασμα του χρόνου. Συνεχίζονται και μετά τον θάνατο ίσως, σε μιαν άλλη διάσταση.

_

γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Εγγραφείτε στο newsletter

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος