Άλλος για τη νεκροφόρα…

Δημοσίευση: 27.11.2022

Ετικέτες

Κατηγορία

Η επιχείρηση ονομαζόταν «Η Αιώνια Γαλήνη», όνομα ταιριαστό για Γραφείο Κοινωνικών Εκδηλώσεων, κοινώς Γραφείο Κηδειών. Τρεις γενιές, απ’ τον παππού στον εγγονό, με φιλότιμη εργασία και καλές δημόσιες σχέσεις, το καθιέρωσαν στην τοπική αγορά της επαρχιακής πόλης. 

Είχαν να καμαρώνουν πως στους πελάτες τους συμπεριλαμβάνονταν ένας Μητροπολίτης, ένας υφυπουργός και τρεις βιομήχανοι. Μικρό το μαγαζί στην αρχή, μια τρύπα όλη κι όλη, την εποχή του γιού μεγάλωσε και έπιασε κοντά μισό τετράγωνο και όταν ανέλαβε ο εγγονός αυγάτισε περισσότερο τον όγκο και τις δουλειές του. Έκανε, πλέον εισαγωγές την ξυλεία και στον πίσω χώρο άρχισε να λειτουργεί εργαστήριο κατασκευής φερέτρων. 

Διέθετε φέρετρα για κάθε βαλάντιο, από νοβοπάν μέχρι μαόνι! Τον δεύτερο, μάλιστα, βιομήχανο, που θάψανε, του είχαν φτιάξει φέρετρο από ιρόκο – αθάνατο ξύλο – όπου όταν, μετά από 35 χρόνια, πήγαν να θάψουν την τρίτη σύζυγο, τον βρήκαν άλιωτο!… «Θαύμα – θαύμα» φώναξε η καντηλανάφτισσα όταν τον είδε… 

Δέκα άτομα προσωπικό απασχολούσε, χώρια τους ιδιοκτήτες. Από νεκροθάφτη μέχρι κουρέα και μακιγιέζ!… (Χώρια τους νοσοκόμους που λάδωναν για να τους… ειδοποιούν πρώτους, όποτε προέκυπτε μοιραίο). Λέγαν και μια ιστορία για μια νεαρή μακιγιέζ που διάβασε την αγγελία, που είχαν βάλει στην τοπική εφημερίδα, χωρίς να σκεφτεί τι είδους μακιγιάζ θα έκανε και μόλις την πήγανε στον πεθαμένο λιγοθύμησε και έκαναν μιάμιση ώρα να την συνεφέρουν. 

Δέκα άτομα προσωπικό και όπως είναι φυσικό σε κάθε εργασιακό χώρο, αναπτύσσονταν φιλίες και ανταγωνισμοί. Έτσι, ανάμεσα στον ένα σοφέρ της νεκροφόρας το Φίλιππα και στον νυχτερινό φύλακα το Μάρκο υπήρχε κόντρα. Από πού ξεκίνησε δεν μας αφορά. Κάποτε όμως παραχόντρυνε.

Ήτανε κάποιο βράδυ, που για να περάσει την ώρα του ο Μάρκος είχε χαρτζιλικώσει έναν πλανόδιο κιθαρίστα να κάτσει στο πίσω μέρος της νεκροφόρας και να παίξει καντάδες και το «άμωμοι εν οδώ», ενώ αυτός και οι παρέα του μπεκροπίνανε ανάμεσα στα φέρετρα. Στο τέλος πλάκωσαν τον κιθαρίστα στα γιαούρτια…

Το πρωί, που ειδοποιήσανε τον Φίλιππα να φορτώσει στην νεκροφόρα έναν πεθαμένο και να τον πάει να τον κηδέψουνε σ’ ένα ορεινό χωριό, βρήκε το όχημα χάλια απ’ τα γιαούρτια και τον Μάρκο να κοιμάται μεθυσμένος σε ένα φέρετρο παραδίπλα. Του ‘ρθε να τον πνίξει εκεί που κοιμόταν. Όμως, συγκρατήθηκε. Μια διεστραμμένη σκέψη σφηνώθηκε στο μυαλό του. Δεν μίλησε, κατάπιε τα νεύρα και βλαστήμαγε από μέσα του, καθώς καθάριζε τα γιαούρτια. Στόλισε στη συνέχεια τ’ αμάξι κι αφού χαρτζιλίκωσε τον παλαβό που βόηθαγε στην αποθήκη, καπάκωσε το φέρετρο με τον… Μάρκο μέσα και το φόρτωσαν. 

Ψύχραιμος πήρε τον δρόμο για να παραδώσει το φορτίο. Βαρύ το πένθος στο χωριό, μεγαλοτσέλιγκας ο μακαρίτης, πολύς ο κόσμος στην εκκλησία της Υπαπαντής, που θα γινόταν η κηδεία. Άραξε την νεκροφόρα στην είσοδο, άνοιξε την πίσω πόρτα και τράβηξε μαλακά έξω το φέρετρο.

«Σιγά-σιγά» ορμήνεψε τους συγγενείς, που έσπευσαν, «να μην μπατάρει»…

Το φορτώθηκαν έξι ντερέκια και το μπάσανε μέσα. Εκεί, παρότι ο μακαρίτης είχε πάει από «νόσο μολυσματική» και το σχέδιο ήταν να μην τον ξεσκεπάσουν, η μάνα του παρακάλεσε να σηκώσουν το καπάκι. Να τον δει για τελευταία φορά. Καθώς το σήκωναν, ο Μάρκος, έχοντας μισοξεσουρώσει, ξύπνησε από τα κλάματα και έκανε να σηκωθεί.

«Βρυκόλακας!» ακούστηκε μια κραυγή από την πλευρά των ψαλτάδων και όσοι βρίσκονταν στην εκκλησία, έντρομοι όρμηξαν προς τις εξόδους, αλλόφρονες.

Ότι ήταν άλλος στο φέρετρο το κατάλαβε πρώτος ένας από αυτούς, που το κουβάλαγαν, δυο μέτρα ψηλός και φαρδύς σαν ντουλάπα, γιδοβοσκός το επάγγελμα…

Μέχρι να δοθούν εξηγήσεις και να καταλάβουν πως δεν έφταιγε, ο Μάρκος είχε φάει ίσα με πέντε αραμπάδες ξύλο.

Ο σοφέρ, παρότι αναζητήθηκε επισταμένως, είχε γίνει καπνός με την νεκροφόρα. 

Το ίδιο βράδυ βρισκόταν στην Αθήνα. Την προηγουμένη της κηδείας τού είχε έρθει πρόσκληση να πάει μετανάστης στην Αυστραλία και έπρεπε να φτιάξει τα χαρτιά στο προξενείο…

 

_

γράφει ο Γιώργος Ν. Μουσταΐρας

Ακολουθήστε μας

Ο αστερισμός του Μικρού Δράκου

Ο αστερισμός του Μικρού Δράκου

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Πριν ακόμα τελειώσουν τα μαθήματα στο σχολείο, ο Ιορδάνης ετοίμαζε με ανυπομονησία τα πράγματά του για να είναι έτοιμος για τις καλοκαιρινές διακοπές στο σπίτι του παππού του. Αν δεν ήταν ζαχαροπλάστης ο παππούς, σίγουρα θα ήταν ο...

Η μπλε μπερζέρα

Η μπλε μπερζέρα

Τα πήρε όλα. Δηλαδή, σχεδόν όλα. Τουλάχιστον έχω ακόμα κάπου να κάθομαι. Τούτη την πολυθρόνα που δεν τη χώνεψε ποτέ. Θυμάμαι τα μούτρα της όταν την πρωτοείδε. Πιο ξινά κι από το μπαλσάμικο που έπνιγε τα φαγητά της. Ήταν, λέει, μπλε. Πολύ μπλε σε σχέση με το υπόλοιπο...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Επιμέλεια άρθρου

Διαβάστε κι αυτά

Η μπλε μπερζέρα

Η μπλε μπερζέρα

Τα πήρε όλα. Δηλαδή, σχεδόν όλα. Τουλάχιστον έχω ακόμα κάπου να κάθομαι. Τούτη την πολυθρόνα που δεν τη χώνεψε ποτέ. Θυμάμαι τα μούτρα της όταν την πρωτοείδε. Πιο ξινά κι από το μπαλσάμικο που έπνιγε τα φαγητά της. Ήταν, λέει, μπλε. Πολύ μπλε σε σχέση με το υπόλοιπο...

Η πρώτη Πρωτοχρονιά

Η πρώτη Πρωτοχρονιά

Όταν άκουσα τη μητέρα σου να λέει στη δική μου, πως το είχες πάρει απόφαση να συνεχίσεις τις σπουδές σου στο εξωτερικό, αισθάνθηκα ένα μαχαίρι να καρφώνεται με δύναμη στα σωθικά μου. Σ΄έχανα… σ΄έχανα γι΄ακόμη μια φορά… μόνο που αυτή τη φορά δε θα ήταν μια ακόμη...

Η πλεκτάνη

Η πλεκτάνη

Στα σκοτεινά και ανήλιαγα δικηγορικά γραφεία και στις δημόσιες υπηρεσίες υπηρετεί εδώ και τέσσερις δεκαετίες η Πηνελόπη.  Την Πηνελόπη τη γνωρίζει από την καλή και από την ανάποδη, ο δικηγόρος Σωτήριος: την είχε υπερασπιστεί ενώπιον της έδρας, χωρίς να ευοδωθεί η...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου