Ένα παγκάκι διηγείται

16.06.2020

Είμαι ένα παγκάκι, σε μια πλατεία του κόσμου, πολυσύχναστη κάποτε, μιας πόλης που τώρα μοιάζει έρημη, στοιχειωμένη θαρρείς. Δεν ξέρω τί έγινε ξαφνικά, ξύπνησα το πρωί και περίμενα τη ρουτίνα μου την καθημερινή. Να στεγνώσω την πρωινή δροσιά του Μάρτη, να φορέσω την υπομονή κατάσαρκα και να περιμένω τις πρώτες καλημέρες. Δεν μιλούσα πολύ βέβαια, σχεδόν καθόλου, έτσι ήμουνα μαθημένο, μόνο να ακούω με είχαν εκπαιδεύσει και να κρατάω μυστικά. Αυτός ήταν ο ρόλος μου, ο ρόλος ενός άψυχου που βλέπει και ακούει δίχως να μιλάει. . Μόνο την ανάσα τους ήθελα, ή τις παραξενιές τους, ή τα χάδια τους αν ήταν νέοι κι αν ήτανε πουλιά πάλι , το κελάηδημά τους και το τσιμπολόγημα των σπόρων που τους έριχναν ενίοτε οι φιλεύσπλαχνοι άνθρωποι. Τίποτε άλλο, ζούσα στην αφάνεια ή μάλλον στην απάθεια. Άλλοτε περιφρονημένο στο στόμα των ανθρώπων που λέγανε με απαξίωση “Στο παγκάκι θα καθίσουμε;” κι άλλοτε πάλι ένα λιγόλεπτο ξανάσασμα περαστικών. Καμμιά φορά με τιμούσανε με την παρουσία τους κάτι γέροι που μασουλάγανε σπόρια και δίνανε και στα πουλιά για να έχουνε να λένε στα εγγόνια τους ή τρώγανε ξυλάκι παγωτό για να θυμηθούνε τα νιάτα τους και λερώνανε το κορμί μου, δίχως να το καταλαβαίνουν. Έτυχε να με διαλέγουνε και για στρώμα τους κάποιοι άλλοι νύχτες ολόκληρες κι άφηναν τα όνειρά τους να τα βλέπω γιατί δεν είχαν τίποτα να ζηλέψουν από την ερημιά μου. Παγώναμε μαζί τις νύχτες αλλά οι ξεθωριασμένες τους ανάσες με ζέσταιναν τόσο που έλεγα να μην τελειώσουνε ποτέ. Και το ξημέρωμα τους ξυπνάγανε οι περαστικοί, βιαστικοί πάντα και αγέλαστοι τραβώντας για τις δουλειές τους. Θα μπορούσα να πω πολλά από την προηγούμενη ζωή μου για τις μικρές ευτυχισμένες ή δυστυχισμένες στιγμές των ανθρώπων που γερνούσαν στην πλάτη μου και με είχαν απάγκιο. Όπως θα μπορούσα να μιλήσω για τ’ αγκαλιάσματα και τους όρκους αγάπης κάποιων νεαρών ζευγαριών που αγαπούσαν τη ράχη μου και με επισκέπτονταν συχνά για να στεριώσουν την αγάπη τους.

Αλλά σήμερα θα σας πω για το αλλόκοτο, την ξαφνική εξαφάνιση των ανθρώπων από προσώπου πλατείας. Μέχρι το βράδυ όσο κι αν περίμενα , δεν ήρθε κανείς, δεν με ακούμπησε κανείς, μόνο τα πουλιά ψάχνανε απεγνωσμένα να βρούνε σπόρους. Κι εγώ τα καθησύχαζα και τους έταζα τροφή για να με ζεστάνουν με το φτέρωμά τους. Μα πού να είναι οι άνθρωποι, αναρωτιόμουνα. Τόσο πολύ αποκοιμήθηκαν; Σταμάτησαν και τα ρολόγια τους ακόμα; Κανέναν δεν έβλεπα. Κι οι οδοκαθαριστές φευγάτοι κι αυτοί. Νεκρική ησυχία. Θα σταμάτησε η ζωή τους, σκέφτηκα μια στιγμή. Μα έτσι ξαφνικά, χωρίς να ακουστεί ούτε ένας θόρυβος; Θα τους εξαφάνισε κάποιο αόρατο χέρι, ήταν η επόμενη σκέψη μου, μα πάλι δεν το πίστευα. Ίσως να μετακόμισαν ομαδικά σε άλλον πλανήτη , μα και τούτη η εκδοχή απίθανη μου φαινόταν. Κι απάνω στην απελπισία της μοναξιάς μου νάτος πάλι ο άνθρωπος Χ που με είχε για στρώμα. Με αγωνία ολοφάνερη τον ρώτησα φωναχτά για την εξαφάνισή τους, μήπως ήξερε να με διαφωτίσει. . –Δεν συμβαίνει τίποτε απ’ αυτά που λες κάτι άλλο γίνεται, μου είπε. Είναι κλεισμένοι, κατόπιν εντολής, μέσα στα σπίτια τους, απαγορεύτηκε η κυκλοφορία εντελώς. Μόνο για σημαντικές ανάγκες βγαίνουν: τρόφιμα και φάρμακα κι αυτό μετά από άδεια των αρχών, γι αυτό δεν τους βλέπεις. Αλλά εγώ που δεν έχω σπίτι, θα απαγκιάσω εδώ όπως κάθε βράδυ, κοντά σου. Ένας άστεγος σκέφτηκα μου δίνει υπόσταση τώρα που οι άλλοι είναι εξαφανισμένοι. Και τί θα έκανα αν δεν ήτανε κι αυτός;

Και περάσανε μέρες πολλές που είχα μοναδικούς επισκέπτες τα πουλιά τη μέρα και τη νύχτα τον άνθρωπο Χ. Μόνο κάτι μονότονους θορύβους από καμιόνια στρατιωτικά άκουγα ρυθμικούς να μεταφέρουν το θάνατο στους δρόμους. Και κάποιες μέρες μουσικές απ’ τα μπαλκόνια τους ακούγονταν ολημερίς για να ξορκίσουν την αρρώστια που τους αφάνιζε ύπουλα και αδιάκριτα. Κι οι άνθρωποι με τις άσπρες μπλούζες να τρέχουν λαχανιασμένοι για να τους σώσουν μέσα στα άσπρα σπίτια που τα έλεγαν νοσοκομεία. Άκουγα πως στα παγκάκια όλης της πόλης κανένας δεν καθόταν παρά μόνο οι άνθρωποι Χ όπως και ο δικός μου και πολύ λυπόμουν γι αυτό. Λυπόμουν και για τους Χ αλλά πιο πολύ για τους κανονικούς που κινδύνευαν να χάσουν τη ζωή τους, αν δεν την είχαν ήδη χάσει όπως με πληροφορούσε ο θαμώνας μου. Και προσπαθούσα να εξηγήσω έτσι το αλλόκοτο φαινόμενο.

Ώσπου ένα ηλιόλουστο πρωινό δέχτηκα μια απρόσμενη επίσκεψη: Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων ήρθε να βρει την ησυχία του στην αγκαλιά μου. Κάθονταν ο ένας στη μια άκρη κι ο άλλος στην άλλη, με κάτι μάσκες στο πρόσωπο και λιγοστές κουβέντες και μια φραντζόλα ζεστό ψωμί στο χέρι. Ο καθένας τη δική του, έτσι για να μη μοιράζονται ούτε το ψωμί. Ανέγγιχτα και ανέπαφα! Αυτές ήταν οι εντολές των αρχών. Μαζεύτηκα εντελώς με την αφή τους, σκιάχτηκα μάλλον τις μάσκες τους, παράξενοι μου φάνηκαν δεν ήταν οι φίλοι που γνώριζα. Κι οι φωνές τους αλλόκοτες κι αυτές, κάτι σιγοψέλλιζαν απ’ την τρομάρα τους αλλά πού να καταλάβω. “Πρωτόγνωρη εμπειρία” το λέγανε όλο αυτό κι εγώ αναρωτιόμουνα πότε θα έρθει η Άνοιξη επιτέλους για να γεμίσουν οι πλάτες μου με τα χαρούμενα τιτιβίσματα των χελιδονιών που τα περίμενα με λαχτάρα.

Και το άλλο απόγευμα ήρθανε δυο παιδιά, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι δεκαεξάρικα θα ήτανε για να χαρούνε λίγο την αγάπη. Καθίσανε στη ράχη μου, αγκαλιασμένα και μοιράζονταν ένα κουλούρι, πότε ο ένας και πότε ο άλλος δαγκώνοντάς το. Κι ανταλλάζανε φιλιά και χαμόγελα, σημάδια της ζωής κι αυτά που δεν ήθελαν να στερηθούν. Και πολύ χαιρόμουνα την παρουσία τους μέχρι που φάνηκε το περιπολικό και τους συνέστησε να απομακρυνθούν, για το καλό τους, καθώς είπαν. Και πολύ λυπήθηκα πάλι τότε που θα έμενα μόνο κι ακατοίκητο, βουβό , περιμένοντας τον άνθρωπο Χ το βράδυ. Αλλά δεν ήρθε ούτε αυτός, τους μάζεψαν όλους τους Χ, λόγω της αρρώστιας και τους στέγασαν σε δομές φιλοξενίας, ευτυχώς είπα για να μην ταλαιπωρούνται άλλο οι φτωχοί.

Κι ενώ βούλιαζα μέσα στη βαρεμάρα της μοναξιάς μου και πολύ είχα απελπιστεί που δεν θα ξανάβλεπα τους ανθρώπους, ξεχύθηκαν σαν τις αγριομέλισσες ένα πρωί και κατέκλυσαν την πλατεία σαν χείμαρρος ακράτητος που δεν τον συγκρατεί το χώμα. Με φωνές και με αγκωνιές χαιρετιούνταν κι εγώ ξαφνιάστηκα για το πρωτόγνωρο χαιρέτισμά τους, αστείο μου φάνηκε και βάλθηκα να γελάω με όλη μου τη δύναμη. Ύστερα κάθισαν στη ράχη μου στις άκρες της πάλι, σαν και πρώτα, δυο . Και στα άλλα παγκάκια της πλατείας κατά δυάδες καθισμένοι, άρα, σκέφτηκα, αυτός θα ήταν και ο νέος κανονισμός. Και κάθε μέρα από τότε, γέμιζε η πλατεία, μαζί και η ράχη μου, κατά δυάδες γιατί είχε σταματήσει ο περιορισμός των μετακινησεων, όπως έλεγε ο περιπτεράς, ο παντογνώστης. Και μοιάζανε οι άνθρωποι όλοι, άντρες , γυναίκες και παιδιά χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι που συναντούσαν τους γείτονές τους και τους φίλους τους. Τότε να δεις δόξες και τιμές εμείς τα παγκάκια, γινόταν το αδιαχώρητο στην πλατεία. Κάποια στιγμή νά το πάλι το περιπολικό που τους ειδοποιούσε να διαλυθούν γιατί κάποιοι το παράκαναν , λέει, και με το ποτό στο χέρι ήθελαν να διασκεδάσουν. Τρόμαξα πάλι εγώ τότε που θα έμενα μόνο αλλά ευτυχώς η παρέα δεν μου έλειψε μέχρι αργά τη νύχτα. Και συνεχίστηκε το πανηγύρι στην πλατεία και ανέβηκε η ζήτησή μου στο κατακόρυφο, μέρες πολλές… Τότε άκουγα διάφορα νέα τους για τον καιρό του εγκλεισμού τους, καραντίνα τον λέγανε, που παράξενα ηχούσαν στα αυτιά μου αλλά όλο και τα τέντωνα περισσότερο για να ακούσω γιατί η ζωή τους είχε γίνει τόσο διαφορετική, έτσι απότομα. Και δεν χόρταινα τις συζητήσεις τους και τους καημούς τους! Και μάθαινα πως και στις άλλες πλατείες της πόλης, το ίδιο γινότανε, κάθε μέρα. Τα παγκάκια συνάδελφοι ήσαν σε πρώτη ζήτηση.

 Μέχρι που ένα πρωί, άνοιξαν πάλι τα καφέ και τα εστιατόρια τις πόρτες τους για να δεχτούν τους επί δυο μήνες στερημένους αυτής της χαράς. Πολύ το χάρηκα αυτό το γεγονός, ας διασκεδάσουν λίγο οι άνθρωποι, ας βρεθούν, ας συνομιλήσουν στα στέκια τους, σκεφτόμουνα όλη τη μέρα σήμερα. Κι ας περάσουμε εμείς τα παγκάκια σε δεύτερη ζήτηση!

 

_

γράφει η Πολυξένη Βακιρλή

Ακολουθήστε μας!

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Η δίψα

Η δίψα

-Μαμά, γιατί εγώ δεν πάω σχολείο σαν όλα τα παιδιά; -Σε ποιο σχολείο; -Να, εδώ που είμαστε τώρα. Βλέπω κάθε μέρα τα παιδιά με τις τσάντες τους που πάνε και θα ήθελα να πάω κι εγώ. -Δεν σε καταλαβαίνω... Άσε τις κουβέντες να δούμε πώς θα περάσει κι η σημερινή μέρα. Και...

Χειροπιαστά όνειρα

Χειροπιαστά όνειρα

Το δωμάτιο άδειο. Δυο πολυθρόνες ορφανές, αντικριστά. Τα παράθυρα χωρίς κουρτίνες, οι τοίχοι δίχως κάδρα. Γκρι τοίχοι, σπατουλαρισμένοι. Κανένα ψεγάδι πάνω τους. Και τα παράθυρα με τζάμια τόσο καθαρά που περιμένεις τον αέρα ή την κάψα. Τα κανάτια κλειστά αφήνουν...

Το χάρισμα της επικοινωνίας

Το χάρισμα της επικοινωνίας

Διανύει την έκτη δεκαετία της ζωής της. Κάθεται σε μια γωνιά, στην κυριολεξία, για να μην ενοχλεί. Σέβεται τα «θέλω» και τις ανάγκες των άλλων κι όμως… Πού πήγε η «ικανότητά» της να μπορεί να επικοινωνεί με όλους; Τι έγινε; Γέρασε κι έχασε αυτό το χάρισμα; Μέχρι και...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου