Έσμα

23.03.2015

 

 

Στα χέρια της κρατούσε ένα χαρτί από διαφημίσεις. Πριν λίγο μοίραζε τέτοια φυλλάδια στο απέναντι φανάρι ένας όμορφος νέος. Την πλησίασε, της γέλασε και της έδωσε ένα. «Έλα, πάρε και εσύ! Ποτέ δεν ξέρεις!». Εκείνη άπλωσε το χέρι. Μαθημένη σε τούτη την κίνηση. Συνέχεια του κορμιού της. Το πήρε στα χέρια της και το κοιτούσε. Και ύστερα χάζευε τον νέο από μακριά. Το σώμα της ολόκληρο μου μαρτυρούσε τα πάντα.

Μετά από λίγα λεπτά, το έβαλε στην τσέπη της και συνέχισε να περπατά. Φορούσε μία κόκκινη φόρμα παλιά, και σκισμένα αθλητικά. Από πάνω φόραγε ένα αταίριαστο μωβ πουλόβερ. Με χάντρες και δαντέλες. Με ένα χακί ξεφτισμένο μπουφάν τυλιγμένο πάνω της, μήπως και αντέξει το κρύο, περπάταγε χωρίς να κοιτάζει γύρω της. Έτσι πέρασε και το φανάρι με κόκκινο. Αν δεν την είχα παρατηρήσει από ώρα, θα μπορούσα να την είχα χτυπήσει. Της πάτησα την κόρνα για να τη σταματήσω, να μη συνεχίσει το δρόμο. Γύρισε και με κοίταξε παγωμένη με ένα καταπράσινο βλέμμα.

Αυτή είναι η Έσμα. Μία μικρή γυναίκα με γατίσιο βλέμμα. Πανέμορφη μέσα σε τούτα τα άθλια ρούχα. Την είδε ο πατέρας της σαν γεννήθηκε και χαμογέλασε. Όχι γιατί είδε το παιδί του για πρώτη φορά. Ούτε γιατί έζησε τούτο το θαύμα. Αλλά γιατί με τούτη την ομορφιά θα είχε επιτέλους έξτρα εισόδημα. Η μάνα της το ήξερε. Σαν είδε το βλέμμα του, κατάλαβε τι θα ακολουθήσει. Μαθημένη σε τούτη τη ζωή, δεν έφερε ποτέ καμιά αντίσταση.

Η ζωή της ξεκίνησε στην αγκαλιά της μάνας της και της θείας της, δίπλα από φούρνους και έξω από μετρό και στάσεις λεωφορείων. Μέσα στο κρύο και στη βροχή για να συγκινούν ακόμα περισσότερο. Άπλωναν το χέρι τους και εκείνη τους κοίταζε όλους από ψηλά. Πότε να αδιαφορούν, πότε να αφήνουν κάποιο κέρμα. Ο ήχος του κέρματος την έκανε χαρούμενη. Άκουγε τους χτύπους στο στήθος της μάνας της και ένιωθε τη δική της ευχαρίστηση. Έτσι μεγάλωσε. Με τα γκλιν πάνω σε ποτήρια και δίσκους. Έτσι μεγάλωσε. Με τα βλέμματα όλων από ψηλά, πότε αποδοκιμαστικά, πότε θλιμμένα, πότε ψυχρά.

Αργότερα, συνέχισε μόνη της. Έξω από μαγαζιά, καθόταν εκεί με ένα λυπημένο βλέμμα και άπλωνε το χέρι της. Καμιά φορά ερχόντουσαν κάτι γιαγιάδες και της δίνανε να φάει. Άλλοι την παίρνανε στο φούρνο μαζί τους να διαλέξει. Άπλωνε και εκείνη τα χέρια της πάνω στο ζεστό τζάμι της βιτρίνας του φούρνου και κοίταζε λαίμαργα. Δεν ήξερε τι να πρωτοδιαλέξει. Το σταμάτησε όμως κι αυτό μετά από λίγο καιρό, σαν άρχισε να έρχεται σπίτι με μισό «μεροκάματο». Έβγαζε τη ζώνη ο πατέρας της και τη σημάδευε στην πλάτη. Για να μάθει…

Σαν μεγάλωσε και ξεβλαστάρωσε, την κοιτάζανε όλοι σαν ξερολούκουμο. Την αθωότητά της, τη διέλυσε μια μέρα ο θείος της. «Έτσι πρέπει», της είπε ψιθυριστά, «για να μαθαίνεις». Της έκλεισε το στόμα με τη βρωμερή παλάμη του και ξεφύσαγε λαχανιασμένος στο αυτί της. Ήθελε να φωνάξει δυνατά, να τον χτυπήσει, να φύγει όσο πιο γρήγορα μπορεί. Μα σαν την απείλησε ότι θα της πάρει το μεροκάματό της και θα τη στείλει με άδειο το πορτοφόλι της στον πατέρα της, σώπασε και τον άφησε να λεηλατήσει το κορμί της. Γύρισε σπίτι της με διπλάσια λεφτά. Ο θείος φάνηκε γενναιόδωρος. Με διαλυμένη την ψυχή της, είδε τον πατέρα της να μετρά χαρούμενος τα λεφτά που έφερε και τη μάνα της να την αγκαλιάζει. Στη χειρότερή της μέρα, οι γονείς της χορεύανε από χαρά. «Μπράβο Έσμα, άρχισες να μαθαίνεις τη δουλειά!» της φώναζε ενθουσιασμένος ο πατέρας της.

Κι έτσι έμαθε τη δουλειά. Ο θείος της τη μοίραζε από εδώ κι από εκεί. Κι εκείνη σιωπηλή και άψυχη, έδινε ό,τι της ζητούσαν. Κάθε βράδυ, γινόταν η Έσμα η σκοτεινή γυναίκα με τα γατίσια μάτια που έκανε να τρέχουν τα σάλια όλων στα μπαρ που τριγυρνούσε. Πληρώναν όσο-όσο όλοι τους για μία νύχτα μαζί της. Και γέμιζε το πορτοφόλι της, γέμιζε και το πορτοφόλι του πατέρα της. Μόνο η μάνα της την κοίταζε θλιμμένη. Έβλεπε το κορμί της σημαδεμένο και την ψυχή της να αδειάζει και εκείνη να την αφήνει απροστάτευτη.

Κάθε πρωί, τριγυρνούσε στα φανάρια με το χέρι απλωμένο. Άλλαζε τα προκλητικά ρούχα της νύχτας με παλιόρουχα. Γινόταν η Έσμα των φαναριών. Με το λυπημένο βλέμμα. Που παρακαλά για λίγα κέρματα. Έτσι μου χτύπησε και εμένα πριν καιρό το τζάμι. Το κατέβασα και την είδα. Θαμπώθηκαν τα μάτια μου. Εκείνη με κοίταζε αμίλητη.

-«Πώς σε λένε κοπέλα μου;» της είπα με ενδιαφέρον

-«Έσμα» μου είπε καρφώνοντάς με. «Πεινάω. Δώσε μου κάτι για να φάω» είπε ψυχρά

Έβγαλα ό,τι είχα στο πορτοφόλι μου και της το έδωσα. Εκείνη με κοίταξε έκπληκτη κοιτάζοντας τα χρήματα. Ακόμα και αν πέρναγαν πολύ περισσότερα στα χέρια της τα βράδια, τα πρωινά γινόταν εκείνο το μωρό στην αγκαλιά της μάνας του που περίμενε πώς και πώς να ακούσει το γκλιν από ένα κέρμα. Μου γέλασε και ένιωσα πως με ευχαριστούσε εκείνο το μωρό. Την έβλεπα να απλώνει τα χέρια και να λαχταρά μια αγκαλιά. Ένα νταχτάρισμα. Ένα παιχνίδι. Μια βόλτα στο πάρκο, να την κάνω κούνιες. Λαχτάραγε να παίξουμε με μια μπάλα, να πούμε τραγουδάκια και να τη μάθω να περπατά. Με έκανε και δάκρυσα τούτο το χαμόγελο. Έκλεισα το παράθυρο και έφυγα βουρκωμένος.

Και σήμερα, ύστερα από καιρό, έπεσε στο αυτοκίνητό μου. Με πλησίασε σαν είδε ποιος είμαι και με κοίταξε χαμογελαστή. Ύστερα έβγαλε το χαρτί από την τσέπη της. Έσκυψε στο παράθυρο και μου είπε δειλά

-«Τι λέει εδώ;» ρώτησε ψιθυριστά και μου το έδωσε στα χέρια να το διαβάσω

-«Μια διαφήμιση είναι για φροντιστήριο. Πηγαίνουν εκεί τα παιδιά για να μάθουν περισσότερα από ότι μαθαίνουν στα σχολεία...» της είπα χωρίς να ρωτήσω τίποτα.

Την είδα ύστερα να κοιτάζει το νέο από μακριά. Και πάλι εμένα. Πάγωσα με το βλέμμα της. Ύστερα, άρχισε να γελάει νευρικά. Πήρε το χαρτί και το έσκισε μπροστά μου. Τρόμαξα. Έκανε σαν τρελή. Δεν ήξερα αν πρέπει να βγω για να τη σταματήσω, να την πάρω αγκαλιά και να της πω πως ποτέ δεν είναι αργά. Μα δε μου άφησε περιθώριο βλέπεις.

Σαν έσκισε τα χαρτιά, γύρισε απότομα προς τη λεωφόρο και πετάχτηκε μπροστά από ένα φορτηγό. Άνοιξα την πόρτα του αυτοκινήτου αναστατωμένος. Ο νέος απέναντι σαν την είδε να πέφτει κάτω, έτρεξε πάνω της. Την πήρε αγκαλιά. Της μίλαγε. Εκείνη τότε, ματωμένη με την ψυχή της έτοιμη να πετάξει, του είπε με όση φωνή της είχε απομείνει:

«σε μια άλλη ζωή… σε κάποιο άλλο φεγγάρι…» κι ύστερα ξεψύχησε.

Έτσι απλά η ζωή της σταμάτησε. Αφήνοντας γεμάτα τα πορτοφόλια των αχόρταγων πελατών της και άδειο το πορτοφόλι του θείου και του πατέρα της. Έτσι απλά, σα να θελε να αθωωθεί από τη νύχτα… κι από τον ίδιο της τον εαυτό…»

 

_

γράφει η Μάχη Τζουγανάκη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Ούτε οι κατασκοπίες μού αρέσουν – χρειάζεται κάποιος να έχει μεγάλες αντοχές, τόσο σωματικές όσο και ψυχικές για ένα τέτοιο μπλέξιμο- ούτε μυστήρια και οι ίντριγκες, τα μαχαιροβγάλματα και τα τρομοκρατικά κτυπήματα πίσω από κατεβασμένες κουκούλες και οδοφράγματα από...

Νόστος

Νόστος

Η Λουκρητία αγουροξυπνημένη και πατώντας στις μύτες των ποδιών της για να μην ταράξει τον Γιάννη, προχωρά προς προς τον γωνιακό μπουφέ του δωματίου, στο σεντούκι με τις αναμνήσεις. Ανοίγει το κάτω συρτάρι και κρατά στα χέρια της μια πολύτιμη φωτογραφία, αδιάψευστο...

Το μήνυμα ελήφθη

Το μήνυμα ελήφθη

Μάταια έψαχνε να βρει τον ταχυδρόμο να τον ρωτήσει. Δεν ήταν πουθενά, ώσπου πληροφορήθηκε ότι άλλαξε γειτονιά. Μετά εξαφανίστηκε. Αγνοούμενος. Τα ίχνη του χάθηκαν για πάντα. Ίσως να γνώριζε κάτι το λευκό περιστέρι. Όταν το αντάμωσε μόνο λευκό δεν ήταν. Μαύρα τα είχε...

Η διάσταση

Η διάσταση

«Έχω μια βιβλιοθήκη» της είπα. «Αξίζει να τη δεις».  «Έλα τώρα»! απάντησε και πήρε εκείνο το ύφος το ενοχλημένο, όταν πιέζεται για κάτι που δε θέλει. «Πιστεύεις πως μπορώ να χάνω το χρόνο μου με βιβλία; Δεν με ενδιαφέρουν. Κάτι άλλο πρέπει να βρω, να περνάω τις...

Να βλέπω το Θεό…

Να βλέπω το Θεό…

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Είχε ανάγκη την παρουσία του, έστω και βουβή. Οι Παρασκευές ήταν δύσκολες, άλλαξαν όλα από τότε που εκείνος έφυγε από κοντά της μια Παρασκευή βράδυ, ένα φθινόπωρο σαν και τούτο, μουντό κι αφιονισμένο σαν τα λυσσασμένα σκυλιά που...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Να βλέπω το Θεό…

Να βλέπω το Θεό…

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Είχε ανάγκη την παρουσία του, έστω και βουβή. Οι Παρασκευές ήταν δύσκολες, άλλαξαν όλα από τότε που εκείνος έφυγε από κοντά της μια Παρασκευή βράδυ, ένα φθινόπωρο σαν και τούτο, μουντό κι αφιονισμένο σαν τα λυσσασμένα σκυλιά που...

Αυτά τα αβέβαια χρόνια

Αυτά τα αβέβαια χρόνια

Ο Παύλος δεν ήταν ξεκούραστος. Άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί για λίγο στις αφίσες του φοιτητικού του διαμερίσματος και στο ομοίωμα ανθρώπινου σκελετού που στόλιζε το γραφείο του και στη σκέψη του άφηνε τον εαυτό να τον φαντάζεται να καθαρίζει τη βρωμιά που...

Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της

Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της

_ γράφει η Μαργαρίτα Κτωρίδου - «Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής σου!». Έτσι της έλεγαν όλοι. Μα εκείνη δεν ένιωθε έτσι. Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της είχε περάσει. Ξημέρωσε κι έφυγε μαζί του. Η Μένη. Πού είναι η Μένη;  Τη βρίσκει πάνω από το τραπέζι -φυσικά. Η...

4 σχόλια

4 Σχόλια

  1. Αννα Ρουμελιωτη

    Καθε φορα που διαβαζω τα γραπτα σου Μαχη νιωθω εντονα αισθηματα και σε ευχαριστω γι αυτο!!”

    Απάντηση
  2. Μαριλού Νικολαίδου

    Ωραίο!

    Απάντηση
    • Μάχη Τζουγανάκη

      Ευχαριστώ..

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου