«ΑΓΑΠΗ, ΑΓΑΠΗ…»

Δημοσίευση: 4.06.2022

Ετικέτες

Κατηγορία

Φίλες, γειτόνισσες, συμμαθήτριες, αγαπημένες και κολλητές, η Σύλβια και η Μαρία, μακράν καλύτερες και από αδερφές, μοιράζονταν τη ζωή και τις ομορφιές της, σε ίσα μερίδια. Όλη την ημέρα μαζί, η μία στο σπίτι της άλλης και μόνο τη νύχτα, με βαριά καρδιά πήγαιναν για ύπνο κάθε μια στο σπιτικό της, πράγμα που καθόλου δεν τους άρεσε αλλά και δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά… Όλο το χωριό τις καμάρωνε για την υπέροχη φιλία τους και μακάριζαν τους γονείς των παιδιών αυτών για την άδολη αγάπη τους, πράγμα τόσο σπάνιο πια στον καιρό μας.
Μοιράζονταν όπως είπαμε, ακόμη και τις πιο μύχιες σκέψεις τους και καθώς μεγάλωναν, τα όνειρά τους, αλλά και την αναμονή στο συναπάντημα με τον έρωτα, άγνωστη πτυχή στο πεδίο της Αγάπης τους.
Πρώτη η Σύλβια ερωτεύτηκε έναν συμμαθητή τους, αγόρι όμορφο, το πιο όμορφο όχι μόνον της τάξης τους αλλά και του σχολείου όλου. Πού αλλού η ΑΓΑΠΗ μπορούσε να βρει τόπο καλύτερο να φωλιάσει!
Διηγιόταν στην Μαρία της τα ερωτόλογα, τα χάδια και τα φιλιά μαζί του και ένιωθαν μια περίεργη ευδαιμονία ως εάν με την αναπαράστασή τους ξαναζούσαν την πρωτόγνωρη ομορφιά τού έρωτα.
Επόμενο ήταν λοιπόν να ερωτευτούν η μία την άλλη και εύρισκαν απολύτως φυσική τούτη την παρέκκλιση στην αγάπη τους, που όμως δεν είχε ομοφυλική ροπή ή ανωμαλία. Η αγάπη αυτή δεν είχε τίποτα το χυδαίο και ένιωθαν μια περίεργη πληρότητα.

Μια ημέρα καταραμένη και σταχτιά, ξύπνησε η Σύλβια με φοβερό πονοκέφαλο και με μαύρες αόριστες σκέψεις, σαν μια απειλή να επικρεμόταν της κεφαλής της. Δεν είχε διάθεση να μιλήσει ακόμη και με το alter ego της όπως θεωρούσε τη φίλη της.
Η Μαρία ανήσυχη που η Σύλβια δεν απαντούσε ούτε στο σταθερό ούτε στο κινητό της και με κακά προαισθήματα, έτρεξε στο σπίτι της καλής της. Την βρήκε στο κρεβάτι ανήμπορη και μουτρωμένη και θεώρησε καλό να την κανακέψει, να την φιλάει παντού, σαν να ήθελε να διώξει από την αγαπημένη της την μουρτζούφλα και τον πόνο.
Η Σύλβια δεν ανταποκρίνονταν στα κανακέματα και όταν εκείνα έγιναν κάπως πιο τολμηρά, πετάχτηκε από το κρεβάτι της και σε έναν τόνο φωνής ασυνήθιστα προσβλητικό, είπε:
‘’Ουφ καημένη κι’ εσύ, ΜΟΝΟΝ ΤΟ ΣΕΞ ΕΧΕΙΣ ΣΤΟ ΜΥΑΛΌ ΣΟΥ; ’’
Η Μαρία εμβρόντητη κοίταξε τη φίλη της σα να έβλεπε μια άγνωστη κακιά μάγισσα του παραμυθιού πρώτη της φορά και χωρίς λέξη καμιά να πει, πετάχτηκε από το κρεβάτι που χρόνια και χρόνια απ’ όταν ήταν μικρά κοιμόταν αγκαλιά με την καλή της, μα που τώρα σαν να γέμισε αυτό ξαφνικά μυτερά καρφιά, άνοιξε την πόρτα και χάθηκε στο παγωμένο πρωινό τού νησιού που μόλις ξυπνούσε. Δεν την ξαναείδε ποτέ κανείς.
Χάθηκε από τον κόσμο όπως κι’ αυτός είχε χαθεί κάτω από τα πόδια της καθώς περπατούσε.
Ο αγέρας πηχτός, τής έφραζε το λαιμό δυσκολευόταν να ανασάνει και την καρδιά της την άκουγε να κτυπά δυνατά και γρήγορα. Σίγουρα, το ήξερε, θα έλιωνε σαν κεράκι μην αντέχοντας την προσβολή από το στόμα τού άλλου μισού τού εαυτού της. ΟΜΩΣ ΜΙΑ ΦΩΝΉ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΤΗΝ ΆΚΟΥΓΕ ΝΑ ΤΗΣ ΛΈΕΙ ΌΤΙ ΊΣΩΣ Η ΣΥΛΒΙΑ ΝΑ ΕΙΧΕ ΚΆΠΟΙΟ ΔΊΚΙΟ ΚΑΙ ΑΚΟΜΗ ΌΤΙ ΊΣΩΣ ΝΑ ΉΤΑΝ ΈΝΑ ΞΥΠΝΗΜΑ Η ΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΦΙΛΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΗΘΑΡΓΟ ΠΟΥ ΆΓΝΩΣΤΟΝ ΠΟΥ, ΤΙΣ ΟΔΗΓΟΎΣΕ…
Κάθε τι, έχει και τα όριά του. Και η καταπάτηση τών ορίων αυτών έχει το τίμημά της.
Πόσο κακιά γίνεται η Αγάπη όταν ο έρωτας μπλέκεται στα χωράφια της

Ανάστατο το νησί.
Ας μη πούμε σε τι κατάσταση βρισκόταν η Σύλβια, Διπλός ο καημός της… Δεν ήταν μόνο ο καημός του χαμού της αγαπημένης φίλης μα και η βεβαιότητα ότι ΑΥΤΗ ήταν η αιτία τού χαμού αυτού.

Πέρασαν οι μέρες. Οι εβδομάδες, ο μήνας, όταν ένας ψαράς με το πυροφάνι του εντόπισε σε έναν απόμακρο και βραχώδη λιμενίσκο, το πτώμα γυναίκας σε προχωρημένη σήψη. Το μυαλό όλων πήγε στην άτυχη Μαρία…
Πράγματι ήταν αυτή, όπως αποφάνθηκαν οι έρευνες του ιατροδικαστή.
Και έμεινε το γλυπτό ενός ευαίσθητου νησιώτη καλλιτέχνη να δεσπόζει πάνω στο βράχο του απόμακρου λιμενίσκου και να θυμίζει τούτη την ιστορία αγάπης.
Χρόνια μετά, νησιώτες ορκίζονταν, ότι έβλεπαν, τις νύχτες κυρίως και στο σημείο αυτό, τις φωτεινές φιγούρες, δύο γυναικών, που αγκαλιασμένες ατένιζαν το πέλαγο, ή κάτι άλλο, που δεν ξέρουμε φυσικά ποιο ήταν αυτό…

 

_

γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Ακολουθήστε μας

Το πιο καλό κορίτσι

Το πιο καλό κορίτσι

Κάτι άστραψε έξω από το παράθυρο και μου κέντρισε το ενδιαφέρον. Ύστερα από λίγο ακούστηκε μια δυνατή βροντή. Τρόμαξα, μα η περιέργειά μου ήταν πιο δυνατή. Έτρεξα στο παράθυρο, με πηδηχτά βηματάκια, να δω τι συμβαίνει. Έμεινα έκπληκτη με το θέαμα. Μία τεράστια...

Ο πραματευτής

Ο πραματευτής

Ο Μάνθος ήτανε πραματευτής. Δηλαδή φόρτωνε, σε μια παλιά κλούβα Φολκσβάγκεν κατσαρολικά, κουταλομαχαιροπήρουνα, ποτήρια, βάζα, γενικά είδη νοικοκυριού, είχε και κάποιες ρόμπες για τις γριές, μαντήλες, κάτι σκούπες, φαράσια κ.τ.λ. και κίναγε για τα απρόσιτα στις...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Επιμέλεια άρθρου

Διαβάστε κι αυτά

Ο πραματευτής

Ο πραματευτής

Ο Μάνθος ήτανε πραματευτής. Δηλαδή φόρτωνε, σε μια παλιά κλούβα Φολκσβάγκεν κατσαρολικά, κουταλομαχαιροπήρουνα, ποτήρια, βάζα, γενικά είδη νοικοκυριού, είχε και κάποιες ρόμπες για τις γριές, μαντήλες, κάτι σκούπες, φαράσια κ.τ.λ. και κίναγε για τα απρόσιτα στις...

Εσωτερική υπόθεση

Εσωτερική υπόθεση

Κόντευε το μεσημέρι και η κίνηση ήταν υποτονική στο γραφείο πέντε του τρίτου ορόφου της δημόσιας υπηρεσίας. Κάποιοι συζητούσαν ράθυμα στο διάδρομο, μια γυναίκα έγερνε στο εκτυπωτικό μηχάνημα και πατούσε κουμπιά, ένας μεσόκοπος άνδρας μιλούσε στο τηλέφωνο με αυστηρό...

Όταν οι άνθρωποι γίνανε αριθμοί…

Όταν οι άνθρωποι γίνανε αριθμοί…

_ γράφει ο Νίκος Πουλικίδης _ Η προσωπική του ανέλιξη ήταν ο αυτοσκοπός της ζωής του. Δε λογάριαζε τις ζωές άλλων ανθρώπων. Έπρεπε να πατήσει ακόμα και επί πτωμάτων προκειμένου να εξελιχθεί επαγγελματικά. Ο κυνισμός του στη λήψη αποφάσεων ήταν παροιμιώδης, απαραίτητο...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου