Select Page

ανέραστη ιστορία

ανέραστη ιστορία

Μια πικραμένη χωλή φωταγωγία, από σκιές που δείχνουν το τέλος του πανηγυριού, απλώθηκε στον χώρο. Το μικρό ξωκκλήσι θα βυθιζόταν και πάλι, μετά τη σημερινή μέρα, στη σιωπή. Θα ανάμενε έναν ολάκερο χρόνο για να ξαναζωντανέψει, να ντυθεί με όλον του τον φωτισμό και με τις μουσικές από τους καλεσμένους και πλανόδιους μουσικούς.
Η Άρτεμις, η μητέρα της της έδωκε το όνομα ετούτο να μοιάσει της Θεάς, κούνησε το αριστερό της πόδι σηκώνοντάς το και με τα δυο της χέρια.
Εκ γενετής μ’ ετούτο «το κουσούρι», το αριστερό της πόδι δεν κινιόταν το ρημάδι, ήταν ωσάν κούτσουρο, μονάχα μπορούσε να στηριχτεί κάπως πάνω του, κι αυτή το έπαιρνε με τα δυο της χέρια, το σήκωνε και το πάγαινε μπροστά για να κάνει ένα βήμα.
Προχώρησε λοιπόν η Άρτεμις έξω από τα πληγωμένα φώτα και τους λίγους εναπομείναντες θαμώνες. Άλλοι από αυτούς δεν τέλειωσαν ακόμη, καθώς φαίνεται, τις μακρές συζητήσεις τους και άλλοι κουτσόπιναν βραδαίνοντας, πότε να τελειώσουν τις καράφες τους. Κανείς μάλλον δεν ασχολιόταν με τους μουσικούς ή και τον τραγουδιστή που άρχισε εδώ και μισή περίπου ώρα τους αμανέδες και ίσως αυτή να ήταν η αιτία για την έξαφνη διάλυση της μεγάλης σύναξης.
Η Άρτεμις είχε απομείνει μόνη εδώ και μια ώρα περίπου, η παρέα της κίνησε να συνεχίσει το γλέντι αλλού κι εκείνη καθόταν ηθελημένα έρμη, να κοιτά τα φώτα και να μετρά τη ζωή της. Ήταν δυνατή η Άρτεμις ως χαρακτήρας και δεν ασχολιόταν με τα παλιά, για το πώς γεννήθηκε, για τα παιδικά της και τα μετέπειτα χρόνια, δεν ήταν μεμψίμοιρη και πάντα προσπαθούσε να χαράξει το μέλλον. Όσο μπορούσε, με το ατροφικό της πόδι.
Ήταν πανέμορφη ως κορασίδα η Άρτεμις και τώρα ως νέα πιο έμορφη, με στητή και πανώρια κορμοστασιά, με θείο πρόσωπο που πάνω του κυριαρχούσαν τα τεράστια μελιά μάτια της. Σαν καθόταν ή έμενε στητή δεν υπήρχε περίπτωση να μην σκαλώσουν πάνω της τα μάτια των αντρών. Και τους έρωτές της είχε, κάτι περαστικούς έρωτες που έρχονται και φεύγουν, γιατί μάλλον δεν ήταν έρωτες στιβαροί μα πάνω στο σεξ στηριζόταν. Μα η Άρτεμις δεν αισθανόταν καημένη και δεν λυπόταν για την κατάληξη της κάθε της σχέσης, στην αρχή βέβαια το είχε πάρει πολύ κατάκαρδα, δίκιο τους έδινε τώρα, αυτή ευχαριστιόταν τις στιγμές που ζούσε τον έρωτα και μετά, σαν εκείνος έφευγε για πάντα, κοιτούσε τον ουρανό, κάποιο σύννεφο θα την πλησίαζε πάλι και είναι τα σύννεφα προσωρινά, όσο χαρούμενα και αν είναι.
Ο Αντώνης ήταν από τους πιο ονομαστούς νοικοκυραίους του τόπου, με γυναίκα, τρία παιδιά και πολλά στρέμματα. Αν και είχε περάσει τα πενήντα και ήταν όλα αυτά τα χρόνια στα χωράφια, το παρουσιαστικό του ήταν επιβλητικό. Έμοιαζε πολύ μικρότερος, είχε ευλύγιστο σώμα και μια χιλιάρα μηχανή που την χρησιμοποιούσε για να πηγαίνει στις δουλειές που έπρεπε να τελειώσει γρήγορα. Μεγαλωμένος μέσα στα χωράφια, στα βαμβάκια και στα ζαχαρότευτλα, στις ροδακινιές και στις αχλαδιές, είχε στα χέρια του γερά κρατημένη τη ζωή του. Ρεαλιστής και σφιχτοχέρης ήταν και τα όνειρά του ήταν μικρά για να μπορεί να τα πιάσει.
Καθώς η Άρτεμις προχωρούσε προς τον χώρο που είχε αφημένο το αυτοκίνητό της, εκείνο των αναπήρων, ο Αντώνης προσπαθούσε να βάλει μπρος τη μηχανή του.
«Παναθεμά σε», έλεγε κάπως δυνατά και η μηχανή αρνιόταν να τον υπακούσει. Η Άρτεμις τον πλησίασε, τον κοίταξε μειδιώντας και κάτι πήγε να πει. Σα να το μετάνιωσε και γύρισε να φύγει.
«Μήπως μπορείς να με πας ως το χωριό;» της πέταξε ο Αντώνης. Γύρισε και τον κοίταξε. Από όλους στον τόπο ο Αντώνης ήταν αυτός για τον οποίο λέγαν πως περισσότερο την είχε κακολογήσει. Κι ήταν τα λόγια του βαριά και οι κουβέντες του κακιασμένες χωρίς καμιά τους να κρατά μέσα της έστω ένα χνούδι λύπησης.
«Έλα», του πέταξε.
Το αυτοκίνητο βγήκε από τον χώρο του ξωκλησιού και σαν έπιασε τη δημοσιά ο Αντώνης παρατήρησε στα κλεφτά το πόδι της Άρτεμις. Το γερό της πόδι που πατούσε το γκάζι. Το φουστάνι είχε ένα μεγάλο άνοιγμα και φανερωνόταν όλος ο μηρός περίπου. Ένιωσε τον ανδρισμό του να μεγαλώνει. Κι απέμεινε εκεί να κοιτά. Η Άρτεμις, ρίχνοντάς του μια φευγαλέα ματιά, είδε το βλέμμα του να στηρίζεται πάνω στο πόδι της. Μειδίασε. Πώς της ήρθε, κι έστριψε απότομα το αυτοκίνητο σε ένα πλάτωμα που είχε δεξιά ο δρόμος. Ο Αντώνης παραξενεύτηκε. Την κοίταξε στα μάτια. Είδε τον πόθο της. Εκείνη ένιωσε τη δικιά του ηδονή. Δεν ήταν δύσκολο να συμβεί.
Πέρασε μια βδομάδα από τότε. Κάθε φορά που η Άρτεμις περνούσε από τον κεντρικό δρόμο του χωριού ή από την πλατεία, έβλεπε τον Αντώνη να την παίρνει από πίσω με τη μηχανή του. Σαν κάπου στεκόταν ερχόταν δίπλα στο παραθύρι του αυτοκινήτου της, τη ρωτούσε τι κάνει και της χαμογελούσε αινιγματικά. Έλεγαν δυο τρεις κουβέντες και σαν τον ένιωθε πως κάτι περισσότερο ήθελε να της πει, αυτή πατούσε το γκάζι κι εξαφανιζόταν. Νοούσε, εκείνες τις στιγμές που της μιλούσε, το πάθος του. Έβλεπε τον ανδρισμό του να διαγράφεται ξεσηκωμένος. Και σε αυτήν κάποια υγρά γέμιζαν τον χώρο κάτω της.
Σήμερα τον αισθάνθηκε πιο αποφασισμένο.
«Δεν έρχεσαι για έναν καφέ;» της είπε και της έδειξε το καφέ μπαρ δίπλα τους. Η Άρτεμις κρατούσε το τιμόνι γερά και τις ψεσινές της σκέψεις.
«Ίσως είναι μια ευκαιρία. Να σπείρω την καταστροφή του. Ή να πλέξω μαζί του μια πρόσκαιρη ιστορία και όσο πάρει να χαρώ την ηδονή. Ή να τον αφήσω στην ποταπότητά του και να κινήσω, αμέτοχη στο μέλλον του».
Η φωτογραφία του Αντώνη που πηδούσε μια γυναίκα ριγμένη στα τέσσερα και με τα μαλλιά της να της κρύβουν το πρόσωπο, έκανε θραύση στο διαδίκτυο. Η εικόνα αυτή διάβηκε και κάθισε στο κατώφλι του νου της Άρτεμις. Κοίταξε τον Αντώνη αινιγματικά και προσπάθησε μέσα της να μετρήσει το μέγεθος της κακίας της. Αυτής που κουβαλά την εκδίκηση.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!