Αναμνήσεις

13.01.2014

 

 

Μια αχτίδα φωτός κατορθώνει να τρυπώσει από τις γρίλιες στο μικρό μου καθιστικό. Σίγουρα, ο ήλιος θα’ χει ανατείλει τώρα. Σηκώνομαι αργά από το κρεβάτι κι ανοίγω το παράθυρο που βλέπει στο δρόμο. Νιώθω να κουράζομαι εύκολα, τελευταία.

Σηκώνω ψηλά το κεφάλι, μήπως κι ανακαλύψω έστω ένα τόσο δα κομματάκι ουρανού, ανάμεσα στη βουή της λεωφόρου και στα ψηλά, πολυώροφα κτίρια.

Τι καινούργιο περιμένεις να δεις, αλήθεια; αναρωτιέμαι.

Λιγάκι ουρανό, έστω και γκρίζο, ακούω τον εαυτό μου να λέει.

Ρίχνω μια ματιά στο ημερολόγιο που κρέμεται στον τοίχο της κάμαράς μου. Χαμογελώ αχνά…

Σαν σήμερα…τότε… μονολογώ..

Ναι, σήμερα δεν είναι μια μέρα σαν τις άλλες.

Μια σκέψη που μου ‘ρχεται στο νου, με κάνει και κοκκινίζω.

Χαμογελώ αινιγματικά.

Ανοίγω την βαριά σκαλιστή ντουλάπα-απομεινάρι από άλλες εποχές - που «αγωνιά να αναπνεύσει», στριμωγμένη ανάμεσα στο κρεβάτι και στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας.

Βάζω το χέρι μου ανάμεσα στα σκουρόχρωμα κρεμασμένα ρούχα και βγάζω ένα μακρύ, μεταξωτό φόρεμα, με δαντέλες στα μανίκια και το μπούστο, σε χρώμα βαθύ γαλάζιο. Με αργές, σχεδόν τελετουργικές κινήσεις το αφήνω να γλιστρήσει πάνω μου.

Κοιτάζομαι στον καθρέφτη.

Θαρρείς κι ένα μαγικό ραβδί σταματά το χρόνο και στη θέση του γερασμένου ειδώλου που με κοιτά, βρίσκεται η Ευανθία, η μοναχοκόρη του άρχοντα Σαρρή, από την Πάτμο, που ονειρευόταν μια ζωή γεμάτη από απέραντο γαλάζιο.

Η Ευανθία… η μοναχοκόρη του άρχοντα Σαρρή… εγώ… με τον κρυφό καημό στα στήθη, που δεν ήταν άλλος από τον Αγγελή το βιολιστή.

Τον πρωτοαντίκρισα στο πανηγύρι του Θεολόγου, να παίζει μουσική και να τραγουδά για αγάπες κι έρωτες, θάλασσες και μαϊστράλια.

Έσερνα το χορό, παρακαλώντας τον Άγιο που γιόρταζε να με βοηθήσει να κλέψω έστω ένα βλέμμα του Αγγελή.

Θαρρείς κι οι ουρανοί ήταν ανοιχτοί εκείνο το βράδυ.

«Μιλήσαμε» ο ένας στον άλλο με τις ματιές μας. Και είπαμε πολλά.

Κι ένα ζεστό, φθινοπωριάτικο απόγευμα, δώσαμε το πρώτο μας φιλί στο μουράγιο.

Ένα φιλί κι ένα μενταγιόν με μια γαλάζια καρδιόσχημη πέτρα που μου κρέμασε στο λαιμό λίγο πριν φύγει απ’ το νησί.

Θα σε περιμένω… θα σε περιμένω… επανέλαβα μέσα μου πολλές φορές, καθώς το πλοίο απομακρυνόταν από το λιμάνι.

Δεν ξαναγύρισε ποτέ. Σαν να τον κατάπιε η θάλασσα.

Στους μήνες και στα χρόνια που πέρασαν δεν μπόρεσα να μάθω κάτι γι’ αυτόν.

Σαν να μην υπήρξε ποτέ.

Μοναχά στη σφαίρα του ονείρου.

Κάπου είχα διαβάσει πως δεν υπάρχει μεγαλύτερος πόνος απ’ τον πόνο των γκρεμισμένων ονείρων έστω κι αν αυτά κράτησαν τόσο λίγο όσο μια στιγμή.

Δεν μπορείς να θρηνείς μια ζωή για έναν έρωτα που κράτησε όσο το πετάρισμα ενός βλεφάρου… σε ποιο βιβλίο άραγε το είχα δει αυτό;

Η ξανθομαλλούσα Ευανθία, η νησιωτοπούλα, έδωσε τη θέση της στην κυρία Εύη, σύζυγο μεγαλεμπόρου. Σ’ ένα ρετιρέ μιας σικ (πάντα σιχαινόμουν αυτή τη λέξη, αλλά…) περιοχής της Αθήνας, προσποιούμουν ότι ζούσα.

Μια τρικυμισμένη θάλασσα η ζωή μου…

Κι απάγκιασα σ’ ένα μικρό ημιυπόγειο διαμέρισμα μετά την οικονομική καταστροφή και το θάνατο εκείνου… του άντρα μου.

Μόνη.

Κάθε χρόνο, τέτοια μέρα, φορώ και πάλι το γαλάζιο μεταξωτό φόρεμα που φορούσα τότε… κρεμώ τη γαλάζια καρδιά στο λαιμό… και νοερά κατεβαίνω στο λιμάνι, με την ελπίδα να αντικρίσω έναν παλιό, ξεχασμένο έρωτα.

Σήμερα, όμως, τώρα, οι δυνάμεις μου σαν να με εγκαταλείπουν. Το άτακτο χτύπημα της καρδιάς μένει να μου θυμίζει το άλλοτε ξένοιαστο, ρομαντικό κορίτσι…

Κλείνω τα μάτια κι ακούω μουσική… και φωνές… πολλές φωνές…

«Κυρία Εύη! Κυρία Εύη!»

Κάποιος με ταρακουνά.

Όμως εγώ, δεν είμαι πια εδώ, ταξιδεύω. Μοναδικές μου αποσκευές ένα φιλί κι ένα μενταγιόν.

Δεν χρειάζομαι τίποτε άλλο.

 

 

Η εικόνα είναι από το flickr (http://www.flickr.com/photos/saramorishige/28792481/)

Ακολουθήστε μας

Βήματα στη γειτονιά

Βήματα στη γειτονιά

Τον φίλο από τα παλιά τον συνάντησα στη γειτονιά του πατρικού. Έμοιαζε φευγάτος. Δεν ξέρω τι είχε καταφέρει από όσα ζητούσε, όμως έμοιαζε να μην τον ενδιαφέρει πια το ρήμα. ''Ζω ανάμεσα στο παρελθόν και στο τώρα'' μου είπε και δεν πολυκατάλαβα. ''Με δένει ένα περίεργο...

Το τηλέφωνο της μοναξιάς

Το τηλέφωνο της μοναξιάς

ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ. Μεγάλη εφεύρεση του ανθρώπου. Εκτός των πολλαπλών χρήσεών του και εφαρμογών, έχει γίνει απαραίτητο συμπλήρωμα, ας το πούμε κι’ έτσι, της καθημερινότητάς μας είτε μέσα στο σπίτι είτε έξω απ΄ αυτό. Αν τύχει και συμβεί κάποια βλάβη στο δίκτυο και δεν...

Το φλερτ

Το φλερτ

_ γράφει ο Νίκος Πουλικίδης _ Η οθόνη του κινητού αναβόσβηνε. Μόλις ήρθε το μήνυμα από το αγόρι της. Περιχαρής πληκτρολόγησε την απάντηση αγάπης. Όλα ήταν τόσο αυτοματοποιημένα πλέον. Η αγάπη μπορούσε να βρει καταφύγιο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, να γίνει story...

Ανώνυμος τόπος

Ανώνυμος τόπος

Δεν ξέρω πως βρέθηκα εδώ σε αυτήν την παραλία να κοιτάζω τους γλάρους και να γεύομαι την μεθυστική αλμύρα της ατίθασης θάλασσας, το μόνο που επιθυμώ είναι να παραμείνω σε αυτόν τον αλλόκοτο τόπο που μου μιλά μέσα από τα τοπία του. Πριν λίγο τα χέρια μου άγγιξαν τα...

Η μάσκα

Η μάσκα

Μόλις πριν λίγα χρόνια, έβλεπε κανείς αραιά και πού, κανέναν ξένο, κυρίως Κινέζο- εύκολα εντοπίζεις την Εθνικότητά του,- να περιδιαβαίνει τους Αρχαιολογικούς χώρους του τόπου, σαν τουρίστας, φορώντας, περιέργως, χειρουργική μάσκα. Δεν ήξερα τι να υποθέσω. Να ήταν ο...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Η μάσκα

Η μάσκα

Μόλις πριν λίγα χρόνια, έβλεπε κανείς αραιά και πού, κανέναν ξένο, κυρίως Κινέζο- εύκολα εντοπίζεις την Εθνικότητά του,- να περιδιαβαίνει τους Αρχαιολογικούς χώρους του τόπου, σαν τουρίστας, φορώντας, περιέργως, χειρουργική μάσκα. Δεν ήξερα τι να υποθέσω. Να ήταν ο...

Μια αναπάντεχη συνάντηση

Μια αναπάντεχη συνάντηση

- γράφει η Αγάπη Χαριτάκη -   Μ’ αρέσει να φτιάχνω πρωινό για τα παιδιά μου. Έρχονται στο σπίτια πια μόνο τις Κυριακές. Δουλειά, σπουδές, τρεχάματα, που να προλάβουν και αυτά. Τηγανίζω 2 αυγά και βράζω άλλα δύο δίπλα. Έτσι ήταν πάντα οι γιοι μου, ο ένας μέρα, ο...

Η απεργία

Η απεργία

Ο προϊστάμενος βγήκε απ’ το υπερυψωμένο γραφείο του διευθυντή, ακούμπησε στα κάγκελα και κοίταξε τους εργάτες που ήταν μαζεμένοι από κάτω. Όλα τα κεφάλια στράφηκαν στο μέρος του. -Ο κύριος Ηρακλής θέλει να κουβεντιάσει με την αντιπροσωπεία σας, είπε. Τέσσερις εργάτες...

2 σχόλια

2 Σχόλια

  1. Βάσω Αποστολοπούλου-Αναστασίου

    “Κάπου είχα διαβάσει πως δεν υπάρχει μεγαλύτερος πόνος απ’ τον πόνο των γκρεμισμένων ονείρων έστω κι αν αυτά κράτησαν τόσο λίγο όσο μια στιγμή.”

    “Όμως εγώ, δεν είμαι πια εδώ, ταξιδεύω. Μοναδικές μου αποσκευές ένα φιλί κι ένα μενταγιόν.
    Δεν χρειάζομαι τίποτε άλλο.”

    Ένα τρυφερό και συνάμα σπαραχτικό διήγημα… ένα ταξίδι στις αναμνήσεις… που λυτρώνει και ρίχνει βάλσαμο στον καημό… και που παίρνει μαζί του την ψυχή στο ύστερο, δικό της ταξίδι…

    Σμαραγδή, καλή μου φίλη, σ’ ευχαριστώ για το όμορφο κέρασμα!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου