Select Page

Αρμένισμα

Αρμένισμα

Μεγάλωνε σ' ένα χωριό πάνω απ' τα ερείπια της αρχαίας Ολυμπίας. Μέσα στα πεύκα και στο σαθρό χώμα που ο Αλφειός κάθε τόσο τραβούσε προς την θάλασσα.

Μεγαλύτερος από όλα τα αδέρφια, πελάγωνε ανάμεσα στα χωράφια και στο σχολείο. Με ζόρι τα μαθήματα, ζόρι και στη ζωή. Είχε όμως ένα χαμόγελο πονηρό στη φάτσα του κι ένα πνεύμα ανεξάρτητο ξεχείλιζε απ' τα μάτια του. Πειραχτήρι στην ψυχή. Πειραχτήρι στα λόγια. Αδέσμευτη καρδιά, σουλατσαδόρισσα. Το φευγιό μέσα του.

Σαν αδέσποτο σκυλί, τους χειμώνες στα απάγκια και τα καλοκαίρια στις δροσερές κληματαριές. Με τη γλώσσα να κρέμεται σαλιώνοντας το ξερό χώμα.

Τέλειωσε το γυμνάσιο μένοντας σε κάποιο οικοτροφείο της μητρόπολης. Κλάφτηκε η μάνα κάποια μέρα στον Δέσποτα να το πάρει το παιδί να δώσει ο Κύριος μπας και προκόψει αυτός.

«Αυτός να προκόψει, να μάθει πέντε αράδες γράμματα να ξεστραβωθεί άγιε μου Δέσποτα…»

Μπήκε ένα Σεπτέμβρη στο ίδρυμα. Δυο βρακιά, δυο κάλτσες. Ένα μπαλωμένο παντελόνι. Τσούρμο η φτώχεια. Μαζεμένη απ' τα χωριά, έβρισκε τροφή και στέγη εκεί. Κι ένας γέροντας να φροντίζει από τον όρθρο μέχρι το απόδειπνο για όλα. Καλά και χριστιανικά.

Κοιτούσε ο Κώστας το τσούρμο με κατεβασμένο το κεφάλι και τα μάτια καρφωμένα μπροστά, καχύποπτα, υποψιασμένα, να φυλάξει τα νώτα του.

Δεν ήξερε και κανέναν. Μόνο τα χωριά τους γνώριζε. Όλα τα είχε γυρισμένα με μια παλιοφλορέττα που έκλεβε τα καλοκαιριάτικα μεσημέρια απ' τον πατέρα του. Κατηφόριζε κατά τις θάλασσες με δανεικές βενζίνες και γλυμμένο μαλλί, κολλημένο στο μέτωπο. Μια χτένα στη κωλότσεπη να το πατικώνει στο καθρεφτάκι της μηχανής όταν έχανε την φόρμα του. Άπλωνε το χαμόγελο του ξέγνοιαστου ερωτιάρη, αδιαφορώντας επιδεικτικά για τις άδειες τσέπες του και χαζολογούσε μπικινάκια στις αμμουδιές.

Όταν τέλειωσε απ' την κλεισούρα του «ευαγούς ιδρύματος» ήταν ένας Ιούλιος που μύριζε μπαρούτη. Είχε το απολυτήριο στη τσέπη και την έγνοια του στρατού. Άκουγε κάτι για πόλεμο στη Κύπρο. Για σκοτωμούς και μάχες. Σκιάχτηκε. Του έβαλαν μια ιδέα για εμποροπλοιάρχων. «Δυνατό χαρτί», του έλεγαν. Γνωστοί κι άγνωστοι. «Με την στολή αγόρι μου θα πουλάς μούρη στα κοριτσόπουλα». Κι αυτός -πονηρόφατσα- έστρωνε την γλυμμένη χωρίστρα να πέφτει μέχρι την άκρη του ματιού,  έχωσε την χτένα στη κωλότσεπη και έδωσε στην εμποροπλοιάρχων.

Του πήγαινε το άσπρο του Κώστα. Του έδινε όσο μπόι του έλειπε. Του ξάσπριζε λίγο και την μαυρίλα της μούρης του.

Ένοιωθε σαν να έχει ψηλώσει. Είχε αλλάξει περιτύλιγμα. Άλλες συναναστροφές, άλλο επίπεδο. Περασμένα ξεχασμένα τα οικοτροφεία και η φτώχεια. Έστελνε κάτι λίγα λεφτά στο σπίτι και χαιρόταν η μάνα του που πρόκοβε. Μαθήματα και ταξίδια, διάβασμα και ελεύθερες Κυριακές στα ζαχαροπλαστεία και στα γήπεδα. Χοροί τελειοφοίτων και κυρίες, μικρές και μεγάλες, με τουαλέτες και κοσμήματα. Πλοιοκτήτες και ναύαρχοι. Και οι κόρες τους, βέβαια. Σε αστραφτερά φορέματα και χρυσίζοντα σιρίτια. Αγορές επωνύμων ρούχων στα Λονδίνα και διαμονές σε ακριβά ξενοδοχεία του κόσμου. Ιστορίες από φουρτούνες, μποφόρια και κρυφούς έρωτες σε μέρη εξωτικά. Κομπασμοί ανδρών. Φαντασιώσεις γυναικών. Ανδραγαθήματα στη μέση των ωκεανών. Κρυφές ματιές με νόημα. Μισόκλειστα μάτια και παραμυθιάσματα.

Κάποιο αστραφτερό και φεγγαρόλουστο βράδυ, που μια μπάντα έπαιζε βιεννέζικα βαλσάκια, την είδε.

Κάπνιζε μόνος στο τεράστιο μπαλκόνι της σχολής με φόντο την ασημόσκονη  στα κύματα. Το μυαλό του έστηνε σενάρια για μακρινά ταξίδια. Για μεγάλα καράβια και μεγάλες μακρινές θάλασσες.

Αυτή έψαχνε αμήχανα κάτι στον ουρανό.

«Κώστας», είπε πλησιάζοντας. Αργογύριζε η προπέλα του.

«Έλενα». Ακούστηκε σαν να είχε μετρήσει όλα τ' αστέρια κιόλας.

Κι έγινε μια μικρή έκρηξη μέσα του. Μια ζωογόνος δύναμη τον έστελνε σε 'κείνες τις μακρινές θάλασσες. Είχαν γίνει όλα ένα γαλάζιο. Μια ξανθή αμμουδιά τον Αύγουστο. Ένα μελτέμι χάιδευε τα πανιά για το άγνωστο.

Η κόρη του γνωστού πλοιοκτήτη εμπρός του. Μικροκαμωμένη, μετρημένα χαμογελαστή, απέναντι απ' την λευκή του στολή. Στο ύψος του.

Κι άρχισαν τα κρυφά πέρα δώθε. Τα πήγαινε έλα. Τα σ' αγαπώ  μ' αγαπάς. Και οι δυσκολίες. Ο μπαμπάς αδιάλλακτος. Η κόρη θα έπαιρνε «τζάκι». Όταν θα ερχόταν το πλήρωμα του χρόνου.

Οι παρακατιανοί δεν ήταν για την κόρη του εφοπλιστή. Τελεσίδικο.

Και έπεσαν απαγορεύσεις «απόπλου». Στερήσεις εξόδου. Λογύδρια ηθικής. Μιλημένες φίλες προσπάθησαν να την αποθαρρύνουν.

«Όνειρο θερινής νυκτός ο χωριάτης για σένα», της έλεγαν.

«Υποπλοίαρχος και αν...», « Και βλέπουμε αν…»

Αμετάπειστη αυτή. Κέρβερος ο Κώστας. Κάθε βράδυ με την παλιά ξεχαρβαλωμένη φλορέττα του πατέρα του έπαιρνε τον δρόμο απ' τον Ασπρόπυργο για τα βόρεια προάστια. Έρως ανίκατε.

Είχαν πέσει και οι προειδοποιήσεις. Τα ραδιοτηλεγραφήματα. Τα σήματα μορς.

«Μακριά απ την κόρη μου», «Μην τολμήσεις…»

Τα αγνοούσε όλα, όσο την κρατούσε τις νύχτες αγκαλιά. Όσο και 'κείνη καιγόταν μαζί του.

Τα σήματα αγρίευαν. Σαν το τρίξιμο της λαμαρίνας στο κύμα. Μύριζε τρικυμία σε στεριά.

«Πάρε αυτά και  εξαφανίσου απ' την ζωή της…»

Κι αυτός συνέχιζε το ταξίδι με την φλορέτα. Καπετάνιος στην άσφαλτο με τελικό προορισμό ένα  φιλί, μια αγκαλιά και λόγια… Και όνειρα…

Προορισμός τα μάτια της. Και «ός εν μαλακαίς παρειαίς νεάνιδος εννυχεύεις». «Άμαχος γαρ…»

Άμαχος. Αδύναμος στην ορμή της εξουσίας και της παράκρουσης.

«Τελευταία προειδοποίηση. Δεν θα φέρω ευθύνη…»

Έβρεχε εκείνο το βράδυ. Μουσώνες στα δυτικά της Αττικής.  Το αγνόησε προκλητικά. Δεν θα τον σταματούσε ο καιρός. Αδιανόητο να μην κάνει το αποψινό ταξίδι προς την αγάπη. Ας μούσκευε και το τελευταίο του κόκκαλο. Ας στράβωνε και το μαλλί. Ας έμοιαζε καρυδότσουφλο στους ανέμους.

Νύχτα και φώτα θαμπά στις σκοτεινές λωρίδες της ασφάλτου.

Η βροχή έκοβε την νύχτα σε φέτες. Χάραζε το λιγοστό φως του ερειπωμένου δίκυκλου. Αγέρωχος και μουσκεμένος σαν να έστεκε μονάχος στη γέφυρα. Χωρίς κιάλια. Χωρίς ασύρματο. Με θέρμη και νου ζωντανό.

Στο βάθος του ορίζοντα το πρόσωπο της. Στενοχωρημένο απ' τις δυσκολίες. Φοβισμένο απ' τις απειλές. Τρομαγμένο. Τον περίμενε όμως.

Κι ο Κώστας πάνω στη παμπάλαια φλορέτα αντιστεκόταν στους κανόνες της ισορροπίας και της τριβής.

Ένοιωσε κάποια φώτα να τον σαρώνουν. Κάποιος κινητήρας ανέβαζε στροφές με μανία πίσω του. Ένα μεγάλο μαύρο αμάξι έπλεε δίπλα του πετώντας νερά στα αμπάρια της φλορέττας.

Ξέμεινε λίγο πίσω του. Απόσταση βολής. Τον μετρούσαν. Χλιμίντρισαν μερικές δεκάδες άλογα με ορμή,  κατά πάνω του.

Έχασε το τιμόνι και την  πορεία του. Στραπατσαρίστηκε  η ίσαλος. Μαγκιόρα και παταράτσα έγιναν μαστίγια. Σκότες τον έπνιγαν.

Μαΐστρες και φλόκοι τον κάλυψαν στην άκρη ενός βρώμικου κράσπεδου.

Υπόλευκοι σωρείτες τον ανέβαζαν αργά στον ουρανό.

Πέταγε πάνω απ' το χωριό του κι ήταν πνιχτή η ζέστη. Είδε την αγαπημένη του να κρέμεται στον πλάτανο της άδειας πλατείας. Απέναντι, με μάτια ορθάνοικτα και στόμα οργής, η μάνα του.

Ο Αλφειός κυλούσε βαριεστημένα ανάμεσα από μυρτιές και αγριαγκινάρες. Πευκοβελόνες τρυπούσαν το σώμα του. Είδε πλοία αγκυροβολημένα να επιπλέουν στη σκοτεινή θάλασσα.

Άκουγε βαριές άγκυρες να ξεσέρνουν σε αβαθή νερά. Κροτάλιζαν μέσα στη νύχτα. Ολομόναχες. Αυστηρές. Αγέλαστες.

Έστρωσε το γλυμμένο μαλλί μέχρι το φρύδι ξανά, χαμογέλασε κι έκλεισε τα μάτια.

Έγινε μια σιγή ξαφνικά. Σταμάτησε η βροχή κι έσκυψε πάνω του. Να τον σκεπάσει ο πολικός τρεμοπαίζοντας το λιγοστό φως του.

Να τρελαθούν οι πυξίδες. Και η κόρη, που μάταια περίμενε εκείνο το βράδυ της βροχής.

Ατύχημα το είπαν. Τραγικό τροχαίο. Μπορεί και να ήταν. Μπορεί και όχι.

...Και είδα δυο γυναίκες να κλαίνε ήρεμα στα μνήματα. Με μαύρα μακριά φορέματα και τα χέρια σηκωμένα στους θεούς. Κρατώντας την άσπρη στολή με τα χρυσά σιρίτια. Στολισμένη με καρπούς ρόδου. Κατακόκκινους. Κρατούσαν πικραμύγδαλα και ζωντανό λιβάνι. Δεν έκλαιγε το πρόσωπο τους. Η καρδιά τους σπάραζε. Αναφιλητά ανακατωμένα με τα κύματα στα πόδια του μοναστηριού στα Στροφάδια.

Κάπου στα ανοιχτά του Μυρτώου.

Αντίκρυ στο φάρο του Ταίναρου.

Στο νότιο πέρασμα του Μαγγελάνου.

Μια αναπνοή απ' την αγάπη.

 

_

γράφει ο Φώτης Λούκας

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Εγγραφείτε στο newsletter

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος