τοβιβλίο.net

Select Page

Αυλή

Αυλή

   Η Μάρθα ήταν πολύ χαρούμενη. Επιτέλους, γύρισαν στην πατρίδα κι ας μην ήταν ο τόπος της δικής της καταγωγής. Της αρκούσε που ήταν το χωριό που γεννήθηκε ο Φοίβος της και ό, τι αγαπούσε εκείνος, αγαπούσε κι εκείνη.

   Είχαν δουλέψει σκληρά στα χρόνια της Αφρικής. Εκεί που γνωρίστηκαν, αγαπήθηκαν κι έφτιαξαν την οικογένειά τους. Προσπάθησαν να δώσουν ό,τι καλύτερο στα δύο τους παιδιά, τόσο ηθικά και συναισθηματικά, όσο και υλικά. Κι όταν εκείνα ξεκίνησαν να ξεπεταρίζουν, αποφάσισαν να γυρίσουν στα πάτρια εδάφη και να χαρούν τους κόπους τους. Είχαν αγοράσει μια περιουσία-κληρονομιά που οι κληρονόμοι εκποιούσαν.  Όχι βέβαια πως θα έμεναν και με τα χέρια σταυρωμένα. Άλλωστε ο Φοίβος της ήταν τόσο δραστήριος, που ήταν φύσει και θέσει αδύνατον να παροπλιστεί.

   Ας μην μακρηγορήσουμε κι ας επικεντρωθούμε στην αυλή, στην μεγάλη αυλή με τα παρτέρια γύρω από το σπίτι, που την θαύμαζαν όλοι.

   Ο Φοίβος στο πεζοδρόμιο είχε φυτέψει ελιές, σε αντίθεση με την γειτονιά που ήταν γεμάτη πικροδάφνες και άφησε την Μάρθα του να φτιάξει και να γεμίσει, όπως και με ό,τι λαχταρούσε η ψυχή της, τις αλτάνες ή όπως τις λένε εκεί, αρτάνες.

    Τριανταφυλλιές σε διάφορα χρώματα και αρώματα, ακόμα και αναρριχώμενη με μικρά λευκά λουλούδια, που όταν άνθιζε, έμοιαζε με καταστόλιστη νύφη. Ντάλιες όλων των χρωμάτων, κατακόκκινους κρίνους, γαρυφαλλιές όλων των χρωμάτων, με το δικό τους και μοναδικό άρωμα η κάθε μια και άλλα λουλούδια, όπως κατιφέδες, γιούλια και ζουμπούλια, πετούνιες, γεράνια, κυκλάμινα… Όλα αυτά στις μπροστινές αρτάνες. Στις πίσω, εκεί που ήταν και η κουζίνα, σε μία μακρόστενη αρτάνα ήταν οι λευκές μαργαρίτες, που την εποχή της άνθισής τους έφταναν και το μισό μέτρο. Σ’ έναν λάκκο είχε φυτέψει ο Φοίβος μια λοΐζα, το φυτό που αγαπούσε πολύ, ίσως γιατί του θύμιζε την αγκαλιά της μάνας του που την στερήθηκε μικρός ακόμα, για να πάει να βρει την τύχη του. Η σιόρα Λένη, τα χρόνια εκείνα πού να βρεις αρώματα, έβαζε πάντα στον κόρφο της ένα κλωναράκι λοΐζα και μοσχοβολούσε!

  Στο παρτέρι, πάλι από τη μεριά της κουζίνας και προς τον δρόμο, είχε αγιόκλημα, που η μυρωδιά αυτών των λιλιπούτιων λουλουδιών χάριζε ένα μεθυστικό άρωμα, αλλά ήταν και αναρχικό. Τα κλαριά του ξεπετάγονταν όπου και όπως ήθελαν και αρνούνταν να μπουν σε “καλούπι”, κάτι σαν την κόρη τους. Δυο-τρεις τριανταφυλλιές, μια σεφλέρα που της είχαν στείλει τα παιδιά της σε κάποια γιορτή της μάνας και είχε γίνει ολόκληρος θάμνος, βασιλικούς, αλλά και άλλα αρωματικά, όπως μαϊντανό, άνηθο, σάψυχο, μάραθο, για τις κατσαρόλες τόσο τις δικές της, αλλά και της γειτονιάς.

   Όλα αυτά τα φρόντιζε με πολλή αγάπη η Μάρθα κι όποτε έβλεπε, σε κάποια γειτόνισσα ή όπου αλλού, κάποιο φυτό, ειδικά τριανταφυλλιές που δεν είχε, ζητούσε και της έδιναν κλωνάρια όταν τις κλάδευαν. Κάποτε είχε δει κάπου μωβ τριανταφυλλιά, «μ’ ένα λεπτό κι ευγενικό άρωμα» και δεν υπήρχε τρόπος να την “αποκτήσει”. Βρήκε όμως τη λύση. Την ζήτησε από την κόρη της. Εκείνη θα της την έβρισκε, όπως της είχε φέρει και βολβούς τουλίπας από ένα ταξίδι της στην Ολλανδία. Και η κόρη δεν την απογοήτευσε, τούτη τη φορά τουλάχιστον. Σ’ ένα ταξίδι της, έμενε στην Αθήνα, ήρθε με δύο μωβ τριανταφυλλιές.

   Οι τουρίστες, Έλληνες και ξένοι, που κατέφθαναν στο νησί και μάλιστα στο χωριό τους, στέκονταν στον δρόμο, έξω από τα κάγκελα και φωτογράφιζαν τα λουλούδια της Μάρθας!

   Τα βάζα στην ταβέρνα που είχαν, νοικιασμένη από την κοινότητα επί είκοσι χρόνια, ήταν γεμάτα από τα λουλούδια της αυλής τους. Ο παράδεισος της Μάρθας και του Φοίβου…

   Τις περιόδους που δεν είχαν πολλή δουλειά, κάθονταν στην αυλή και καμάρωναν!

   -Κοίτα, κυρούλα μου, τι φτιάξαμε! Τήρα ομορφιές! Ανοίγουν τα πλεμόνια και χαίρεται το μάτι!…

 

   Ο Φοίβος καταχείμωνο, Δεκέμβρη μήνα και πλησιάζοντας τα ογδόντα του, αποφάσισε να σβήσει τις μηχανές και να φύγει από τούτον εδώ τον τόπο. Το είχε προβλέψει και είχε τακτοποιήσει και την διαθήκη του. Όλα μοιρασμένα “εξ αδιαιρέτου” στα δυο τους παιδιά, με επικαρπώτρια την Μάρθα του.

    «Έτσι, κανείς από τους δύο δεν θα μπορεί να ξεπουλήσει ό,τι του αφήσω και θα είναι υποχρεωμένοι να παραδίνουν λογαριασμό στην μάνα τους, χωρίς εκείνη να επιβαρυνθεί σε τίποτα…» είχε πει στον δικηγόρο του, όταν συντάσσανε την διαθήκη.

   Η Μάρθα έμεινε ένα χρόνο στο χωριό και μετά την πήρε η κόρη της στην Αθήνα. Δεν ήθελε καμία από τις δύο να γίνει η μάνα βάρος στον γιο και στην γυναίκα του. Το πρώτο καλοκαίρι που πήγαν για διακοπές στο νησί, είχαν εξαφανιστεί οι ελιές από το πεζοδρόμιο. Είχαν κοπεί και οι λάκκοι είχαν κλειστεί με τσιμέντο. Οι δύο γυναίκες δεν είπαν τίποτα. Στενοχωρήθηκαν, μα δεν έβγαλαν μιλιά. Δεν ήθελαν να οξυνθούν οι σχέσεις με τον γιο και αδελφό, γιατί ήδη είχαν αρχίσει τα “παράπονα” του ως προς την διαθήκη…

   Όσο περνούσαν τα χρόνια, τα κληρονομικά προβλήματα είχαν πάρει δυσάρεστη τροπή, με δικαστήρια, ψευδείς αγωγές και ο γιος με την γυναίκα του έπαψαν να μιλάνε στην μάνα και την αδελφή. Και πώς θα μπορούσαν άλλωστε;… Πόσοι συγγενείς και φίλοι δεν προσπάθησαν να τους τα συμβιβάσουν, αλλά στάθηκε αδύνατον. Προφανώς είχαν πιστέψει τα όσα ψέματα επικαλούνταν στις αγωγές ως αλήθειες…

   Κάπως το έλεγε ο Φοίβος «… το ένα ψέμα φέρνει το άλλο και στο τέλος πιστεύεις τα ψέματά σου σαν αλήθειες…» Η “οικογένεια” είχε χωριστεί σε δύο στρατόπεδα: του “θιγμένου” γιού που, εν ολίγοις, τα ήθελε όλα δικά του «εφόσον εκείνος έμενε στο χωριό», και της κόρης. Είχαν αποκτήσει και οι δύο από δύο παιδιά· αγόρια ο γιος, κορίτσια η κόρη.

   «Εσείς τα παιδιά δεν έχετε καμία σχέση με ό, τι συμβαίνει μ’ εμάς τους μεγάλους. Εσείς οφείλετε ν’ αγαπάτε και να σέβεστε τον μπάρμπα, τη θεια και τα ξαδέλφια σας…» ήταν οι ορμήνειες της κόρης.

   Τα πρώτα χρόνια, κάθε καλοκαίρι και αφού συνταξιοδοτήθηκε η “κατηγορούμενη”, πήγαιναν στο νησί για ενάμιση μήνα. Τα σπίτια των δύο αδελφών ήταν επάνω του γιου και στο ισόγειο, το παλιό γαλλικό και μετασεισμικό σπίτι, της κόρης, που θα το “αποκτούσε” μετά τον θάνατο της μάνας τους. Ποιος τολμούσε ν’ αγγίξει τα παρτέρια… Έβγαινε από πάνω η νύφη και φώναζε πως δεν ξέρουν μήτε να ποτίζουν. Άλλοτε πάλι απευθυνόταν στις ανιψιές της πως πρέπει να μάθουν να ξεχορταριάζουν, γιατί εκείνη δεν ήταν δούλα κανενός. Χτύπαγε το σαμάρι, ν’ ακούσει ο γάιδαρος, που λένε… Προσπάθησαν κάποιες φορές τα κοριτσάκια να καθαρίσουν τις αρτάνες από τα παράσιτα χόρτα, αλλά τους έβαζε τις φωνές πως της καταστρέφουν τα λουλούδια.

   «Δεν θα ξαναπλησιάσετε…» τους είπε η γιαγιά, η οποία είχε μεν μεγαλώσει, αλλά είχε κι ένα ατύχημα, όσο ζούσε ο Φοίβος της, και από το ένα πόδι της είχε αφαιρεθεί η επιγονατίδα και φορούσε ειδικό νάρθηκα, για να μπορεί να κινείται. «Αυτή είναι δική μου δουλειά κι ας έρθουν να κάνουν σε μένα τα παράπονά τους.»

   Τι πιο απλό, να πληρώνουν και οι δύο κληρονόμοι κάποιον άνθρωπο, να τους φροντίζει την αυλή, να φροντίζει τα λουλούδια. Πώς, όμως, να συνεννοηθούν, αφού δεν μιλούσε ο γιος ούτε στη μάνα τους… Και όσο περνούσαν τα χρόνια, τόσο οι “εκπτώσεις”, όσο και οι “εκτρώσεις” πολλαπλασιάζονταν, μέχρι που η Μάρθα ζήτησε από την κόρη της να μην ξαναπάνε στο νησί. Έτσι κι έγινε.

   «Το μόνο που με στενοχωρεί, είναι πως δεν θα πηγαίνει κανείς στον πατέρα σας…»

   «Μη νοιάζεσαι, μάνα. Κάθε που πάμε για τα δικαστήρια, πάντα πάμε στον πατέρα…»

   Και ποτέ δεν της είχε πει πως κομμάτι-κομμάτι από τις αρτάνες της εξαφανιζόταν, για να μην την πικράνει και πως εκεί που άλλοτε ευφραινόταν η όραση μαζί με την όσφρηση, τώρα δεν υπάρχει τίποτα…

    Δεν πρόλαβε να πάει η Μάρθα να συναντήσει τον Φοίβο της και η Αυλή της, αυτός ο επίγειος παράδεισός της, εξαφανίστηκε μεμιάς. Ακόμα και κείνα τα λίγα που είχαν απομείνει… Εκεί που άλλοτε ήταν οι πολύχρωμες τριανταφυλλιές και οι ντάλιες, οι ολόλευκες και λυγερές μαργαρίτες, οι πανσέδες και οι κατιφέδες, οι κατακόκκινοι κρίνοι, το αγιόκλημα και η λοΐζα, τώρα πια υπάρχει το γκρίζο τσιμέντο. Τίποτε άλλο.

   “Πότε, αλήθεια, θα μάθουν οι άνθρωποι πως τα σάβανα δεν έχουν τσέπες;” έλεγε άλλοτε ο Φοίβος, όταν μάθαινε πως κάποιοι γνωστοί ή και φίλοι, μάλωναν για τα κληρονομικά τους…

   Πού να φανταστεί πως κάποιος άλλος θα λέει την ίδια κουβέντα για τα παιδιά του, που δεν στάθηκαν ικανά και άξια να συντηρήσουν και να διατηρήσουν τους κόπους των γονιών τους…

_

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια

Το σχόλιο σας είναι επιθυμητό!

Επιμέλεια κειμένου

Χριστίνα Παπαβασιλείου

Γεννήθηκα στην όμορφη Θεσσαλονίκη, όμως οι συγκυρίες με έφεραν στη ζεστή Λάρισα. Με τα χρόνια την αγάπησα και αυτήν. Τελευταία, οι γύρω μου λένε πως μεγάλωσα, δεν είμαι πια παιδί. Τους αγνοώ και συνεχίζω να ονειρεύομαι. Από μικρή ήμουν βιβλιόπαιδο, αγαπούσα τα βιβλία και τις περίεργες λέξεις τους. Μια νύχτα με βροχή στάθηκε η αφετηρία για να πιάσω ενεργά χαρτί και μολύβι. Έπειτα, ακολούθησαν και άλλες τέτοιες νύχτες -ενίοτε και μέρες- που οι σκέψεις μου αποτυπώνονταν στο χαρτί. Ελπίζω ότι κάποια μέρα θα γίνω καλύτερος άνθρωπος. Ως τότε, θα συνεχίσω να χορεύω στο ρυθμό της ζωής...

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Οδηγός ιστοσελίδας

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος