Για να με συναντήσω | τοβιβλίο.net

Select Page

Για να με συναντήσω

Για να με συναντήσω

Κάνει μοναξιά απόψε.

Μέσα από τις γρίλιες κοιτάζω ζηλότυπα το φεγγάρι... Στάζει μέλι... Στον δρόμο του ζευγαράκια με κορμιά σφιχτά δεμένα, χορεύουν πάνω στα πλήκτρα του. Χρόνια έχω να κάνω αυτή την διαδρομή... Από τότε που φτυάριζα τα σύννεφα για να φτιάξω την ερωτική φωλιά μου.

Μου λείπει... Τελευταία φορά ήταν πριν την ψυχή μου την μετεφέρουν τα ασθενοφόρα σκοτωμένη, με την καρδιά αιμάσσουσα…  Λαθραία ζω από τότε, με σκηνοθετημένα όνειρα, που τ' ανάβω τις νυχτιές, και το πρωί μυρίζω τον καπνό απ' τις στάχτες τους. Κολασμένη… Στα βαθιά υπόγεια του πόνου μου, ισορροπώντας στον απόηχο της αγάπης, σαν μύρο λησμονημένου τριαντάφυλλου. Λαχτάρισα μια λύτρωση, να ξεπλύνω το μαρτύριο της αρρώστιας από πάνω μου, να κλείσω τα παράθυρα της προσμονής. Με χτυπάνε οι ανεμοθύελλες και κρυώνω.

Πήρα μια βαθιά ανάσα,  ένιωσα μια καυτή οργισμένη λάμα να βυθίζετε μαζί της στην εντός μου άπνοη ελπίδα.

Με πόνεσε, και λύγισα ενοχικά. Αμήχανα έλυσα τα μαλλιά μου. Μια αχτίδα από τον στενό φεγγίτη τα έλουζε με φως. Ένιωσα τις μπούκλες τους να παιχνιδίζουν ελεύθερες, και να χαϊδεύουν την ύπαρξή μου. Θυμωμένα άρχισα να στρώνω το πάτωμα της ζωής μου, και τα χείλη μου να βάφω...

Αποφασιστικά άνοιξα το εκτροφείο της καταχνιάς. Στην σκουριασμένη κλειδαριά του, κρέμονταν κάτι ξέφτια και υπολείμματα από ένα φιλί καταραμένο. Μέσα ήταν ένα σακάκι σκοροφαγωμένο. Θυμήθηκα πως μου το είχε αφήσει δώρο ένας δανεικός έρωτας. Έψαξα στις τσέπες του. Βρήκα μια υπεύθυνη δήλωση, που είχε υπογράψει το άλλοθι μου, και στο τσεπάκι του, το λιανισμένο θυμικό μου. Το κράτησα με ευλάβεια και στοργή στις χούφτες μου, και το παρακάλεσα να με βοηθήσει.                                                                                                                     

Με κοίταξε με χαμόγελο τρυφερό, και σιγοπατώντας, μη και τρομάξει την απόφαση, ξεκρέμασε τον ήλιο που είχα κρυμμένο στην ντουλάπα. Με χάρη και περισσευούμενο νάζι τον έπιασε μ' ένα αστεράκι στα μαλλιά. Με στόλισε με το πρόσωπο που είχα κρυμμένο πίσω απ' τον καθρέφτη, κι ευτυχισμένο, με θαυμασμό μου έκλεισε το μάτι!    

Φόρεσα τις κόκκινες γόβες μου! Εκείνες με το τακούνι στιλέτο. Στηρίχτηκα με πείσμα πάνω τους, και με δύναμη πάτησα τους ιστούς της αράχνης, που φώλιασαν στο αρχοντικό της καρδιάς μου. Μύρισα τον αέρα μου αναζητώντας τα αρώματα της ευφορίας.

Αψηφώντας τη βροχή και της καρδιάς τα μιλήματα, γλίστρησα απ' το οχυρό μου στο βρεγμένο λιθόστρωτο, και άφησα τον δρόμο να με παρασύρει στο πάλαι ποτέ αγαπημένο μου μπαρ (το ναυάγιο, όπως τραγούδησε η Αρλέτα) με σκοπό να με συναντήσω... Καιρό τώρα ήθελα κάτι να μου πω!

Μεσάνυχτα. Κατηφόρισα τον πεζόδρομο και έφτασα στο έρημο καλντερίμι. Η πολύχρωμη  πινακίδα του μπαρ φώτιζε τα βήματά μου. Πλησίασα και κοίταξα μέσα απ' το θολό τζάμι...

Με είδα να κάθομαι στην μπάρα ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, σκυμμένη πάνω σ' ένα ποτήρι ουίσκι σκέτο, κι ένα τσιγάρο στο χέρι που ήξερα πόσο το σιχαινόμουν. Tο παρελθόν είχε τα μπράτσα του πάνω στους ώμους μου. Τα μαύρα και μεθυσμένα μάτια του με κοιτούσαν με πόθο απελπισμένο. Τα βρώμικα χέρια του, χάιδευαν πρόστυχα το ζεστό και άνυδρο σώμα μου. Τα αφρισμένα και σιχαμένα χείλη του μακέλευαν τα δικά μου. Το στόμα του μύριζε σήψη και δυσωδία.

Μπήκα στο μπαρ περπατώντας αργά... Οι κραδασμοί από τις μοιραίες, δυνητικές γόβες μου, σίγησαν το τραγούδι που ακουγόταν: «...για παλιές αγάπες μη μιλάς...». Το ημίφως έσκιζε μια δέσμη φωτός σπαρμένη με μπουμπούκια άνοιξης. Οι φλέβες μου σκίρτησαν...

Με χαριτωμένους ακκισμούς κινήθηκα στον χώρο. Ένα ιλαρό παρόν μισοκρυμμένο πίσω από ένα παραπέτασμα κόκκινου βελούδου, με παρακολουθούσε  με υπέρμετρη προσήλωση! Καλοντυμένο, καθαρό, μοσχοβολώντας έρωτα και νοσταλγία.

Οι χτύποι της καρδιάς μου  δυνάμωσαν… Πόθησα να μυρίσω την ανάσα του! Το διάφανο των ματιών του με τράβηξε κοντά του, και η λαχτάρα της προσέγγισης γέμισε άστρα τον ουρανό, στο κάποτε πένθιμο αμμογυάλι. Ένιωσα γαλήνη. Η χωροχρονική διάσταση μεταξύ μας άρχισε να γλυκαίνει. Οι αισθήσεις μου ξαναγεννιόντουσαν μετουσιώνοντας την ανάγκη της απελευθέρωσης, κι η τέρψη πολιορκούσε τα χτυποκάρδια μου. Άγγιξα μαγεμένη το αλαβάστρινο σώμα του και έγειρα πάνω του.

«Έλα καρδιά μου, ήσυχα, ήσυχα.»

«Ξέρω… », μου είπε. «Όλα πέρασαν πια... Ξέχνα το παρελθόν, σήμερα θα φύγουμε μαζί, θα πάμε εκεί που οι άγγελοι σαλπίζουν στον παράδεισο, θα σεργιανίσουμε μαζί, στο άσπιλο κέλυφος του ήλιου!» Με αγκάλιασε ζεστά κι ένα άνευρο αναστέναγμα λύτρωσης, θάμπωσε έρημους σταθμούς κι άελλα βράδια. Έριξα μια ματιά στα τζάμια. Οι στάλες της βροχής δεν τα αυλακώνουν πια. Σταμάτησε σκέφτηκα, και άφησα τα υγρά μου χείλη να ρεμβάζουν πάνω στα δικά του!

Ο ντι τζέι στην κονσόλα έκανε αυξομειώσεις στην ένταση της απόφασης, και για πολλοστή φορά, σκόπευση στ' αλησμόνητο και χτικιασμένο τραγούδι που αγάπησα, όταν με βρήκαν στην ακτή, μια ματωμένη αυγινή, χωρίς καρδιά και βλέμμα. Η σκέψη μου γέμισε θυμό απ' το εύρος της οδύνης μου. Σήκωσα αποφασιστικά το ανάστημά μου. Στο κερί τρεμοπαίζει ακόμη το αδηφάγο τέρας της φωτιάς. Σκορπά τα τελευταία αποκαΐδια του αυτόχειρα. Εκείνος... Είχε αποτεφρωθεί, με την συναίνεση του θυμικού μου!

Το γλυκοχάραμα με βρήκε να περπατώ ανέμελα, πατώντας δυνατά πάνω στην ευωδιά της ζωής, χωρίς άλλη σκέψη από το υπάρχειν... Πίσω μου ξεμάκραινε ένας πρωτεϊκός διάφανος σκελετός, αφήνοντας ένα θολό αχνάρι... Τον αποχαιρέτησα  συμπονετικά και είπα καλημέρα στο ουράνιο τόξο!

Μέσα στο μπαρ, το άλτερ έγκο  μου σέρνεται τρικλίζοντας στα μουχλιασμένα πατώματα, χορεύοντας εκείνο το χτικιασμένο τραγούδι, τραγουδώντας το με πόνο… Σαν να 'ναι η τελευταία φορά…

 

_

γράφει η Βίκυ Δρακουλαράκου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

1 σχόλιο

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Ημερολόγιο 2019

Εγγραφείτε στο newsletter

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Ακολουθήστε μας στο Twitter

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος